ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Tόσα ξέρει, τόσα λέει (για το σχολιασμό της Λώρης Κέζα στο ΒΗΜΑ)

της Κλεμάνς Ζαβιτσάνου 

Εξαιρετική η απάντηση της ιστοσελίδας του Μετώπου στο άρθρο της Λώρης Κέζα στο σημερινό ΒΗΜΑ.

Κατ' αρχήν το υφάκι και το στυλ της γραφής που παραπέμπουν σε δημοσιογραφία λάϊφ στάϊλ περιοδικού, από αυτά που είχαν πέραση την δεκαετία του '80 ή έστω '90.
Διαβάστε περισσότερα...

Η δημοσιογράφος αν δεν κάνω λάθος με ειδικότητα στο πολιτικό ρεπορτάζ, διακατεχόμενη  (δεν ξέρω για πόσο ακόμα) από το σύνδρομο του στελέχους της 4ης εξουσίας, αποφάσισε να ασχοληθεί με ζητήματα πολιτισμού, θεωρώντας ότι, με δυο τρεις αρλουμπίτσες και εξυπνακισμούς, χωρίς καν να έχει αντιληφθεί ή κατανοήσει τί ακριβώς λέει η ανακοίνωση του Μετώπου και όχι προσωπικά του Αλαβάνου, θα το ξεπετάξει το θέμα. Πρέπει να πω ότι το στυλ της γραφής της και τα επιχειρήματά της θυμίζουν έντονα σχολή Πρετεντέρη, Καψή.

Ξεκινώντας λοιπόν από την ανακοίνωση του Μετώπου η οποία αναφέρεται στον ήρωα ή αντιήρωα αν θέλετε των "Αθλίων", τον μικρό Γαβριά και την δράση του στην εξέγερση της εποχής και όχι στην δράση ή στην άποψη του ίδιου του συγγραφέα των "Αθλίων", του Β.Ουγκώ, κάνει μια προσομοίωση με το σήμερα.

Η κ. Λώρη Κέζα είτε δεν το κατανοεί αυτό είτε κάνοντας ότι δεν το κατανοεί, αναφέρεται στις θέσεις και τις απόψεις του ίδιου του συγγραφέα, "του συντηρητικούλη" όπως τον αναφέρει Β. Ουγκώ. Θα πρέπει να τις θυμίσω, γιατί είναι νέα και ίσως δεν το γνωρίζει ή δεν το θυμάται, ότι ένας από τους πιο συντηρητικούληδες καλλιτέχνες Έλληνες, ο Μάνος Χατζιδάκις, αναφερόμενος σε ακριβώς παρόμοια περιστατικά του 1986, σε άρθρο του λέει: 

"Μια μωβ σκιά Μαΐου σκέπασε την Αθήνα. Κι όμως δεν βρέθηκε ένας δημοσιογράφος, μια εφημερίδα ν' αγανακτήσει και να διαμαρτυρηθεί, να καταγγείλει την αλήθεια για αυτό το τρίγωνο του αίσχους. Σκουφά, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους. Κι άρχισε μια σκόπιμη, ύποπτη κι έντεχνη σύγχυση τριών ασχέτων μεταξύ των περιπτώσεων. Οι νεαροί των Εξαρχείων να παρουσιάζονται ίδιοι με τους αλήτες των γηπέδων, τους επονομαζόμενους χούλιγκανς, και επιπλέον να καλλιεργείται η εντύπωση στην κοινή γνώμη, με στήλες ολόκληρες των θλιβερών εφημερίδων μας, ότι οι νέοι αυτοί, οι αναρχικοί, είναι οι βομβιστές και ίσως οι πιθανοί δράστες των δολοφονιών ή εμπρησμών. Και φυσικά, όταν με το καλό τελειώσει η δίωξη των εκατό, σαράντα ή είκοσι παιδιών και η όλη επιχείρηση στεφθεί με «επιτυχία», να πάρει τις διαστάσεις ενός πραγματικού θριάμβου. κατά του εγκλήματος. Την ίδια ώρα που δολοφονούνται εκδότες και οι δολοφόνοι δεν ανευρίσκονται. Δολοφονούνται πολίτες και οι δολοφόνοι δεν αποκαλύπτονται. Πεθαίνουν νέοι από ξυλοδαρμούς και οι δράστες κυκλοφορούν ανενόχλητοι και, τέλος, δεν. ανακαλύπτονται.
Την ίδια ώρα η πολιτεία αγανακτεί διότι υπάρχουν μερικά ζωντανά της κύτταρα που αντιδρούν άτεχνα, ανοργάνωτα, ίσως μ' αφέλεια, σ' όλην αυτή την οργανωμένη κρατική ασχήμια, αντί να βλογάμε τον Θεό που βρίσκονται ακόμη μερικοί που δε συνήθισαν στην «παρουσία του τέρατος». (.) Κορίτσια κι αγόρια με γυαλιά, έτσι καθώς κοιτάτε με απορία κι αγανάκτηση για ό, τι συμβαίνει γύρω σας, είμαι μαζί σας. Και σας αγαπώ." 

Όσο για τον ίδιο τον συγγραφέα παραθέτω μερικά στοιχεία για να δούμε αν ακόμη και αυτός ο τρόπος οπτικής της δημοσιογράφου είναι σωστός και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ο Ουγκώ ουτοπικός σοσιαλιστής και κοινωνικός αγωνιστής, με την ζωή και το έργο του, συμπαθών της Παρισινής Κομμούνας, δεν διασταυρώθηκε ποτέ με τον Μαρξισμό. Η άποψή του όμως είναι ξεκάθαρη, ως προς το ότι, η εξαθλίωση της εργατικής τάξης, τα βάσανά της υλικά και ηθικά είναι αποτέλεσμα του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτός άλλωστε είναι και ένας από τους λόγους που την εποχή του υπήρξε το είδωλο της ριζοσπαστικής αριστεράς.

 ***
του Β. Ουγκώ, και να σταματήσει να τους θυμάται από τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα» που της τα διάβαζε ο μπαμπάς της για να φάει την κρέμα της;

Η κ. Λώρη Κέζα στο σημερινό Βήμα (14-2-2012) δημοσίευσε το παρακάτω άρθρο :

«Οι παρανοήσεις του κ. Αλαβάνου
Τι θα έκανε η κυρία Μποβαρύ αν κατέβαινε στο Σύνταγμα με τους διαδηλωτές; Επειδή υπήρξε λυσσάρα, θα έκανε ομαδικό σεξ με τους κουκουλοφόρους. Μια τέτοια προσομοίωση θα έκανε ο κ. Αλαβάνος αν έπιανε στο στόμα του την ηρωίδα του Φλομπέρ. Μια ανάλογη υπέρβαση έκανε με άλλον κλασικό τίτλο, λέγοντας ότι «Ο Γαβριάς των “Αθλίων” του Βίκτωρος Ουγκώ, αν είχε κατέβει χθες στο Σύνταγμα, δεν θα ήταν στα κλειστά μπλοκ κομματικών νεολαιών, θα έκαιγε με την παρέα του τράπεζες και κινηματογράφους». Να επισημάνουμε κατ’ αρχάς ότι είναι πολύ χαριτωμένο να επικαλείται ο αρχηγός των ατάκτων έναν συντηρητικούλη συγγραφέα του 19ου αιώνα. Ο Ουγκώ δεν υπήρξε μπροστάρης των προοδευτικών δυνάμεων παρά το γεγονός ότι ήταν έντονα πολιτικοποιημένος. Προπάντων ήταν υπέρμαχος της μη-βίας. Και για να πετάξουμε ένα τσιτάτο, θα θυμηθούμε ότι έλεγε: «καμία περίσταση δεν επιτρέπει στο δίκαιο να εκχωρήσει τη θέση του στη βία και τον θυμό». 

Θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο στον κ. Αλέκο Αλαβάνο και τους συμπορευόμενους του να δουν με μεγαλύτερη προσοχή τις δημόσιες θέσεις του Βίκτωρος Ουγκώ. Θα ήταν φτηνή εκ μέρους μας η αναφορά στην προλεταριακή εξέγερση του 1848, όπου ο λογοτέχνης πήρε μέρος ενισχύοντας την εθνοφρουρά ενάντια στους ξεσηκωμένους εργάτες. Θα ήταν φτηνή γιατί το μετάνιωσε. Αφήνουμε τα περιστατικά για να πιάσουμε το ζουμί της σκέψης του. Ο Βίκτωρ Ουγκώ αφιερώθηκε στο δίπολο επανάσταση-πολιτισμός. Δεν ήταν υποστηρικτής της λογικής «τα σπάζουμε και σφάζουμε» έτσι για να περνάει η ώρα ούτε αποδεχόταν τα άνευ στόχου ξεσπάσματα οργής. Επεισόδια σαν τα προχθεσινά τα έβρισκε «αξιοθρήνητα» και τη βία των οδοφραγμάτων «απεχθή». Τόνιζε δε ότι οι καταστροφές πρέπει να καταδικάζονται από όποια πλευρά κι αν έχουν προκληθεί. Σε αυτό το πλαίσιο ο ρομαντικός στοχαστής κατάγγειλε την καταστροφή των τυπογραφείων από τα κυβερνητικά στρατεύματα, που έγινε με στόχο να μην τυπώνουν οι προλετάριοι προκηρύξεις. 

Ο επικεφαλής του «Μετώπου Αλληλεγγύης» αποδέχεται ως φυσική αντίδραση των νέων τον εμπρησμό του «Αττικόν». Σαν να έχουν το ακαταλόγιστο επειδή είναι απελπισμένοι. Τι θα έλεγε σήμερα ο κ. Αλαβάνος αν ήταν άλλοι οι δράστες της καταστροφής; Αν τα ΜΑΤ είχαν κάψει τυπογραφεία; Αν επισήμως οι αστυνομικοί, με τις στολές τους, έμπαιναν στα βιβλιοπωλεία κι άναβαν φωτιές, αν έκαιγαν κινηματογράφους; Μάλλον θα αντιδρούσε διαφορετικά. Θα θυμόταν τον πολιτισμό, τη σημασία του κινηματογράφου στη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας, την αισθητική αξία ενός ιστορικού κτηρίου. Αν η αστυνομία είχε κάψει επισήμως το σινεμά, ο κ. Αλαβάνος θα έλεγε ότι το κράτος περιορίζει την πρόσβαση του λαού στον πολιτισμό. Επειδή όμως οι δράστες είναι κουκουλοφόροι, η βία γίνεται αποδεκτή. Δύο μέτρα και δυο σταθμά. Καλά πάντως τα έλεγε ο ποιητής. Οι επαναστάτες έχουν ανάγκη τους δυστυχείς. «Δεν πετύχατε τίποτε όσο το πνεύμα της επανάστασης έχει βοήθημα τη δυστυχία του κόσμου. Δεν πετύχατε τίποτε όσο στο έργο της καταστροφής και του σκότους, που συνεχίζει υπογείως, ο κακός άνθρωπος έχει ως μοιραίο σύμμαχο τον δυστυχισμένο άνθρωπο.»


Η ιστοσελίδα μας αφιερώνει στην κ. Κέζα   τέσσερα μικρά αποσπάσματα από τους «Αθλίους» (Εκδόσεις Λιβάνη, Γ’ τόμος)

 1ο «Δίχως άλλο τούτα τα κοινωνικά στρώματα, απ’ όπου βγήκαν οι απόστολοι και οι μάρτυρες του χριστιανισμού, εννοούσε ο άγιος Ιερώνυμος όταν έλεγε τα αποκαλυπτικά λόγια :
-          Ο νόμος του κόσμου από τ’ ανθρώπινα απορρίμματα θα βγει.» (σελ.796)
 2ο «Ακρόπολη των ξυπόλητων μπορούμε να αποκαλέσουμε το τρομερό τούτο οδόφραγμα. Έβλεπες, ακόμα, εκεί αναποδογυρισμένα καροτσάκια, κάρα, λεωφορεία. Το πρόχωμα αυτό της ανταρσίας έμοιαζε σαν μια Όσσα πάνω από το Πήλιο όλων των επαναστάσεων. Ήταν το 1973 πάνω στο 1789 και το 1848 πάνω στο 1830, κι έπρεπε να υψωθεί εκεί όπου γκρεμίστηκε η Βαστίλη.
 Αν έστηνε φραγμούς ο ωκεανός, έτσι θα τους έχτιζε. Η μανία του κύματος είχε αποτυπωθεί σε τούτο τον άμορφο σωρό. Και κύμα ήταν ο ξεσηκωμένος λαός. Όλα τα φτωχοπράματα – ως το πιο ασήμαντο - που ρίχτηκαν εκεί πρόσμεναν το κανόνι. Λες και το προάστιο του Αγίου Αντωνίου, που έφτιαξε ένα οδόστρωμα από λύσσα κι οχλοβοή, από λάσπη, από ολύμπια και θεϊκή ουσία, σάρωσε εξαντλητικά τον απερίγραπτο όγκο της φτώχειας του και τον ύψωσε για να κατοχυρώσει τα ποδοπατημένα δικαιώματά του. Είχε την έκφραση του σκοτεινού λαού, τη δημιουργημένη από πανάρχαιους πόνους, το κραταιό εκείνο αμυντικό κάστρο που μεταχειριζόταν για όπλο το καθετί. Πετούσε κάθε πράγμα που μπορεί να πετάξει ο εμφύλιος πόλεμος στο κεφάλι της κοινωνίας. Αυτό δεν ήταν μάχη μα παροξυσμός. Οι καραμπίνες που το υπεράσπιζαν έριχναν, αντί σφαίρες, κομμάτια από πορσελάνη, κουμπιά, κόκαλα, μικρές ρόδες από κρεβάτια – επικίνδυνα βλήματα, γιατί ήταν χάλκινα.

Είχε κάτι το μανιακό τούτο το οδόφραγμα, με τον απερίγραπτο βρυχηθμό του. Προκαλούσε κάποιες στιγμές το στρατό σαν καταιγίδα. Οι λαϊκοί πολεμιστές ανέβαιναν τότε στην κορφή του - ίδιο στεφάνι από κεφάλια φλογισμένα, μυρμηγκιά που το πλημμύριζε -, φάνταζε σαν σκαντζόχοιρος η ράχη του από τα τουφέκια, τα ρόπαλα., τα σπαθιά, τις λόγχες. Πάνω του κυμάτιζε μια τεράστια κόκκινη σημαία. Οι αγριοφωνάρες των διαταγών, οι θούριοι των επιθέσεων, ο κρότος των τυμπάνων, τα κλάματα των γυναικών και οι ζοφεροί καγχασμοί πανδαιμόνιο. Η κορφή του οδοφράγματος, που έβγαζε κεραυνούς, ξερνούσε την οργή του λαού, που είναι πάντα του Θεού φωνή. Το τιτάνιο εκείνο σύνολο ήταν σωρός από σκουπίδια που σχημάτιζε το όρος Σινά.» (σελ 797-798)
 3ο «- Το τουφέκι μου! φώναξε το παιδί, που βρέθηκε, στο μεταξύ, στην άλλη άκρη του οδοφράγματος.
Ο Κορφειρούλης διέταξε να του το δώσουν. Κατόπιν ο Γαβριάς τους πληροφόρησε πως το οδόφραγμα είχε κυκλωθεί κι ότι με πολλή δυσκολία κατάφερε να περάσει.
- Σας επιτρέπω λοιπόν να τους σπάσετε τα μούτρα, λεβέντες μου! φώναξε ύστερα το παιδί.» (σελ. 816)
 4ο «Όλοι οι ταβερνιάρηδες στα προάστια λυσσούσαν πραγματικά βλέποντας να κόβονται οι δουλειές του μαγαζιού τους από τους ξεσηκωμούς του λαού και τσακίζονταν για να διατηρήσουν την τάξη που αντιπροσώπευε η ταβέρνα τους. Την εποχή εκείνη, εποχή αυτοδικίας και ηρωισμού μαζί, ενώ οι νέες ιδέες είχαν τους θαρραλέους κήρυκες και μάρτυρες, τα ωμά συμφέροντα είχαν επίσης τους υποστηρικτές τους. Γενναίοι και οι πρώτοι και οι δεύτεροι. Μα, όταν ο σωρός από τα νομίσματα μίκραινε, με ενθουσιασμό τραγουδούσε ο τραπεζίτης τη «Μασσιαλιώτιδα» κι έχυνε με λυρισμό το αίμα του χάριν του ταμείου.» (σελ. 821)

Δεν υπάρχουν σχόλια: