ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

ΑΚΕΠ: Η Ποίηση και τα όπλα της

Μαρία Λαέρτη 
Αναδημοσιεύουμε το ποίημα της Μαρίας Λαέρτη "λευκά φεγγάρια" από την ποιητική συλλογή "το τατουάζ", τα ποιήματα "Εμείς"  και "ΠΟΝΑΩ" από την ποιητική συλλογή "ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ" (για το ποίημα "Τα βήματα της Ιστορίας", βλέπε: http://akep.blogspot.gr/2013/12/ta-vimata-tis-istorias-maria-laerti.html), και απόσπασμα από το ποίημα «ΚΟΡΗ-ΑΓΓΕΛΟΣ-ΛΥΚΟΣ» από την ποιητική συλλογή « Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ»
***
Η ποίηση δεν "κάνει" οπωσδήποτε πολιτική, με τη φτηνή σημασία, κάνει όμως και πολιτική με τον τρόπο της (ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ).
"Μεγάλα μάτια παιδιών
κοιτάζουν βουρκωμένα
την άνιση μοιρασιά.
Αθώα μάτια αμυγδαλένια
κι η πίστη μου αρρωσταίνει" (Μ. Λαέρτη, λαβύρινθος, Ο ΚΥΝΗΓΟΣ)

"Η Μ. Λαέρτη από την πρώτη της ακόμα συλλογή "Το τατουάζ" μας παρουσιάζει τη μεγάλη αρετή των σπουδαίων κειμένων την πρωτοτυπία. Παράδειγμα: στο υποκείμενο "φεγγάρια" βάζει το κατηγόρημα: "φαύλα". Ο Ρεμπώ (μετ. Άρη Δικταίου) στο υποκείμενο σελήνη βάζει το κατηγόρημα "στυγνή". Αυτό αφορά στη φωτιστική της συμπεριφορά. Θα μπορούσε να το πει κάποιος ναυτικός σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η σελήνη δείχνοντας το μισό της σώμα παίρνει μια ελαφρά χαλκοπράσινη χροιά κάτι το άγριο ενέχουσα. Το εμψυχωτικό κατηγόρημα "φαύλα" αφορά στο ήθος της σελήνης. Και είναι κορυφαία έκφραση ultima verbis του βαθμού διαφθοράς της εποχής. Τέτοια η διαφθορά ώστε διεφθάρησαν και τα φεγγάρια. Ο πληθυντικός υπονοεί τη διάρκεια, όχι κάτι στιγμιαίο" (ΣΤΑΘΗΣ ΠΡΩΤΑΙΟΣ).

"λευκά φεγγάρια"

Σε θρόνο επικίνδυνης φυγής
αγαπημένη,
λάμπουν στα μάτια σου
φεγγάρια φαύλα

βασίλισσα σε κόσμο από γυαλί

απαλό δέρμα πολυπόθητο,
στόμα ματωμένο απ' τα φιλιά
και στ' αχτένιστα μαλλιά σου
τα ξανθά
κορώνα αποκριάτικη.


Εμείς

Εμείς που ποιήματα δε γράψαμε
ούτε τραγούδια
ούτε σκέψεις κάναμε μεγάλες.

Εμείς που τ' όνειρο δεν προλάβαμε
γιατί οι νύχτες μας ήταν κουτσές
οι μέρες μας κυνηγημένες.

Εμείς με το συνηθισμένο όνομα
το μέτριο ανάστημα
τα κουρασμένα μάτια.

Εμείς που ξεγελάσαμε τον εαυτό μας
για μια στιγμούλα ξενοιασιάς...
Σ' ένα μικρό παλιόχαρτο
θέλουν να χωρέσει ο πόνος
ο αγώνας τα πάθη μας.
Κι ύστερα μας το πουλάνε πίσω.
Ποιός είναι τι;

Αυτός ο κόσμος έμεινε ίδιος
γιατί εμείς το θελήσαμε.
Εμείς που ποιήματα δε γράψαμε
ούτε τραγούδια
ούτε σκέψεις κάναμε μεγάλες.
Εμείς είμαστε η δύναμη
που κάνει τον πλανήτη να γυρίζει.

Η ανθρώπινη θέληση, η βούληση, εμφανίζεται αρχικά σαν επιθυμία (Χέγκελ). Όμως, όπως αναφέρει  ο Μαρξ στα «Χειρόγραφα του 1844», «ο άνθρωπος, ως φυσικό, ενσώματο, αισθητηριακό, αντικειμενικό όν είναι όν που πάσχει, όν εξαρτημένο και περιοριζόμενο, όπως τα ζώα και τα φυτά. Αυτό σημαίνει ότι τα αντικείμενα των ενστίκτων του υπάρχουν έξω απ’ αυτόν, ως αντικείμενα ανεξάρτητα απ’ αυτόν. Μαζί, όμως, και αντικείμενα που έχει ανάγκη –ουσιώδη αντικείμενα, αναντικατάστατα όσον αφορά στην εκδήλωση και την επαλήθευση των ουσιωδών του δυνάμεων». 

Στη σημερινή κοινωνία, τα αντικείμενα που καλύπτουν τις ανθρώπινες ανάγκες είναι εμπορεύματα. Γράφει ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο»:
«Το εμπόρευμα είναι πριν απ’ όλα ένα εξωτερικό αντικείμενο, ένα πράγμα που με τις ιδιότητές του ικανοποιεί οποιοδήποτε είδος ανθρώπινες ανάγκες. Η φύση αυτών των αναγκών, αν λχ. προέρχονται από το στομάχι ή από τη φαντασία, δεν αλλάζει σε τίποτα την υπόθεση».

Σ’ ένα στίχο από το ποίημά της «Εμείς», η Μαρία Λαέρτη αναφέρει:
«Αυτός ο κόσμος έμεινε ίδιος
γιατί εμείς το θελήσαμε.
Εμείς που ποιήματα δε γράψαμε
ούτε τραγούδια
ούτε σκέψεις κάναμε μεγάλες.
Εμείς είμαστε η δύναμη
που κάνει τον πλανήτη να γυρίζει.»

Στη σημερινή κοινωνία, ενυπάρχουν δύο αντιθετικές επιθυμίες: η μία, της ιθύνουσας τάξης που ελέγχει άμεσα ή έμμεσα τα μέσα παραγωγής δηλαδή τις πηγές ζωής, και η άλλη επιθυμία, της τάξης των μισθοσυντήρητων, της εργατικής τάξης, που έχουν ιδιοκτησία μόνον την εργατική τους δύναμη, την ικανότητά τους να ασκούν εργασία.

Αυτές οι δύο αντιφατικές ταξικές επιθυμίες πραγματώνονται με τρόπο αμείλικτα τραγικό, αφού, η εργατική τάξη, οι μισθοσυντήρητοι, για να πραγματώσει τις επιθυμίες της, για να ζήσει, πρέπει να θανατωθεί σαν υποκείμενο, σαν αμεσότητα που μετέχει στη μορφή της ελευθερίας, πρέπει να γίνει «πράγμα», πρέπει να γίνει εμπόρευμα –όχι η ίδια αλλά η εργατική της δύναμη- και να πουληθεί, και να εργαστεί, και τα προϊόντα της εργασίας της -η πραγμάτωση των ικανοτήτων της- να μην της ανήκουν, να είναι αντικείμενα που ικανοποιούν τις ανάγκες της ιθύνουσας τάξης, εκείνων δηλαδή που κατέχουν τα μέσα παραγωγής δηλαδή τις πηγές ζωής.

Είναι αλήθεια, η ιθύνουσα τάξη υπάρχει σαν τέτοια, υφίσταται σαν υποκείμενο και ικανοποιεί τις ανάγκες της, τα αντικείμενα των επιθυμιών της, καταναλώνοντας τα δημιουργήματα εκείνων που μόνον μία μορφή ελευθερίας τους επιτρέπεται: να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη για να υπάρξουν.

Πράγματι, η εργασία –μαζί βεβαίως με τη φύση- είναι πηγή κάθε πλούτου και κάθε πολιτισμού. Και, πράγματι, αυτοί που ασκούν εργασία «είναι η δύναμη που κάνει τον πλανήτη να γυρίζει».

Σ’ αυτή τη διαπίστωση ενυπάρχει η ελπιδοφόρα επαγγελία. Οι δημιουργοί, οι άνθρωποι της εργασίας και του πολιτισμού, οι μισθοσυντήρητοι -επιστήμονες, ειδικευμένοι, ανειδίκευτοι- από την στωικότητα, την εγκαρτέρηση, απ’ τον σκεπτικισμό, την αμφισβήτηση της σημερινής τάξης πραγμάτων, από τις αξεπέραστες αντιφάσεις των οικονομικών κρίσεων, τη σήψη του σημερινού οικονομικοκοινωνικού συστήματος και την εξαχρείωση της ιθύνουσας τάξης, θα συνειδητοποιήσουν ότι αυτοί είναι το άλας της γης, θα συνειδητοποιηθούν, θα ενεργοποιηθούν και θα ενοποιηθούν σε μία συλλογικότητα, σε ένα κόμμα, σε ένα μαζικό ριζοσπαστικό κίνημα με εθνιστικά και διεθνιστικά χαρακτηριστικά. Και τότε, όπως λέει ο Ένγκελς στον περίφημο πρόλογό του στο «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία» του Μαρξ, «για να εξαφανιστεί ένα τέτοιο κόμμα» -μια τέτοια συλλογικότητα, ένα τέτοιο ριζοσπαστικό κίνημα θα λέγαμε εμείς- «δε θα έφταναν όλα τα οπισθογεμή τουφέκια της Ευρώπης και της Αμερικής» -δε θα έφταναν όλες οι δυνάμεις καταστολής Ευρώπης, Ασίας και Αμερικής θα λέγαμε εμείς. Κι όπως γράφει η Μαρία Λαέρτη στο ποίημά της «Τότε»:

«Τότε θα ερχόμαστε από παντού
μ' ολόγυμνο το στήθος
κι όλα τα όπλα της γης
δεν θα φτάνουν
για να μας κάνουν πίσω.

Τότε θα ερχόμαστε από παντού
με το αίμα στις χούφτες
κι όλα τα ρόδα της γης
δεν θα 'χουν τόση απλοχεριά στο κόκκινο.»

Σήμερα, η επιθυμία του μέσου Ευρωπαίου πολίτη να ανήκει σ’ ένα ενιαίο, θεσμοθετημένο πολιτισμικό-οικονομικό-πολιτικό διακρατικό και διεθνικό ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ικανό να εξασφαλίσει την ειρήνη και ευημερία, είναι το ιστορικό επακολούθημα των τραυματικών εμπειριών των παγκόσμιων πολέμων και της μεταπολεμικής ψυχροπολεμικής περιόδου.

Στην ατενιστική αναγωγή του οράματος, της επιθυμίας και της ανάγκης των λαών της Ευρώπης για ειρήνη, ασφάλεια και ευημερία, σμιλεύτηκε η φετιχοποίηση του ευρώ από την ιντελιγκέντσια των κυρίαρχων κύκλων της ευρωζώνης, που του επιδαψίλευσαν τα χαρακτηριστικά φιλοσοφικής λίθου ανάπτυξης, ευημερίας και σταθερότητας, διαμορφώνοντας συγχρονικά συστήματα όρων και συμβόλων που επικαλύπτουν τις νεοσυντηρητικές οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές ιδιότητές του.

Στις ταξικά διαρθρωμένες κοινωνίες των χωρών της ευρωζώνης υπάρχουν δύο αντιθετικές επιθυμίες, δύο αντιθετικές θελήσεις, που «η καθεμιά έχει το δικαίωμα να πραγματώσει την ουσία της, και το πράττει αναιρώντας το εξίσου σημαντικό δικαίωμα της άλλης».

Δεν είναι δύσκολο να ονομάσουμε ποιά από τις δύο επιθυμίες έχει σήμερα πρακτικά πραγματωθεί και ποιά έχει πρακτικά αναιρεθεί. Σ’ αυτήν την αναίρεση, σ’ αυτόν τον θάνατο αναφέρεται το ποίημα της Μαρίας Λαέρτη «ΠΟΝΑΩ».


ΠΟΝΑΩ

Η κάθε μου σκέψη
λάσπη στην πατούσα του χρόνου

το κάθε μου σχέδιο
χτυπημένο πουλί
σ' αυτοκινητόδρομο μίσους

η κάθε σταγόνα του αίματός μου
που ζωντανό απ' τη φλέβα πετιέται
φωνάζει ΠΟΝΑΩ

ΠΟΝΑΩ σε μια χώρα
ξένη άνυδρη μυτερή

Πονάω σαν ινδιάνικο τραγούδι
π' ανήμπορο σχίζεται στις χαράδρες

σαν τη σταγόνα της βροχής
που κοπανάει στην πέτρα και πεθαίνει
χωρίς κανείς να λυπηθεί

Το κάθε μόριο του μυαλού μου
φωνάζει ΠΟΝΑΩ, ΠΟΝΑΩ
βαθιά ως το μεδούλι

για ό,τι εγώ δεν έφτιαξα
για ό,τι εγώ δεν έφταιξα
για ό,τι εγώ πληρώνω.

Κατά τον Χέγκελ, αυτή καθ’ εαυτήν η επιθυμία του ανθρώπου δημιουργείται κάτω απ’ το σημείο της μεσολάβησης. Είναι η επιθυμία να κάνει την επιθυμία του ν’ αναγνωριστεί. Το αίτημα είναι στην άκρη των μετωνυμικών μεταμφιέσεων της επιθυμίας. Είναι η μετάθεσή της, ο τρόπος της να κρύβεται και ταυτόχρονα να φανερώνεται, ν’ απουσιάζει και μ’ όλα αυτά να απαιτεί. Η μετωνυμία της επιθυμίας (τα αιτήματα) και η μεταφορά της (τα συμπτώματα που την υπερπροσδιορίζουν) είναι ο «λόγος της επιθυμίας», άδειος, φανταστικός…

Ο Χέγκελ στην "Φαινομενολογία", στο κεφάλαιο "Διαλεκτική του κύριου και του δούλου", γράφει: "Ο κύριος αφενός επιθυμεί να αναγνωριστεί ως τέτοιος, και αυτό μπορεί να γίνει μόνο από μία άλλη ελεύθερη συνείδηση, άρα η αναγνώρισή του εξαρτάται από την ανεσταλμένη ελευθερία του δούλου· αφετέρου, η ίδια του η απόλαυση τώρα είναι μεσολαβημένη από την εργασία του δούλου, από τον οποίον έτσι εξαρτάται διπλά. Την τρίτη διαδοχική στιγμή, εκεί που η αντιπαλότητα έχει λήξει και η σχέση κυριότητας μοιάζει να έχει παγιωθεί μονόπλευρα, ο κύριος αποδεικνύεται δούλος του δούλου, και δεν έχει άλλη επιλογή από το να προβεί στην αναίρεση της σχέσης δουλείας μέσα στην αμοιβαία αναγνώριση και ελευθερία. Αυτό βεβαίως δεν γίνεται από τη μία στιγμή στην άλλη, αλλά στη διάρκεια μιας μακράς ιστορικής πορείας όπου η πρωτοβουλία έχει περάσει πλέον στα χέρια του δούλου".

Στον "Αριστερισμό" ο Λένιν αναφέρει: "για την επανάσταση δεν είναι αρκετό να κατανοήσουν οι εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες μάζες πως είναι αδύνατο να ζουν με τον παλιό τρόπο και να απαιτούν αλλαγή· για την επανάσταση είναι απαραίτητο οι εκμεταλλευτές να μη μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο. Μόνο όταν «οι κάτω» δεν θέλουν το παλιό και «οι πάνω» δεν μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο, μόνο τότε μπορεί να νικήσει η επανάσταση".

Κατά κάποιαν έννοια είχε δίκιο ο Λακάν, όταν έλεγε ότι η υπαλλαγή, η μετωνυμία μεταμφιέζει την κεφαλαιώδη «επιθυμία» του υποκειμένου στην κοινωνική αποδοχή ενός «αιτήματος». Ο Λακάν παραπέμποντας στον Ρ. Γιάκομπσον, ταξινομεί αντίστοιχα τη συμπύκνωση και τη μετάθεση σαν «μεταφορά» και «μετωνυμία». Η μεταφορική δομή (Σ΄) -όπως λέει- είναι υπεύθυνη για το πέρασμα ενός ιδιαίτερου σημαίνοντος (Σ) στο σημαινόμενο (σε σ), για την έκπτωσή του κάτω απ’ τη μπάρα της λογοκρισίας, την απώθησή του. Ο έκδηλος στη συνειδητή γλώσσα όρος (το Σ΄) παριστάνει την παραφθαρμένη «επιστροφή του απωθημένου», το σύμπτωμα, μια συμπύκνωση δύο τουλάχιστον όρων σ’ έναν υποκατάστατο.

Ο Λακάν, διερμηνεύοντας το περίφημο διήγημα του Πόε "Το κλεμμένο γράμμα", όπου η αντικατάσταση του γράμματος προς τη βασίλισσα, η ενοχική σχέση της βασίλισσας προς το γράμμα, η σχέση με την ενοχή της βασίλισσας και τον υπουργό, την αστυνομία, το ντέντεκτιβ και το βασιλιά, ουσιαστικά το "βλέμμα" και το "σημαίνον", οδηγεί στην μαρκοβιανή κανονικότητα, στην επαναληπτικότητα και στην αναίρεση του τυχαίου. Η μαρμότα, αυτό το χαριτωμένο τρωκτικό -που οι μεταφυσικοί στην Πενσυλβανία της Αμερικής το έχουν αναγάγει σε «μαντείο των Δελφών» που προμηνύει τις καιρικές και κοινωνικές εξελίξεις- θυμίζει ακριβώς την λακανική επαναληπτικότητα -με τις σχετικές διαφοροποιήσεις- που αναφέρεται στο διήγημα «Το κλεμμένο γράμμα».

Και ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο», παραπέμποντας στον Barbon, αναφέρει: «Η επιθυμία προϋποθέτει την ανάγκη· είναι η όρεξη του πνεύματος, και είναι τόσο φυσική όσο και η πείνα για το σώμα».

Πράγματι, η επιθυμία των λαών και των υπό εκμετάλλευση τάξεων να καταργηθεί η εκμετάλλευση έθνους από έθνος, προϋποθέτει την ανάγκη για ειρήνη, ασφάλεια με ελευθερία, οικονομική ανάπτυξη χωρίς εκμετάλλευση και πολιτισμική ευημερία. Όμως, είναι ουτοπικό και επιζήμιο να υποστηρίζεται -από οποιουσδήποτε- ότι υπάρχει η δυνατότητα να καταργηθεί -με τον οποιονδήποτε τρόπο- η εκμετάλλευση μεταξύ εθνών-κρατών, πριν ακόμα καταργηθεί η εκμετάλλευση στο εσωτερικό των εθνών. Το θεσμοθετημένο με τις αρχές του ευρωπαϊκού νεοσυντηρητισμού ευρώ είναι φετιχοποιημένος ιδεολογικός φορέας τέτοιων ουτοπικών, επιζήμιων και δογματικών αντιλήψεων.

Ο Νεοσυντηρητισμός υιοθετεί τα δόγματα και τα επιχειρήματα της απάνθρωπης φιλοσοφίας του πραγματισμού - ωφελιμισμού, καθώς και την επικίνδυνη για τα συμφέροντα των λαών ιδεολογία του κοσμοπολιτισμού, που ονομάζεται στις μέρες μας "παγκοσμιοποίηση".

Ο πραγματισμός - ωφελιμισμός θεωρεί ρεαλιστικό και προοδευτικό για την κοινωνία (άτομα, κοινωνικές ομάδες-τάξεις) ό,τι είναι χρήσιμο και ωφέλιμο για την ιθύνουσα τάξη, και ηθικό και εκσυγχρονισμένο για την κοινωνία (άτομα, κοινωνικές ομάδες-τάξεις) ό,τι είναι ωφέλιμο και επικερδές για το πολιτικο-κοινωνικό κατεστημένο.

Ο κοσμοπολιτισμός, ή "παγκοσμιοποίηση", πρεσβεύοντας ότι ο κάθε άνθρωπος έχει τον κόσμο για πατρίδα –επί του προκειμένου, τη ζώνη του ευρώ για πατρίδα- είναι η ιδεολογία που προπαγανδίζεται από τις άρχουσες τάξεις των μεγάλων δυνάμεων και ισχυρών εθνών-κρατών, -επί του προκειμένου, από τις ιθύνουσες τάξεις των κεντρικών ευρωπαϊκών δυνάμεων- αφ' ενός μεν σε λαούς και έθνη που θέλουν να υποτάξουν, αφ' ετέρου δε στους λαούς τους, προκειμένου να γίνουν αποδεκτές οι επιλογές της εσωτερικής και εξωτερικής τους πολιτικής.

Στην ουσία της, η φετιχοποιημένη νεοσυντηρητική ιδεολογία του ευρώ, δεν συσσωματώνει μόνον τις αρχές του Νεοφιλελευθερισμού και της οικονομίας της αγοράς, αλλά και ένα σύστημα αρχών, κανόνων και συμπεριφορών που μετατρέπουν τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες των χωρών της ζώνης του ευρώ σε κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό-καισαρισμό, που μεταμορφώνουν τις Διεθνείς σχέσεις και τις κοινωνίες –επί του προκειμένου, τις χώρες της ζώνης του ευρώ- σε νεομαλθουσιανές, νεοδαρβινικές ζούγκλες.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Απόσπασμα από το ποίημα «ΚΟΡΗ-ΑΓΓΕΛΟΣ-ΛΥΚΟΣ» από την ποιητική συλλογή της Μαρίας Λαέρτη «Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ» (εκδ. ΔΩΔΩΝΗ).
 
«β. Άγγελος
Φυσήξτε άνεμοι φυσήξτε, φυσήξτε δυνατά
γδάρτε της γης το άγριο πετσί, μη λυπηθείτε
του φεγγαριού το μάτι ξύστε… ω αιχμηρά κλαδιά
γύρω από τη νύχτα τυλιχτείτε, σφιχτά σφιχτά,
τώρα που εμένα τίποτα δεν μ’ εμποδίζει πια.

Συ ουρανέ πέτρινα λύτρωσε πουλιά, τι βγαίνουν
κοπάδι σύννεφα, σύννεφα μαύρα κι ανεβαίνουν
ψηλά κρεμάνε κρέπια σκοτεινά και κατεβαίνουν
θάλασσα, σα θάλασσα βουβή κι ολοβαθιά, πλατιά,
τώρα που εμένα τίποτα δεν μ’ εμποδίζει πια.

Ψάχνω για σώμα έτοιμο, ζεστό, ζεστό ακόμα
την παγωμένη μου ν’ αφήσω την πνοή επάνω
στα κουρασμένα βλέφαρα, κρυφά· στο φρέσκο σώμα
την παγωμένη μου ν’ αφήσω την ψυχή, εντός του,
έτσι βαθιά βαθιά να κοιμηθεί, στο όνειρό του.

Κι όπως οι άνεμοι τα μαύρα σύννεφα τρυπάνε
και στην αντάρα μόνο το μάτι λάμπει της νυχτιάς
σ’ ολόχρυσο κλουβί θενά περνάνε, σαν πλέοντας
με ανοιχτά πανιά, μαρμαρωμένο το σώμ’ αυτό
και μέσα του θενά ’μαι απόλυτος άρχων εγώ.

Για μέρη αχανή και χιονισμένα. Κάποτε δω
και λύκοι φθάνουν. Κι είναι τα πάντα σταματημένα…
τα δέντρα με κλαδιά κοκαλωμένα, χωρίς καρπό,
ακόμα και τ’ αηδόνια παγωμένα, ήχος θαφτός·
ασάλευτα να βασιλεύει στο λευκό νεκρός καιρός.

γ. Λύκος
Απόψε το φεγγάρι αίμα στάζει, αίμα γλυκό
που πυρετό στη φλέβα ανεβάζει… μι’ αναμονή,
ένα τρεμούλιασμα στα πόδια μου μικρό, μια ζάλη…
Μπερδεύονται οι αίσθησές μου πάλι, ανάμεσο
σ’ αυτή την ξένη κλίνη και τ’ ολόγιομο φεγγάρι.

Πώς πέφτει! πέφτει το μπλε της νύχτας και της παγωνιάς
ένα μπλε διάφανο, μεταλλικό, νικά το βλέμμα∙
το νιώθω μες στο στόμα δροσερό, και από πέρα
οσμές να φέρνει από δάσος μακρινό… σαν κάτι
από ’να κάποιο ελατοβουνό ή κάποια στέπα!

Μπερδεύονται στ’ αφτιά μου χίλιοι ήχοι, αέρηδες
που γδέρνουνται απάνω σε κλαδιά, και πάλι ήχοι
της πόλης που βουλιάζουν στη νυχτιά… κοφτές ανάσες
ξεκάθαρα ηχούν από μακριά… ένα ποτάμι,
οι υλακές του αγριμιού χαμένου στο χιονιά…

Νιώθω πως μ’ έναν πήδο θα γλιστρήσω κάπου αλλού
σε έναν τόπο μαγεμένο ίσως, να ενωθώ
μπορεί με άλλους λύκους πάνω σε άγρια βουνά,
να κυλιστώ τις άνοιξες μαζί τους, ή πάλι,
να ξεχαστώ σε δάση σκιερά που ζούνε μάγοι…

……………………………………………………………………

Απλώνεται, απλώνεται το μπλε ως πέρα! Ψυχρά
ουράνια φτερά ραπίζουνε το βλέμμα, κι άλλη
ανατριχίλα διαπερνά το δέρμα καθώς κυλά
κυλά καυτό το φεγγαρένιο αίμα… μια προσμονή,
όλα τα άλλα μια κλωστή που όπου να ’ναι σπάζει.

……………………………………………………………………

Πώς με καλεί απόψε το φεγγάρι! Γλυκιά φωνή
μου ψιθυρίζει κάτι, σα μυστικό, νοσταλγικά!
Διστάζω… το βλέμμα στρέφω στο κρεβάτι, κι άξαφνα
σα μια κραυγή από τα βάθη, σαν ουρλιαχτό… Μεμιάς
απ’ το παράθυρο πηδώ, χάνομαι μες στ’ αγιάζι.»

Αθήνα, 9-2-2014
Α.Π.Χάλαρης

 

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

" Σε μιά άλλη επίσκεψή μου, ήμουν πολύ λυπημένος, γιατί μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα με είχαν πλήξει αλλεπάλληλες δοκιμασίες, πού απειλούσαν να κάμψουν την αντοχή μου.Μέσα σ'εκείνον τον ζόφο, μου έδινε πολλή παρηγοριά καί κουράγιο μιά σκέψη, πού την εξέφρασα στον γέροντα μόλις μπήκα στο κελί του. Εσείς, πρίν σας το φανερώσω ξέρετε,τού είπα, ότι περνώ δοκιμασίες, γιά μιά ακόμα φορά.Να ξέρατε, όμως, πόσο με παρηγορεί η σκέψη,'οτι στον πήλινο αυτό κόσμο, πού ζούμε,όλα είναι μάταια καί πρόσκαιρα.Λίγη παραπάνω υπομονή μας χρειάζεται, αφού χαρές καί λύπες γρήγορα θα περάσουν,καί θάρθει η μεγάλη ώρα πού θα οδηγηθούμε στην αθανασία,πού είθε, με τις ευχές σας, να αξιωθώ εγώ ο ανάξιος, να τη ζήσω κοντα στο Χριστό.Περίμενα επιδοκιμασία του, γι αυτά τα "στοχαστικα" πού τού έλεγα, αλλά αιφνιδιάστηκα, όταν τον άκουσα να αντιδρά έντονα, λέγοντάς μου "Μη,μωρέ,κάνεις τέτοιες σκέψεις,ότι θα πεθάνεις, κι ύστερα θα πας στην ουράνια αθανασία. Αγωνίσου να γίνεις αθάνατος από τώρα, πεθαίνοντας εδώ στη γη γιά τον κακό εαυτό σου.Ετσι δεν θα στενοχωριέσαι αλλά θα χαίρεσαι πολυ...γιατί θα τα νικήσεις όλα από εδώ, ώστε να είσαι έτοιμος γιά την αθανασία τού ουρανού.