ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Οι πτωχεύσεις του ελληνικού κράτους ξεκίνησαν πριν από τη γέννα του ...και συνεχίσθηκαν

Του ΣΠ. ΤΖΟΚΑ* 

Η προβολή της ελληνικής Ιστορίας και μάλιστα αυτής που ονομάζουμε και οικονομικής αποτελεί ίσως το κλειδί για την ερμηνεία και των σύγχρονων κρίσεων. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι διδασκόμαστε κατ’ ανάγκη από το παρελθόν. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει…..γιατί όπως συνήθως κυνικά λέμε ότι το μόνο που διδάσκει η Ιστορία είναι ότι κανείς δεν διδάχθηκε ποτέ απ’ αυτή.
Διαβάστε περισσότερα...

Αυτό ωστόσο που προβάλει συχνά η ελληνική Ιστορία είναι η εμπλοκή του διεθνούς παράγοντα στην εσωτερική ζωή της Ελλάδας, οικονομικής και πολιτικής, η οποία εμπλοκή εμφανίζεται από τα πρώτα χρόνια της ελληνικής επανάστασης και συνεχίζεται ως τις μέρες μας. Η ευθύνη ωστόσο για τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις βαραίνει πρωτίστως την ελληνική ιθύνουσα τάξη ( αριστοκρατική και αστική) και τους πολιτικούς της εκπροσώπους που κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο από τη μέρα της «ανεξαρτησίας» του μέχρι σήμερα. Η πολιτική τάξη στην Ελλάδα με τις πράξεις και παραλείψεις της έχει καταστήσει την Ελλάδα παρία του διεθνούς συστήματος. 
Το βασικό εργαλείο εμπλοκής του ξένου παράγοντα στην Ελλάδα ήταν ο δανεισμός ή καλύτερα ο υπέρμετρος δανεισμός. Έτσι τα πράγματα έπαιρναν την πορεία τους και μεθοδεύονταν η υπερχρέωση και η συνακόλουθη χρεοκοπία, η οποία αποτελούσε ευκαιρία για τις Μεγάλες Δυνάμεις να επιτύχουν άλλους πολιτικούς, στη χώρα μας, στόχους. Συγκεκριμένα η επιβάρυνση της υπηρεσίας του δημοσίου χρέους υπερέβαινε τις δυνατότητες διαχείρισής του από το ελληνικό κράτος, το οποίο μετακυλούσε τη χρεοκοπία με την τακτική της σύναψης νέων δανείων προς εξυπηρέτηση τόκων και χρεολυσίων προγενεστέρων δανείων. Έτσι, η Ελλάδα αναγκαζόταν εκ των πραγμάτων να αποδεχθεί την κατάργηση μέρους της διοικητικής της ανεξαρτησίας και συνακόλουθα και της πολιτικής, καθώς αποκτούσε τέτοιους συνεκτικούς δεσμούς με το ευρωπαϊκό κεφάλαιο - δεσμούς δηλαδή οικονομικής ανάγκης - ώστε αυτοί εύκολα να μετατραπούν σε δεσμούς εξάρτησης. 

Η «δανειοληπτική περιπέτεια» της χώρας αρχίζει από πολύ νωρίς…πριν την ίδρυση του ελληνικού κράτους… από τα πρώτα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα. Η επανάσταση –ενός πτωχού και ρακένδυτου λαού σε μια ερημωμένη από τις πολεμικές καταστροφές χώρα– είχε άμεση ανάγκη χρημάτων. Έτσι, πριν ακόμα συγκροτηθεί κράτος, η Ελλάδα έλαβε (1824-1825) δύο δάνεια –γνωστά ως δάνεια της Ανεξαρτησίας–, συνολικού ύψους 2,8 εκατ. χρυσών λιρών Αγγλίας, με εγγύηση τα δημόσια έσοδα και τα εθνικά κτήματα και με επαχθείς όρους. Το πρώτο δάνειο στις αρχές του 1824 ήταν ονομαστικής αξίας 800.000 λιρών. Το δεύτερο δάνειο που εγκρίθηκε στις αρχές του 1825 ήταν ονομαστικής αξίας 2.000.000 λιρών. Από τα χρήματα αυτά λίγα έφτασαν στην Ελλάδα. Τα δάνεια συμφωνήθηκαν αντίστοιχα προς 59% και 55,5% και στα χέρια των ελλήνων έφτασαν από το μεν πρώτο κάπου 300.000 λίρες και από το δεύτερο περίπου 600.000 λίρες!!! Τα υπόλοιπα χρησιμοποιήθηκαν ως μεσιτικά, προμήθειες, τόκοι, χρεολύσια!!! Ανάγκη υπήρξε επίσης να μοιραστούν δώρα σε «φίλους της Ελλάδας που προσέφεραν σπουδαίες υπηρεσίες», να κρατηθούν οδοιπορικά, ναύλοι και να πληρωθούν εφημερίδες. Το κακό ολοκληρώθηκε με την κακή χρήση αυτών. Το πιο επαχθές  όμως μέτρο που προβλέπονταν για την αποπληρωμή των δανείων ήταν η υποθήκευση των «εθνικών κτημάτων» που είχαν εγκαταλειφθεί από τους Τούρκους ιδιοκτήτες τους. Τα δύο δάνεια που συνήφθησαν για την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους υπήρξαν οι θεμελιώδεις συντελεστές της εξαρτήσεώς του. 

Ταυτόχρονα σχεδόν με την περιπέτεια των δανείων αρχίζει και η συνακόλουθη περιπέτεια των πτωχεύσεων….και η πρώτη πτώχευση; πριν την ίδρυση του ελληνικού κράτους!!! Συγκεκριμένα, όπως ήταν φυσικό, οι επαναστατημένοι Έλληνες αδυνατούν να εξυπηρετήσουν το δάνειο. Το 1827 ο Ιωάννης Καποδίστριας γνωστοποιεί αυτό στους δανειστές και απευθύνει έκκληση στις μεγάλες δυνάμεις για χορήγηση νέου δανείου. Ο Κυβερνήτης υπολόγιζε ότι έτσι θα μπορούσε να ξεπληρώσει ένα μέρος των τόκων των προηγουμένων δανείων και με τα υπόλοιπα να ανορθώσει την κατεστραμμένη ελληνική οικονομία. Όμως η απάντηση ήταν αρνητική. Οι ξένοι δανειστές δεν είχαν διάθεση να παραχωρήσουν νέα δάνεια στους Έλληνες, καθώς είχαν άλλους προφανείς σκοπούς που προαναφέρθηκαν. Υπό αυτές τις συνθήκες και μπροστά στην αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων της ανεξαρτησίας η ελληνική διοίκηση της επαναστατημένης Ελλάδας οδηγείται στην πτώχευση. 

Με την άνοδο στον ελληνικό θρόνο του Όθωνα, οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία - Γαλλία - Ρωσία) έπραξαν αυτό που είχαν αρνηθεί στον Καποδίστρια. Με την εγγύηση τους χορηγήθηκε στη χώρα μας δάνειο 60 εκατ. φράγκων. Το δάνειο συνομολογήθηκε και διατέθηκε, ως συνομολογήθηκε, μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και της Βαυαρίας ερήμην της Ελλάδας, την οποία όμως δέσμευε. Συγκεκριμένα το δάνειο συνήφθη υπό την εγγύηση των τριών δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) την 1η Μαϊου 1833, με τον τραπεζικό οίκο Ρότσιλδ, στο Παρίσι. Ο έλληνας αντιπρόσωπος ήταν ο Σούτσος. Ο τόκος ορίστηκε σε 5%, το δε χρεολύσιο σε 1%. Η απόσβεση του δανείου θα γινόταν εντός 36 χρόνων. Η έκδοση του δανείου με βάση τη συμφωνία των τριών δυνάμεων θα γινόταν σε τρεις σειρές (δόσεις, όπως λέμε σήμερα) των είκοσι εκατομμυρίων. Το πραγματικό κεφάλαιο του δανείου αυτού ήταν 57.230.040 φράγκα. Από το ποσό αυτό μόνο 27.530.318 φράγκα χρησιμοποιήθηκαν στην Ελλάδα!!! Το υπόλοιπο ποσό παρακρατήθηκε στο εξωτερικό για απόσβεση και άλλες δαπάνες. Από το καθαρό ποσό του δανείου εδόθησαν από τις μεγάλες δυνάμεις 12. 531.174 δρχ. στην Τουρκία για την εξαγορά της Φθιώτιδας. Ένα ποσό δόθηκε για τις υπερπολυτελείς δαπάνες της Βασιλείας και σχεδόν το υπόλοιπο του κονδυλίου καταναλώθηκε στη σκανδαλώδη οργάνωση του Βαυαρικού στρατού. Επομένως όπως η έκδοση έτσι και η χρήση του δανείου δεν οδήγησε σε οικονομική ανάκαμψη, αλλά αντίθετα συνέβαλε στην πτώχευση του 1843. Η τρίτη δόση του δανείου δεν δόθηκε ποτέ. Το 1843 η Ελλάδα βρέθηκε να είναι υποχρεωμένη να πληρώνει ετησίως 6 εκατ. δρχ. για εξυπηρέτηση του χρέους της, όταν το σύνολο των τακτικών εσόδων της ήταν 14 εκατ. δρχ.!!! Η αδυναμία της Ελλάδας να εξυπηρετήσει το χρέος της ήταν η εξαιρετική για τις Μεγάλες Δυνάμεις ευκαιρία για να επιτύχουν άλλους πολιτικούς, στη χώρα μας, στόχους και συγκεκριμένα την επιδιωκόμενη απ’ αυτούς μείωση της εξουσίας του Όθωνα (Επανάσταση 3ης Σεπτεμβρίου). 

Από τη δεύτερη πτώχευση (1843) μέχρι το συμβιβασμό του 1878, η εξωτερική κεφαλαιαγορά ήταν κλειστή για την Ελλάδα. Οι αιτίες του αποκλεισμού θα πρέπει να αναζητηθούν περισσότερο στους προσανατολισμούς του διεθνούς κεφαλαίου μέχρι το 1875 και λιγότερο στις προθέσεις και επιλογές των ελληνικών κυβερνήσεων την ίδια περίοδο, όπως αυτές εκφράστηκαν στους προϋπολογισμούς του κράτους. Η Ελλάδα σε γενικές γραμμές μέχρι το 1870 συνδύαζε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά ενός φτωχού, περιφερειακού κράτους που συνήθως απωθούν τους επενδυτές μικρούς ή μεγάλους, όπως δημογραφική ισχνότητα, ανύπαρκτη οικονομική υποδομή, μικρό μέγεθος αγοράς, οικονομικές περιοχές απλής ανταλλαγής ή αυτοκατανάλωσης, πρόβλημα αγροτικής γαιοκτησίας, βιομηχανία ουσιαστικά ανύπαρκτη, αδυναμία δανεισμού στα δυτικά χρηματιστήρια, ανασφάλεια στη διατρεχόμενη από ληστές ορεινή ύπαιθρο, άθλια διοίκηση, πολιτική αστάθεια (συχνά με την υποκίνηση των Δυνάμεων) και συνεχή απειλή πολεμικών περιπλοκών με την Οθωμανική αυτοκρατορία, ιδίως από τη δεκαετία του 1850, όταν η Μεγάλη Ιδέα καθιερώθηκε ως κυρίαρχο ιδεολόγημα. 

Τα χαρακτηριστικά αυτά του ελληνικού κράτους διαφοροποιούνται αισθητά κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αι. Η μεταβολή των διπλωματικών και στρατιωτικών ισορροπιών στο βαλκανικό χώρο αποτελεί ίσως το σημαντικότερο "εξωτερικό" παράγοντα που βάρυνε στην αναδιάρθρωση των δημοσιονομικών επιλογών. Παράλληλα, μεταβάλλονται οι επιλογές του ευρωπαϊκού κεφαλαίου από τη δεκαετία του 1870, καθώς αυτό εγκαταλείπει τον αποκλειστικό του προσανατολισμό στις χώρες του και στρέφεται στο εξωτερικό, κυρίως στις χώρες της περιφέρειας. Η στροφή αυτή ερμηνεύεται ως απόρροια των διεθνών κρίσεων που έπληξαν τη Δύση στα χρόνια 1871-1873 και προκάλεσαν την ευρωπαϊκή οικονομική ύφεση, η οποία σχηματικά χρονολογείται μεταξύ των ετών 1875 και 1885. Συνέπεια της ύφεσης αυτής ήταν η δυσκολία απορρόφησης των κεφαλαίων στις βιομηχανικές χώρες της Δύσης και η δημιουργία αργούντων κεφαλαίων. Η επακόλουθη πτώση των επιτοκίων στις χώρες αυτές ανάγκασε το ευρωπαϊκό κεφάλαιο να αναζητήσει πιο κερδοφόρες τοποθετήσεις στην περιφέρεια. Οι βαλκανικές χώρες ήταν απ' αυτές που δέχθηκαν το ξένο κεφάλαιο, το οποίο είχε διεισδύσει ελάχιστα σ' αυτές στις προηγούμενες δεκαετίες. 

Η στροφή αυτή στις επιλογές του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου έγινε αισθητή και στην Ελλάδα, με τη μορφή κυρίως των εξωτερικών δανείων και ελάχιστα με τη μορφή των άμεσων επενδύσεων. Η Ελλάδα απέκτησε πρόσβαση στα διεθνή χρηματιστήρια μετά το διακανονισμό του χρέους της, το 1878, το οποίο την είχε αποκλείσει απ' αυτά επί πέντε σχεδόν δεκαετίες. Η εισροή κεφαλαίου στην Ελλάδα ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Από το 1879 ως το 1893 (έτος πτώχευσης) συνήφθησαν επτά εξωτερικά δάνεια, των οποίων το ονομαστικό κεφάλαιο ανερχόταν στα 630.000.000 φράγκα, το δε πραγματικό μειωνόταν στα 460.000.000 φρ., ποσό που αντιπροσώπευε το 72% περίπου του αρχικού (ονομαστικού) κεφαλαίου. Έτσι, το 1893, όταν το ελληνικό κράτος πτώχευσε, το δημόσιο χρέος είχε ανέλθει σε υψηλά επίπεδα και αναλυόταν ως εξής : α) εξωτερικό χρέος : 585.400.000 φρ., β) εσωτερικό χρέος : 66.400.000 δρχ. και γ) κυμαινόμενο χρέος : 102.000.000 δρχ. Το σύνολο συνεπώς του δημοσίου χρέους, υπολογιζόμενο με τις ανάλογες μετατροπές της δραχμής σε φράγκα, ανερχόταν σε 689.000.000 φρ. Το υπερβολικό αυτό δημόσιο χρέος της Ελλάδας ήταν αδύνατο να καλυφθεί μόνιμα ή προσωρινά με τα έσοδα του κράτους, καθώς η εξυπηρέτησή του υπερέβαινε το ήμισυ αυτών. Οι επαχθείς όροι σύναψης των δανείων και η μη παραγωγική αξιοποίησή τους είχαν ως αποτέλεσμα την υπερχρέωση του κράτους και τη συνεπακόλουθη χρεοκοπία, καθώς η εκροή κεφαλαίων ήταν βραχυπρόθεσμα ισοδύναμη με την εισροή και μακροπρόθεσμα υψηλότερη, η δε παραγωγική βάση της χώρας δε διευρύνθηκε, ώστε να ανταποκρίνεται στα οικονομικά αυτά ανοίγματα. 

Η αναπόφευκτη χρηματιστική πτώχευση της Ελλάδας αναγγέλθηκε στο τέλος του 1893. Οι δανειστές φαίνεται ότι ανέμεναν τη χρεοκοπία, με στόχο να θέσουν κάτω από τον ολοκληρωτικό τους έλεγχο το μηχανισμό των κρατικών εισπράξεων. Τελικά ο στόχος του διεθνούς κεφαλαίου να θέσει υπό έλεγχο τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και των υπολοίπων χωρών της περιφέρειας, ώστε να εισπράττει τις προσόδους και να διαχειρίζεται τα πλεονάσματα, επετεύχθη σε όλες τις χώρες της βαλκανικής με την επιβολή του οικονομικού ελέγχου στη Σερβία το 1895, στην Ελλάδα το 1898, στη Βουλγαρία το 1902 και στην Οθωμανική αυτοκρατορία το 1911. Στην Ελλάδα ο στόχος επιτεύχθηκε μετά τη στρατιωτική ήττα της Ελλάδας το 1897, σαν ένα κεφάλαιο της Ελληνοτουρκικής διαφοράς που έφερε στρατιωτικά αντιμέτωπες τις δύο χώρες, την άνοιξη του ίδιου χρόνου. Η ευρωπαϊκή χρηματιστική εξόρμηση, χρησιμοποιώντας τη νίκη των οθωμανικών στρατευμάτων, κατέληξε στην επιβολή του Δ.Ο.Ε. στην Ελλάδα, το 1898. Η σπουδή με την οποία έδρασαν οι μεγάλες δυνάμεις και επέβαλαν τον Δ.Ο.Ε. στην Ελλάδα προκαλεί εύλογες υπόνοιες ότι ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα σχέδιο, ιδιαίτερα της Γερμανίας, για να εξαναγκαστεί το ελληνικό κράτος να υποκύψει στις απαιτήσεις των ομολογιούχων. 

Με το κίνημα στο Γουδί το 1909 και την επικράτηση του Βενιζέλου εγκαινιάζεται μια νέα περίοδος πολιτικής κυριαρχίας της ελληνικής αστικής τάξης. Ωστόσο την επαύριον της Μικρασιατικής καταστροφής η Ελλάδα, εξαντλημένη από τους μακροχρόνιους πολέμους, βρέθηκε στη δυσχερέστερη οικονομική θέση που είχε ποτέ υπάρξει από την ανεξαρτησία της. Τα τεράστια οικονομικά προβλήματα που είχαν συσσωρευτεί και επιζητούσαν άμεση λύση απειλούσαν την υπόσταση του κράτους. Το οικονομικό αυτό αδιέξοδο έμελε να στρέψει τις ελληνικές κυβερνήσεις στην πολιτική του δανεισμού που καθιστούσε την οικονομία ευάλωτη στις διεθνείς κρίσεις. 

Από το 1923 ως το 1932 συνήφθησαν από τις ελληνικές κυβερνήσεις τα έξι ακόλουθα δάνεια: α) Το 1923 δάνειο από Καναδά, ύψους 40 εκατομ. γαλ. φράγκων β) Το 1924 προσφυγικό δάνειο με τη μεσολάβηση της Κ.Τ.Ε. ύψους 12.300.000 λιρών στερλίνων. γ) Το 1925 δάνειο για κατασκευή και ενίσχυση σιδηροδρομικού δικτύου, ύψους 2.200.000 δολλαρίων. δ) Το 1925, επίσης, νέο δάνειο, ονομαστικού κεφαλαίου 11.000.000 δολλ. ε) Το 1926 δάνειο ύψους 1.000.000 λ. στερλ., στ) Το 1927 νέο προσφυγικό δάνειο, γνωστό ως "τριμερές" με τη μεσολάβηση της ΚΤΕ, ονομαστικού κεφαλαίου 4.100.000 λ. στ. και 17.000.000 δολ. 

Η εισροή αυτή των κεφαλαίων είχε ως άμεση συνέπεια την επιβάρυνση της υπηρεσίας του δημοσίου χρέους, η οποία σε συνδυασμό με τη διεθνή οικονομική κρίση που έπληξε την Ελλάδα από το 1931 και ύστερα, οδήγησαν στην τέταρτη πτώχευση του ελληνικού κράτους το   1932. Συγκεκριμένα το 1929 ξεσπάει η παγκόσμια οικονομική κρίση ύστερα από το κραχ του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. Η κρίση αυτή είχε άμεσες συνέπειες στην οικονομία της Ελλάδας. Ένα χρόνο πριν, η χώρα είχε επανέλθει στον «κανόνα χρυσού» με σκοπό να προσελκύσει επενδύσεις  ξένων κεφαλαίων. Την άνοιξη του 1932 ο Βενιζέλος αναγκάζεται να εγκαταλείψει καθυστερημένα τον «χρυσό κανόνα» και να υποτιμήσει την δραχμή. Μερικούς μήνες πριν, τον Ιανουάριο του 1932 ο πρωθυπουργός επισκέφθηκε τις τρεις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, Ρώμη – Παρίσι – Λονδίνο, όπου εξέθεσε την οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα και στη συνέχεια διατύπωσε το αίτημα, το οποίο είχε δύο σκέλη : α) ζητούσε από τους ξένους δανειστές της χώρας να δεχθούν την αναστολή της καταβολής των χρεολυσίων του εξωτερικού χρέους για μία πενταετία και β) να χορηγηθεί στην Ελλάδα νέο δάνειο ύψους 50 εκατομμυρίων δολλαρίων. Εμμέσως πλην σαφώς άφησε να εννοηθεί ότι η απόρριψη του αιτήματός του θα οδηγούσε την Ελλάδα σε αναπόφευκτη και ανεξέλεγκτη χρεοκοπία με τις επαγόμενες για τους δανειστές συνέπειες. Η μη ικανοποίηση του αιτήματος τον ανάγκασε την πρωτομαγιά του 1932 να ανακοινώσει στη βουλή την πτώχευση της Ελλάδας και την στάση πληρωμών του εξωτερικού χρέους. Επομένως, και τα δάνεια της περιόδου αυτής, παρόλο που δεν είναι τελείως αντιπαραγωγικά και παρόλο που παύουν να είναι έντονα προσανατολισμένα μόνο προς την αγγλογαλλική αγορά, αλλά προέρχονται από ένα ευρύτερο φάσμα χωρών, δεν παύουν να συμβάλουν στην αυξανόμενη εξάρτηση του ελληνικού κράτους. "Η Ελλάς - υποστηρίζει το Ανώτερο Οικονομικό Συμβούλιο το 1933 - έχει οικονομικήν υποτέλειαν εις την αλλοδαπήν μέχρι βαθμού τον οποίον ίσως ουδέν εκ των λοιπών κρατών παρουσιάζει." 

Η υποτέλεια αυτή δεν μεταβλήθηκε τους μεταγενέστερους χρόνους, καθώς ως και σήμερα όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις στήριξαν και στηρίζουν το μοντέλο «ανάπτυξης» της οικονομίας στον εξωτερικό δανεισμό. Έτσι συνεχίσθηκε με διαφορετικές φόρμες η εξάρτηση της Ελλάδας από το διεθνές κεφάλαιο. Το τεράστιο εξωτερικό δημόσιο χρέος που αγγίζει σήμερα το 175% και πλέον του ΑΕΠ προκαλεί την απόλυτη εξάρτηση της χώρας από τους μηχανισμούς του Δ.Ν.Τ και της Ε.Ε και εμφανίζει χαρακτηριστικές ομοιότητες με τις περιόδους των πτωχεύσεων του παρελθόντος. 

Το πρώτο μνημόνιο προέβλεπε ότι το 2012 το χρέος θα διαμορφωνόταν στο 149% του ΑΕΠ. Βρίσκεται όμως ήδη, μετά από ένα «κούρεμα» και μια επαναγορά, στο 175%. Χρειάζεται πολλή σκέψη για να καταλάβουν οι δανειστές μας, αλλά και οι κυβερνήτες μας, ότι πρέπει τώρα επειγόντως να αλλάξει αυτή η αποτυχημένη συνταγή και στη θέση της να υιοθετηθεί και να εφαρμοστεί μια άλλη πολιτική, που δεν θα οδηγεί τη χώρα και την κοινωνία στην εξαθλίωση, αλλά στην ανάπτυξη και την ευημερία; Χρειάζεται πολλή σκέψη για να καταλάβουν οι δανειστές μας, αλλά και οι κυβερνήτες μας, ότι πρέπει τώρα επειγόντως να διαγραφεί το μεγαλύτερο μέρος του χρέους ως μοναδική λύση; 

Το πολιτικό και οικονομικό σύστημα της χώρας είναι έωλο απέναντι στον εαυτό του και πολύ περισσότερο σε κάθε παγκόσμια οικονομική κρίση. Η δε εξάρτηση της χώρας μας δεν περιορίζεται μόνο στην οικονομία, αλλά επεκτείνεται και στην πολιτική και στον πολιτισμό και, εν γένει, στο σύστημα αξιών.

  • Το άρθρο βασίστηκε στα βιβλία του συγγραφέα και στις αντίστοιχες πηγές που αναφέρονται σ’ αυτά:

α) Σπύρος Τζόκας, Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αι. , Θεμέλιο, Αθήνα 1998.
β) Σπύρος Τζόκας, Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και το εγχείρημα του αστικού εκσυγχρονισμού, Θεμέλιο, Αθήνα 2002.

Αναδημοσίευση από: ISKRA

Δεν υπάρχουν σχόλια: