ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014


Αναδημοσιεύουμε τρία ενδιαφέροντα κείμενα: δύο άρθρα του Γιώργου Μαλούχου από ΤΟ ΒΗΜΑ και ένα του Στάθη Κουβελάκη από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ.

Διαβάστε περισσότερα...


Η κατάρα της ΕΔΑ
Του Γ.Π.Μαλούχου
Αναδημοσίευση από: ΤΟ ΒΗΜΑ (20-5-2014)

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα φαινόμενο που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει “κατάρα της ΕΔΑ”, με το οποίο βρέθηκε η Αριστερά αντιμέτωπη και την προηγούμενη φορά που υπήρξε αξιωματική αντιπολίτευση στην Ελλάδα, πριν από έξι σχεδόν δεκαετίες. 

Το 1958, η ΕΔΑ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση, για πρώτη φορά στην ιστορία της. Όμως, στις επόμενες εκλογές, εκείνες του 1961, τα ποσοστά της κατέρρευσαν. Μέσα σε τρία χρόνια έχασε πολύ μεγάλο μερίδιο της εκλογικής της επιρροής. Το γιατί, δεν έχει αναλυθεί επαρκώς.

Η κυρίαρχη απάντηση που δίνεται μέχρι σήμερα σε αυτό το ερώτημα, όποτε τίθεται, είναι η άμεση παραπομπή στη λεγόμενη “Βία και νοθεία” των εκλογών του 1961. Ομως, ακόμα κι αν δεχθεί κανείς ότι η βία και νοθεία υπήρξε και σε ολόκληρη την έκταση που της αποδίδεται, δεν θα πρέπει να ξεχνά ότι, ακόμα και σύμφωνα με την περίφημη “Μαύρη Βίβλο” της εποχής, ο όγκος της θα ήταν κατά πολύ μικρότερος από την πτώση των ποσοστών της ΕΔΑ. 

Επιπλέον, εκείνο που πολλοί δεν θυμούνται σήμερα, είναι ότι η υπόθεση της “Βίας και νοθείας” ήταν ένας αγώνας πολύ περισσότερο του κέντρου παρά της Αριστεράς: αρκεί να κοιτάξει κανείς τον Τύπο της εποχής και θα διαπιστώσει αμέσως ότι η ΕΔΑ κράτησε επί του θέματος πολύ διαφορετικούς τόνους από την Ένωση Κέντρου.

Πέρα λοιπόν από την εύκολη απάντηση στο ερώτημα, υπάρχει και η ουσιαστική: εκείνο που άλλαξε την εκλογική πορεία της Αριστεράς μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων του 1958 και του 1961 ήταν, κατά κύριο λόγο κάτι εντελώς διαφορετικό: το Κυπριακό ζήτημα. Πώς; 

Με το ξέσπασμα του Κυπριακού στα μέσα της δεκαετίας του 1950, η ΕΔΑ βρέθηκε, σε επίπεδο λαϊκού κινήματος, πρωτοπόρος στην οργάνωση των μεγάλων λαϊκών αντιδράσεων για την Κύπρο. Εκείνη ήταν που κυρίως έβγαινε στους δρόμους και γύρω από τις οργανώσεις της αναπτύχθηκε όλη αυτή η εντονότατη δράση. Το 1958, όταν η χώρα έφτασε στις εκλογές, το Κυπριακό ήταν στην απόλυτη κορύφωσή του και ο άτυπος αλλά ουσιωδέστατος ρόλος της ΕΔΑ στις διαδηλώσεις καθοριστικός.

Η επίλυσή του από το 1959 προς το 1960 με τις Συμφωνίες του Λονδίνου και της Ζυρίχης άλλαξε εντελώς αυτό το τοπίο. Οι λόγοι της σκληρής λαϊκής αντίδρασης εξέλειπαν, καθώς, παρά τα όσα ακολούθησαν αργότερα και τις σχετικές αμφισβητήσεις μετά το 1963, ο Μακάριος το 1960-1962 ήταν θερμότατος υποστηρικτής της λύσης που είχε δοθεί με τη δημιουργία του νέου Κυπριακού κράτους και αυτός έδινε ουσιαστικά τον τόνο των αντιδράσεων και στην Αθήνα. Έτσι, η ΕΔΑ που είχε πολώσει σε μεγάλο βαθμό τη λαϊκή της δράση επί του Κυπριακού, έμεινε ξαφνικά μετέωρη σε αυτό το επίπεδο και μη πρωτογενώς αριστερές μάζες που την ακολούθησαν για λόγους αντίδρασης στο εθνικό θέμα το 1958, το 1961 άρχισαν να απομακρύνονται πια από τις τάξεις της.

Το μάθημα αυτό θα ήταν πολύτιμο στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία διαπράττει σήμερα το μεγάλο στρατηγικό λάθος να μιλά διαρκώς και κυρίως για “εξουσία της αριστεράς”, αντί να επιχειρεί να ηγηθεί ενός ευρύτατου μετώπου χωρίς τέτοια στεγανά. Με αυτό τον τρόπο, αυτοπεριορίζεται και θέτει εξ αρχής μία οροφή στις δυνάμεις της, καθώς στερεί σε ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών που δεν θέλουν να αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί τη δυνατότητα να ψηφίσουν την αξιωματική αντιπολίτευση. 

Αν στον ΣΥΡΙΖΑ πιστεύουν ότι στη σημερινή Ελλάδα το κέντρο βάρους πρέπει  να πέσει στη δικαίωση της πορείας της Αριστεράς και στην ανάδειξή της σε εξουσία, έχουν μετρήσει τα πράγματα λάθος: είναι κάτι που δεν αφορά τόσους πολλούς όσους νομίζουν. Κι αν επιθυμούν να σπάσουν αυτό το φράγμα που μόνοι τους, πιθανότατα χωρίς να το αντιλαμβάνονται, έχουν θέσει, θα  πρέπει να αλλάξουν ρητορική αμέσως.

Και θα πρέπει να επανεξετάσουν την ισορροπία τους όχι ως αριστερή, αλλά ως εθνική δύναμη, ειδικά δε σε αυτή την εποχή. Αυτό σημαίνει ότι οφείλουν να απαλλαγούν από δύο επίπεδα ιδεολογικών αγκυλώσεων του παρελθόντος, που μπορεί να ταιριάζουν σε ένα μικρό αριστερό κόμμα αλλά όχι σε ένα κόμμα εξουσίας: τόσο την επιμονή της αριστερής οριοθέτησης, όσο και τη ρητορική τους και τις θέσεις τους γύρω από την έννοια “εθνικό” και όλα όσα αυτή κουβαλά μαζί της. 

Αν δεν το πράξουν, το φράγμα δεν θα το περάσουν ποτέ: θα έχουν πάντα να κάνουν με αυτή την “κατάρα της ΕΔΑ”.
 
***
Οι λαοί είπαν όχι στη γερμανική Ευρώπη
Του Γ.Π.Μαλούχου
Αναδημοσίευση από: ΤΟ ΒΗΜΑ (27-5-2014)

Ήταν μακράν οι πιο σημαντικές ευρωεκλογές στην ιστορία της “κοινής” Ευρώπης. Γιατί; Επειδή ήταν οι εκλογές στις οποίες οι μεγαλύτεροι λαοί της Ευρώπης αποδοκίμασαν εντονότατα τις Βρυξέλλες, την ηγεμονία του Βερολίνου και τις κυβερνήσεις τους που έντρομες την ακολουθούν. Ήταν οι εκλογές στις οποίες οι Γάλλοι και οι Αγγλοι θύμισαν σε όλους ότι σε μια τέτοια Ευρώπη δεν θέλουν να συμμετέχουν και ότι Ευρώπη χωρίς αυτούς δεν υπάρχει. Αυτό συνέβη την Κυριακή. Και ευτυχώς που συνέβη...

Την τελευταία τετραετία η Ελλάδα αποτέλεσε το κύριο ζήτημα της ευρωπαϊκής ατζέντας: η χώρα του 2% του συνολικού ευρωπαϊκού ΑΕΠ στοχοποιήθηκε ως εκείνη που δήθεν ήταν σε θέση να διαλύσει τα πάντα και που ευθυνόταν περίπου για ότι κακό συμβαίνει στην ευρωζώνη και στην Ευρώπη, αν όχι και για την... κλιματική αλλαγή... Τελικό αποτέλεσμα όλων αυτών - να μην τα ξαναλέμε τώρα, τα έχουμε πει πολλές φορές - ήταν ο σχηματισμός νέων πολιτικών και τρόπων δράσεων της “κοινής” Ευρώπης, που ανέδειξαν σε κυρίαρχη δύναμη της Ευρώπης τη Γερμανία για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Όσο όμως εμείς ζούσαμε αυτή την επέλαση, άλλοι λαοί την παρατηρούσαν και, όπως αποδείχθηκε, πολύ προσεκτικά την εξαφάνιση της παλιάς Ευρώπης των “ίσων”. Αυτό που κρίθηκε λοιπόν την Κυριακή, το νέο καθοριστικό στοιχείο, είναι ότι οι δύο μεγαλύτεροι, πλην Γερμανίας, λαοί της Ευρώπης, ο γαλλικός και ο αγγλικός, είπαν ένα πολύ ισχυρό “όχι” στην γερμανική Ευρώπη που σχηματίστηκε με όχημα την κρίση χρέους.

Είπαν με τεράστια ποσοστά ότι δεν επιθυμούν να κυβερνάται η ζωή τους από το Βερολίνο και από τις Βρυξέλλες που δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να υπηρετούν τυφλά τη γερμανική πολιτική και να της δίνουν ένα δήθεν ευρωπαϊκό άλλοθι. Κι αυτό το είπε η Γαλλία, δηλαδή η χώρα - καρδιά της Ευρώπης, το είπε η Αγγλία, που χωρίς αυτήν η ευρύτερη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική καταρρέει λόγω πλήρους ανισορροπίας (ήδη το κατανόησε αυτό η γερμανική εφημερίδα Die Zeit και προσπαθεί να το εξηγήσει στην κυβέρνησή της), αλλά το είπαν και άλλες χώρες. Φυσικά, στην ίδια τη Γερμανία, η κυβέρνηση θριάμβευσε, την ώρα που στη Γαλλία τα ποσοστά της κατέρρευσαν...

Η ουσία της αναμέτρησης λοιπόν δεν είναι άλλη από το γεγονός ότι το μοντέλο της γερμανικής Ευρώπης, οι πολιτικές που το εκφράζουν και οι θεσμικές εκδοχές που το συνοδεύουν, ηττήθηκε κατά κράτος. Αυτό συνέβη κι όχι κάποια “τρελή” μετατόπιση των εκλογικών σωμάτων δύο πολύ μεγάλων χωρών, έτσι, χωρίς λόγο.

Οι Γερμανοί, φυσικά, θα αντιληφθούν κι εκείνοι πολύ γρήγορα τη σημασία αυτής της ψήφου, με την οποία ξεκινά η κατάρρευση αυτού του νέου επιβληθέντος στην Ευρώπη γερμανικού κανόνα. Όμως η πορεία που ξεκίνησε την Κυριακή είναι πολύ δύσκολο να ανακοπεί, καθώς οι λαοί φαίνεται να έχουν πλέον πειστεί ότι η μετεξέλιξη της πάλαι ποτέ “ισότιμης” Ευρώπης των λαών δεν μπορεί να ανακοπεί αλλιώς.

Όλα αυτά όμως σημαίνουν κάτι και για την Ελλάδα: σημαίνουν ότι η εποχή στην οποία το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες είχαν την πολυτέλεια να μετατρέπουν τη χώρα μας σε πειραματόζωο της γερμανικής Ευρώπης, έχει πλέον παρέλθει. Σήμερα, έχουν πολύ σοβαρότερα προβλήματα να αντιμετωπίσουν. Και να θέλουν, δεν μπορούν να αγνοήσουν τη νέα πραγματικότητα, την καταστροφή που έχουν επιφέρει. Δεν έχουν πια καν τον καιρό να “παίζουν” άλλο με την Ελλάδα: η ανατροπή τους αγγίζει από εκεί που δεν την περίμεναν...

Είναι δεδομένο: τώρα που η κρίση ταυτότητας γενικεύεται, η Ελλάδα ασφαλώς και ωφελείται. Τώρα τα πράγματα είναι πολύ πιο εύθραυστα απ' ότι ήταν πριν την Κυριακή. Τώρα οι γερμανοί πρέπει να αποφασίσουν τι θα κάνουν: θα συνεχίσουν στην ίδια κατεύθυνση με αποτέλεσμα την αδήριτη πορεία προς τη διάλυση της απωθητικής αυτής νέας γερμανικής Ευρώπης, ή θα σκεφτούν λίγο βαθύτερα και θα επιχειρήσουν να “μαζέψουν” την κατάσταση, αν φυσικά υποτεθεί ότι δεν είναι ήδη πάρα πολύ αργά;  Θα το δούμε στο επόμενο διάστημα, αν και όλες οι ενδείξεις λένε πώς δεν θα αλλάξουν πορεία και πώς θα οδηγήσουν την Ευρώπη σε ρήγμα και επανασχηματισμό με κύρια εκ νέου έκφραση τα εθνικά της κράτη.
***
Η νέα πλουτοκρατία και το «φαινόμενο Πικετί»
Του Στάθη Κουβελάκη*
Αναδημοσίευση από: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (8-5-2014)

Πριν από λίγες μέρες, σε ώρα αιχμής στο μετρό του Λονδίνου, νόμιζα ότι, ίσως λόγω του συνωστισμού, ήμουν θύμα οφθαλμαπάτης: κοιτώντας λοξά την εφημερίδα που διάβαζε ο διπλανός μου, αυτήν που διανέμεται δωρεάν το βράδυ, το μάτι μου έπιασε τον εξής πηχυαίο τίτλο, και μάλιστα στα γαλλικά: «Ο αντικαπιταλιστής».

Η συνέχεια στη διπλανή σελίδα ήταν: «ο Τομά Πικετί είναι ο ροκ σταρ οικονομολόγος σε αποστολή για την αναδιανομή του πλούτου» -να διευκρινίσω εδώ ότι η εν λόγω εφημερίδα (Evening Standard) κινείται στο χώρο της λαϊκίστικης Δεξιάς.

Αυτό που την οδήγησε όμως, όπως και όλα τα αγγλοσαξονικά μίντια, να αφιερώσει χώρο σε μια τέτοια θεματολογία είναι η εντυπωσιακή, και πρωτοφανής για παρόμοιο έργο, απήχηση που συναντά το βιβλίο του Πικετί στις ΗΠΑ, και, εξ αντανακλάσεως, στον υπόλοιπο αγγλόφωνο κόσμο. Παρά τις 700 σελίδες του, φορτωμένες με στατιστικά στοιχεία και πίνακες, και έναν τίτλο -«Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα»- που θυμίζει Καρλ Μαρξ, το πόνημα είναι εδώ και πολλές βδομάδες στη λίστα στων καλύτερων πωλήσεων στις ΗΠΑ. Ο δε συγγραφέας του, ένας Γάλλος σοσιαλδημοκράτης οικονομολόγος 42 ετών, παρελαύνει στις πιο δημοφιλείς τηλεοπτικές εκπομπές, προκαλεί συνωστισμό στις δημόσιες εμφανίσεις του, συνομιλεί με τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ Jack Lew και γίνεται δεκτός στον Λευκό Οίκο από τους πιο στενούς συμβούλους του Ομπάμα σε θέματα οικονομικής πολιτικής.

Βεβαίως ο Τομά Πικετί δεν είναι σε καμιά περίπτωση ο «αντικαπιταλιστής» που περιγράφουν έντυπα που θεωρούν περίπου κομμουνιστή όποιον διαφοροποιείται από τα θέσφατα του νεοφιλελευθερισμού. Ο ίδιος δηλώνει οπαδός της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά διευκρινίζει ότι «υπάρχουν όρια σε αυτά που μπορεί να κάνει η αγορά». Οι πολιτικές του προτιμήσεις τον οδήγησαν να υποστηρίξει τον Φρανσουά Ολάντ προ διετίας, αν και τώρα δηλώνει απογοητευμένος από την πολιτική που ακολουθεί ο Γάλλος πρόεδρος. Και όμως, αυτά που έχει να πει ο Πικετί διαφέρουν αισθητά από τις θέσεις που εκφράζουν μετριοπαθείς νεοκεϊνσιανοί τύπου Κρούγκμαν ή Στίγκλιτς.

Και τούτο διότι, αν και μη μαρξιστής, ο Πικετί δεν αρκείται σε μια γενικόλογη καταγγελία της λιτότητας ή της παντοδυναμίας των αγορών. Επικεντρώνει στην καρδιά της ταξικής ισχύος του κεφαλαίου, δηλαδή στη συσσώρευση και τη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια μιας ισχνής μειοψηφίας, και δείχνει με εξαιρετικά εμπεριστατωμένο τρόπο πώς αυτή κατάφερε να επανέλθει στα επίπεδα των αρχών του 20ού αιώνα, αναιρώντας τις κατακτήσεις δεκαετιών πολιτικών αναδιανομής και δημόσιας παρέμβασης. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, το μερίδιο του εισοδήματος που κατέχει το 1% των πιο πλούσιων ανέβηκε από ένα 6% με 8% τη δεκαετία του 1970 σε πάνω από 20%. Η ανισότητα είναι ακόμη πιο διευρυμένη αν λάβουμε υπόψη το συνολικό συσσωρευμένο πλούτο και όχι μόνο το τρέχον εισόδημα. Στις ΗΠΑ και πάλι, το 1% των πιο πλούσιων κατέχει το 35% του συνόλου και το 10% της κορυφής της πυραμίδας το 70% του συνόλου του πλούτου. Στη Μεγάλη Βρετανία, το 2010, τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 30% για το πιο πλούσιο 1% και 70% για το 10% των πλέον εύπορων.

Στον καπιταλισμό δεν υπάρχει λοιπόν καμιά «αυθόρμητη» τάση προς τη μείωση των ανισοτήτων, όπως ισχυρίστηκε ο οικονομολόγος Κουζνέτς τη δεκαετία του 1950. Αντίθετα, η τάση του συστήματος είναι ότι η ανάπτυξη τείνει προς τη διεύρυνση των ανισοτήτων και την αυξανόμενη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια των λίγων. Εκτός εάν παρέμβει το κράτος, κυρίως μέσω της φορολογίας, για να αντιστρέψει την τάση. Κάτι τέτοιο όντως συνέβη, σύμφωνα με τον Πικετί, το διάστημα 1914 με 1980, και συνετρίβη στη συνέχεια από τον επελαύνοντα νεοφιλελευθερισμό, που οδήγησε στην παλινόρθωση της πλουτοκρατίας που βιώνουμε σήμερα.

Ας παραθέσουμε εδώ το συμπέρασμα που βγάζει ο Πικετί από την ανάλυσή του, όπως το διατυπώνει ο ίδιος σε συνέντευξη στο New Left Review: «Η μείωση της ανισότητας στον 20ό αιώνα ήταν κυρίως το προϊόν βίαιων πολιτικών αναταραχών και όχι τόσο της ειρηνικής εκλογικής δημοκρατίας. Αυτό εξηγεί και το πόσο εύθραυστη ήταν η συναίνεση πάνω στην οποία βασίστηκαν οι θεσμοί της προηγούμενης περιόδου που υφίστανται μεγάλης έκτασης επίθεση από τη δεκαετία του 1970-1980 και στο εξής. Η πτώση του κομμουνισμού το 1990 συνέβαλε επίσης ξεκάθαρα στην άνοδο της απεριόριστης πίστης στον καπιταλισμό της "ελεύθερης αγοράς" των δύο τελευταίων δεκαετιών». Ενα συμπέρασμα που βάζει την πολιτική και την κοινωνική σύγκρουση, στην πιο ριζική της μορφή, στο επίκεντρο της δυναμικής που διαμορφώνει το τοπίο των κοινωνικών σχέσεων· να κάτι ασφαλώς πολύ τολμηρό για έναν σοσιαλδημοκράτη οικονομολόγο -και όχι μόνο.

Μήπως λοιπόν η εμφάνιση του «φαινομένου Πικετί» στις μητροπόλεις του πλέον νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού αποτελεί τον προάγγελο ευρύτερων μετατοπίσεων και ανακατατάξεων; Η απάντηση θα δοθεί από την εξέλιξη των κοινωνικών συσχετισμών την επόμενη περίοδο. 

* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου

Δεν υπάρχουν σχόλια: