ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Γεωπολιτική - κείμενα

Αναδημοσιεύουμε τα παρακάτω κείμενα περί γεωπολιτικής:
1) Γεωπολιτική ανάλυση και Γεωστρατηγική (του Ι. Θ. Μάζη), 2) Γεωπολιτική (από Βικιπαίδεια), 3) Η γεωπολιτική σκέψη του Χάουσχόφερ (του Γ. Χατζόπουλου), 4) Η γεωπολιτική σκέψη μέχρι το τέλος του 2ου παγκόσμιου πολέμου (του Π. Θεοδωρόπουλου), 5) Ενδιάμεση περιοχή (από Βικιπαίδεια), 6) Ζωτικός χώρος ολόκληρη η Ευρώπη για το ...4ο Ράιχ (του Λ. Καλαρρύτη), 7) Όπλα στους Κούρδους: Μια "ιστορική στροφή" της Γερμανίας (από TVXS), 8) Το νέο δόγμα στην εξωτερική πολιτική της Γερμανίας (από TVXS), 9) Ευρωπαϊκή Ένωση: ο ζωτικός χώρος (Lebensraum) της Γερμανίας (του Γ. Δημητράκη), 10) Ο "ζωτικός χώρος" του Πούτιν (της Ειρ. Μητροπούλου, ΒΗΜΑ), 11) Το γερμανικό και το ανατολικό ζήτημα: Η Ευρώπη επανέρχεται στην προ του 1914 εποχή; (του Π. Σαββίδη), 12) Το ξεχασμένο Ανατολικό Ζήτημα ως υπόστρωμα των γεγονότων στο Ιράκ (του Δρ. Γ. Κ. Φίλη), 13) Η ανολοκλήρωτη επανάσταση και το νέο Ανατολικό Ζήτημα (του Π. Σαββίδη), 14) Ανατολικό ζήτημα (από Βικιπαίδεια), 15) Ανατολικό ζήτημα (από Dictionary of greek)
Διαβάστε περισσότερα...

1) Γεωπολιτική ανάλυση και Γεωστρατηγική 
Ιωάννης Θ. Μάζης, Καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας-Γεωπολιτικής, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. 

A' ΜΕΡΟΣ: Ορισμοί της Γεωπολιτικής και λίγα λόγια γι αυτήν ( για... βιαστικούς!) 
Oρισμοί της Γεωπολιτικής.
1) Συμφώνως προς τον πατέρα της Γεωπολιτικής, τον γερμανό γεωγράφο Friedrich Ratzel (1844-1904)  η γεωπολιτική είναι:
«Η Γεωγραφία στην Υπηρεσία της Πολιτικής του Κράτους».
Αυτήν την έννοια έδωσε στον όρο «Πολιτική Γεωγραφία» ο Ratzel με το έργο του Politische Geographie (πλήρης τίτλος: Πολιτική Γεωγραφία ή Γεωγραφία των Κρατών, του Εμπορίου και των Πολέμων).

2) Ο επίσης γερμανός γεωγράφος, και επιστημονικά επηρεασμένος από τον Ratzel, ο Καθηγητής του Πολυτεχνείου του Μονάχου, Karl Haushoffer (1869-1946), έγραφε το 1920 ότι:  «Η Γεωπολιτική θα είναι και πρέπει να είναι η γεωγραφική συνείδηση του κράτους. Το αντικείμενό της είναι η μελέτη των μεγάλων ζωτικών συσχετίσεων του σύγχρονου ανθρώπου στο πλαίσιο του σύγχρονου χώρου και ο σκοπός της είναι ο συντονισμός των φαινομένων που συνδέουν το κράτος με το χώρο».


Βέβαια, από τις πρώτες κι όλας δύο γραμμές, αυτές με την πλαγιογράφηση, αντιλαμβανόμαστε ότι ο γερμανός Καθηγητής της Γεωγραφίας συνδέει, αντί να διαχωρίζει την έννοια της Γεωπολιτικής με τη Γεωστρατηγική. Κάτι που για την εποχή του αλλά και για τις απαρχές της διαδικασίας αυτογνωσίας της επιστημονικής αυτής μεθόδου είναι απολύτως φυσιολογικό. Σήμερα όμως, εδώ εντοπίζεται και το μεγάλο ζήτημα μεταξύ των επιστημόνων άλλων κλάδων αλλά και κάποιων αγγλοσαξώνων γεωγράφων ή [αποκλειστικά] αγγλοφώνων πολιτικών επιστημόνων της ημεδαπής ή/και της αλλοδαπής, οι οποίοι μη έχοντες μελετήσει την ιστορία των γεωπολιτικών αντιλήψεων (πρωτίστως διότι δεν γνωρίζουν γερμανικά, αλλά ούτε και γαλλικά…) ασκούν κριτική στη Γεωστρατηγική -και μάλιστα την εθνικιστικών αντιλήψεων Γεωστρατηγική- νομίζοντας ότι ασκούν κριτική στη Γεωπολιτική!  Κλασικό παράδειγμα είναι ο Geròid Thuathail (Critical Geopolitics) για το έργο του οποίου έχω προτείνει ήδη την απαρχή ενός διαλόγου  προς τους εν Ελλάδι σεβαστούς συναδέλφους συναντιλήπτορές του. 

3) Ο Saul Cohen (Geography and Politics in a World Divided, 1963) έγραφε ότι: «Η πεμπτουσία της Γεωπολιτικής είναι η μελέτη της υφισταμένης σχέσεως μεταξύ της διεθνούς πολιτικής της ισχύος και των αντιστοίχων γεωγραφικών χαρακτηριστικών, κυρίως δε αυτών των γεωγραφικών χαρακτηριστικών επί των οποίων αναπτύσσονται οι πηγές της ισχύος». 

4) Για τον Robert Harkavy: «Η Γεωπολιτική είναι η χαρτογραφική [Σ.Σ.: άρα και γεωγραφική] αναπαράσταση των σχέσεων μεταξύ των κυρίων αντιτιθεμένων δυνάμεων». 

5) Συμφώνως προς τον Michel Foucher Καθηγητή Γεωγραφίας Γεωπολιτικής της École Normale Superieure (E.N.S): «Η Γεωπολιτική είναι μια συνολική μέθοδος γεωγραφικής αναλύσεως συγκεκριμένων κοινωνικο-πολιτικών καταστάσεων αντιμετωπιζομένων στο γεωγραφικό τους πλαίσιο συνδυαζόμενη με τις συνήθεις βιοθεωρήσεις [Σ.Σ.: τις μεταφυσικές, όπως θάλεγα εγώ] που τις χαρακτηρίζουν» .

6) Συμφώνως προς τον Ladis Kristof: «Ο σύγχρονος θεωρητικός της Γεωπολιτικής δεν επισκοπεί το γεωγραφικό χάρτη της Γης για να διακρίνει τι μας υπαγορεύει η φύση να κάνουμε, αλλά τι μας συμβουλεύει η φύση να κάνουμε με δεδομένες τις προτιμήσεις μας».
Εδώ, στον ορισμό αυτόν παρατηρούμε την πάγια προσέγγιση των εμπειριστών-ρεαλιστών αγγλοσαξώνων επιστημόνων  να συνδέουν τη γεωπολιτική ανάλυση («τι μας συμβουλεύει η Φύση να κάνουμε») με την γεωστρατηγική («με δεδομένες τις προτιμήσεις μας»). Πρόκειται για κλασικό μεθοδολογικό σφάλμα για τα μέτρα της Σύγχρονης Συστημικής Γεωπολιτικής Ανάλυσης, το οποίο παρασύρει και σε λανθασμένη κριτική την, λεγομένη, «κριτική» σχολή της Γεωπολιτικής. Το μόνιμο λάθος της λεγόμενης Κριτικής Σχολής (Geròid Thuathail) είναι να συγχέει την Γεωπολιτική ανάλυση η οποία σταματά στη δημιουργία προβλεπτικού Υποδείγματος συμφώνως προς τα αυστηρώς ποσοτικά και ποσοτικοποιήσιμα δεδομένα των γεωπολιτικών πυλώνων (Αμυντικού, Οικονομικού, Πολιτικού και Πολιτισμικού/Πληροφορίας) με τις επιθυμίες εκπληρώσεων γεωστρατηγικών στόχων των εθνο-κρατικών και εθνικο-κρατικών Κοινωνικών Σχηματισμών. Δυστυχώς, η Αγγλοσαξωνική Σχολή, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (S. B. Kohen) δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει τις δύο αυτές, επιστημολογικώς διαφορετικές μεταξύ τους, οντότητες, λόγω μη επαφής με την γεωγραφική επιστημονική πραγματικότητα. Το μείγμα Γεωπολιτικής-Γεωστρατηγικής που χρησιμοποιούσε η κλασική Αγγλοσαξωνική πολιτική Γεωγραφία, η οποία λειτουργούσε, συνειδητά όμως, και στα δύο πλαίσια ταυτοχρόνως, δεν αναγνώσθηκε σωστά από τους εκπροσώπους της Κριτικής Σχολής. Δεν έγινε κατανοητό ότι οι κλασικοί Αγγλοσάξωνες Γεωπολιτικοί/γεωστρατηγιστές εργάζονταν σε δύο φάσεις: Πραγματοποιούσαν την Γεωπολιτική Ανάλυση του Γεωπολιτικού/γεωγραφικού συμπλόκου που τους απασχολούσε και κατόπιν προχωρούσαν στη φάση του γεωστρατηγικού σχεδιασμού. Αυτό, ως αποτέλεσμα εμφανίζονταν σε ένα και ενιαίο κείμενο, λόγω των ιστορικών αναγκαιοτήτων στις οποίες υπάκουαν οι χώρες τους (Μ. Βρετανία, Γερμανία). Η επιστημολογική αυτή πραγματικότητα, για τους εκπροσώπους της Κριτικής Σχολής δεν έχει γίνει, μέχρι σήμερα κατανοητή! Και δυστυχώς, ελάχιστα διδάσκεται εν γένει, και από τους νεοθετικιστές αλλά και από τους μεταθετικιστές, στο πλαίσιο του ακαδημαϊκού γνωστικού αντικειμένου της 'Μεθοδολογίας της Έρευνας" με πολύ οδυνηρά, επιστημολογικώς κρινόμενα, αποτελέσματα για τον τομέα μελέτης του διεθνούς γίγνεσθαι. 

7) O Harold και η Margaret Sprout επισήμαιναν ότι: « Η διεθνής πολιτική παρουσιάζει σε όλες τις περιόδους, περισσότερο ή λιγότερο διακρινόμενα πρότυπα καταναγκασμού και υποταγής, επιρροής και συμμόρφωσης, πρότυπα που έχουν την αντανάκλασή τους σε πολιτικούς όρους με έντονη τη συναίσθηση του Γεωγραφικού Χώρου» . 

8) Συμφώνως προς τον Colin Gray: «Η δύναμη της γενικής Γεωπολιτικής Θεωρίας βρίσκεται στο ότι τοποθετεί την τοπική δράση ή την αλληλεπίδραση σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο […] εκείνοι οι οποίοι θέλουν να κατανοήσουν τις γεωπολιτικές διστάσεις της διεθνούς ασφάλειας πρέπει να αφομοιώσουν τις ουσιώδεις έννοιες της γεωπολιτικής».

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, εκτιμώ ότι εδραιώνεται διεπιστημονικά και διαχρονικά ο αδιάρρηκτος δεσμός της Γεωγραφίας και της Γεωπολιτικής αλλά και καθίσταται σαφές ότι ο όρος Γεωπολιτική διήλθε από πολλές φάσης ερμηνείας και προσέγγισής του, με κοινό παρονομαστή μια θεμελιώδη σύγχυση: αυτήν της Γεωπολιτικής Ανάλυσης μ' εκείνην της Γεωστρατηγικής Πράξης. 

Η δική μου πρόταση ορισμού της Γεωπολιτικής (Μάζης, 1996). 
Μια πρόταση ορισμού που θα τολμούσα στο σημείο αυτό να καταθέσω, θέλοντας να συμπεριλάβω και τα κοινωνικο-πολιτικά μεγέθη της παρούσας συγκυρίας αλλά και να προσπαθήσω να διαχωρίσω την Ανάλυση από τη Γεωστρατηγική εφαρμογή, είναι και η εξής: «Γεωπολιτική ανάλυση ενός γεωγραφικού συστήματος ανισορρόπου κατανομής ισχύος καλείται η γεωγραφική εκείνη μέθοδος η οποία μελετά, περιγράφει και προβλέπει τις συμπεριφορές και τις επιπτώσεις των σχέσεων των αντιτιθεμένων και διακριτών διεθνών δράσεων ανακατανομής ισχύος και των ιδεολογικών μεταφυσικών που τις καλύπτουν, στο πλαίσιο των γεωγραφικών συμπλόκων που οι δράσεις αυτές εντοπίζονται και λειτουργούν». 

Σκέψεις για τη Γεωπολιτική και την Γεωστρατηγική.
Συμφώνως προς τον ανωτέρω ορισμό, προτείνω στους σημερινούς αναλυτές των διεθνών γεγονότων την Σύγχρονη Συστημική Γεωπολιτική Ανάλυση. Η Γεωγραφία είναι η μητρική επιστήμη (το Γένος) και η Οικονομική Γεωγραφία το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο (το Είδος) από όπου εκπηγάζει η Γεωγραφική αυτή αναλυτική μέθοδος γνωστή ως «Γεωπολιτική».
Μέθοδος, για την προσέγγιση της οποίας προτείνω ενδεικτικό υπόδειγμα γεωγραφικής μεθοδολογίας, και είναι –εν πολλοίς- απεξαρτημένη από ιδεολογικές προσηλώσεις και ποικίλες «αφηγήσεις» που δεν επιτρέπουν στην Ανάλυση να προσεγγίσει με νηφάλιο πνεύμα τα διεθνή γεγονότα και τα ερμηνεύσει.
Το ζήτημα της «Ανάλυσης» είναι το σημαντικότερο γιατί απαιτεί συγκεκριμένο και στιβαρό μεθοδολογικό εργαλείο (π.χ. Μαθηματικό, νομικό, ιστορικό ή προσεκτικό συνδυασμό των ανωτέρω χωρίς πολλυσυλεκτισμούς) και όχι «πολιτική θεολογία». Είμασε όμως υποχρεωμένοι να κάνουμε μια παραδοχή στον τομέα της μεθοδολογίας: οι Κοινωνικές, λεγόμενες, Επιστήμες δεν μπορούν ποτέ να απαλλαγούν πλήρως και οριστικά από την «υποκειμενική θέαση», την «ιδεολογικοποιημένη θέαση». Αυτήν που ξεπετιέται απρόσμενα από κάποια «στροφή» του στοχασμού μας για να μας εγκλωβίσει στην εκνευριστικά επίμονη «αντινομία του Καντόρ». Ας είναι. Άλλωστε πάνω σ’ αυτή τους την αδυναμία βασίζεται και η γοητεία τους, αλλά και το σύνολο της ερευνητικής προσπάθειας που τις χαρακτηρίζει. Με λαμπρές, αλλά και σκοτεινές στιγμές. 

Τα θεμελιώδη στοιχεία του διαχωρισμού Γεωπολιτικής και Γεωστρατηγικής. 
Η φάση της εφαρμογής των συμπερασμάτων της Γεωπολιτικής, καλείται «Γεωστρατηγική» και συνεπώς, δεν είναι απαλλαγμένη από εθνικοκεντρικές θεάσεις και προσεγγίσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί κάποιο μειονέκτημα για την προσέγγιση per se και τα ζητούμενά της. Μειονέκτημα, στη Γεωστρατηγική προσέγγιση δεν αποτελεί η επιδίωξη του εθνικού συμφέροντος δια της αξιοποιήσεως των γεωπολιτικών συμπερασμάτων. Μειονέκτημα, για οποιαδήποτε ορθολογιστική, άρα και αποτελεσματική, προσέγγιση αποτελεί η «εθνικιστική» ή η αντίστοιχη «διεθνιστική» μεταφυσική με την εμπάθεια και τον μεσσιανισμό που τις χαρακτηρίζει αμφότερες. 
Ας αφήσουμε την Ιστορία και τους Γεωγραφικούς της χώρους (Ανθρωποχώρους, Οικονομικούς και Πολιτισμικούς χώρους κ.τ.λ.) να γίνουν το πεδίο της νηφάλιας και ενδελεχούς γεωπολιτικής παρατήρησής μας, χωρίς να καταλήγουμε σε προκρούστειες «προσαρμογές» των «ανεπιθύμητων στοιχείων». Τίποτε δεν είναι, και δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται, «ανεπιθύμητο» στην γεωπολιτική ανάλυση. "Ανεπιθύμητα στοιχεία" μπορούμε να εντοπίσουμε μόνο στην Γεωστρατηγική και υπό την έννοια της στρατηγικής τους φύσης, όχι υπό την έννοια της μη δυνατότητος επιστημονικής επεξεργασίας τους! Και σε ένα γεωστρατηγικό επίπεδο και πάλιν, οφείλουμε να προσπαθήσουμε να τα τροποποιήσουμε. Όχι όμως εθελοτυφλώντας στην αναγκαιότητα της γεωπολιτικής αναγνώρισης και παρατηρησιακής αποδοχής τους. 
Καταλήγοντας, υπογραμμίζουμε ότι το δέον για τον ερμηνευτή ή/και χειριστή των διεθνών γεγονότων, είναι να γίνεται αντιληπτό το πότε  λειτουργεί ως «Γεωστρατηγιστής» και πότε ως «Γεωπολιτικός αναλυτής». Επίσης οφείλω να δηλώσω εξ αρχής ότι δεν μέμφομαι, κατ’ ουδένα τρόπο και για κανένα λόγο, αυτούς που λειτουργούν ως γεωστρατηγιστές και συνεπώς υιοθετούν την προσέγγιση του εθνικού συμφέροντος. Αρκεί να ξέρουν τι ακριβώς κάνουν και προφανώς δεν συγχέουν την αποστειρωμένη γεωπολιτική ανάλυση με την -κατ' ανάγκην "στρατευμένη"-γεωστρατηγική δράση. 

Β΄ΜΕΡΟΣ: Ορισμοί, Θεωρητικές προσεγγίσεις, επιστημολογικά ζητήματα για τη Γεωπολιτική ( για... άνετους!) 
Τίτλος κειμένου: Εισαγωγικά ζητήματα για την  Κλασική Σχολή της Γεωπολιτική και της Σύγχρονης Συστημικής Γεωπολιτικής Ανάλυσης

Ι. Επιστημονική Προέλευση και Επιστημονική Θεμελίωση της Γεωπολιτικής Αναλυτικής Μεθόδου: Η Γεωγραφία και η «κόρη της» Γεωπολιτική[1]. 

Ι.1. Η Ιδρυτική Σχολή της Γεωπολιτικής: Γερμανική Γεωγραφική Σχολή. 
Ως γνωστόν,  ιδρυτής της πρώτης Σχολής Γεωπολιτικής Διεθνώς, δηλαδή της Γερμανικής Γεωπολιτικής Σχολής, είναι ο Γερμανός Γεωγράφος Friedrich Ratzel (1844 – 1904), ο οποίος ανέπτυξε την έννοια της «Πολιτικής Γεωγραφίας/Politische Geographie» αναγνωρίζοντας την επιστημονική προέλευση της γεωπολιτικής αναλύσεως στην Επιστήμη της Γεωγραφίας. Ο Ratzel ανέπτυξε τις θεωρίες του όντας καθηγητής της έδρας της Γεωγραφίας στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο (Πολυτεχνείο) του Μονάχου και εν συνεχεία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. 
Συμφώνως λοιπόν προς τον Friedrich Ratzel η Γεωπολιτική είναι «Η Γεωγραφία στην Υπηρεσία της Πολιτικής του Κράτους». Αυτήν την έννοια έδωσε στον όρο «Πολιτική Γεωγραφία» ο Ratzel με το έργο του Politische Geographie (πλήρης τίτλος: Πολιτική Γεωγραφία ή Γεωγραφία των Κρατών, του Εμπορίου και των Πολέμων). Και μόνον ο πλήρης τίτλος του κεφαλαιώδους σημασίας θεωρητικού αυτού έργου δηλώνει την θεμελίωση της Γεωπολιτικής αναλύσεως στην Επιστήμη της Γεωγραφίας, της Οικονομίας και της Πολεμολογίας. 
Από το έργο του Ratzel τον οποίον θαύμαζε, εμπνεύστηκε ο σουηδός Rudolf Kjellen, Καθηγητής των Πολιτικών Επιστημών στο πανεπιστήμιο της Ουψάλας και του Γκέτεμποργκ και γεωγράφος, ο οποίος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «Γεωπολιτική» στο έργο του «Το Κράτος ως Μορφή Ζωής» (1916).
Ο διασημότερος από τους Γερμανούς θεωρητικούς και θεμελιωτές της Γεωπολιτικής και επίσης πνευματικό τέκνο του γεωγράφου F. Ratzel είναι ο επίσης γερμανός Γεωγράφος Karl Haushofer (1869 – 1946), που και αυτός, κατείχε την έδρα της Γεωγραφίας στο Πολυτεχνείο του Μονάχου. Ο Καθηγητής Haushoffer  έγραφε το 1920 ότι:  «Η Γεωπολιτική θα είναι και πρέπει να είναι η γεωγραφική συνείδηση του κράτους. Το αντικείμενό της είναι η μελέτη των μεγάλων ζωτικών συσχετίσεων του σύγχρονου ανθρώπου στο πλαίσιο του σύγχρονου χώρου και ο σκοπός της είναι ο συντονισμός των φαινομένων που συνδέουν το κράτος με το χώρο».

Ι.2. Η Αγγλοσαξονική Γεωγραφική Σχολή της Γεωπολιτικής. 
Ιδρυτής της Αγγλοσαξονικής Σχολής της γεωπολιτικής, η οποία επηρεάστηκε βαθύτατα από την Γερμανική Γεωγραφική Σχολή σκέψης, υπήρξε ο επίσης Γεωγράφος Sir Halford Mackinder (1861 – 1947) και Μέλος της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας του Λονδίνου, ο οποίος και ίδρυσε τη Σχολή της Γεωγραφίας στο London School of Economics (LSE), τονίζοντας και αυτός με τη σειρά του, με την ένταξη της γεωπολιτικής στο πλαίσιο των Οικονομικών Επιστημών, την Οικονομικο-γεωγραφική διάσταση της αγγλοσαξωνικής Σχολής Γεωπολιτικής Σκέψης. Θεμέλιο της θεωρίας του Mackinder ήταν το περιβόητο άρθρο The Geographical Pivot of History, του οποίου και μόνον η ανάγνωση του τίτλου αναδεικνύει την επιστημονική πεποίθηση του Sir Halford να θέσει τη Γεωγραφία στο επίκεντρο της διαδικασίας διαχρονικής διαμόρφωσης των διεθνών σχέσεων.
Συνεχιστής της σκέψης του Mackinder, στο πλαίσιο της Αγγλοσαξονικής γεωπολιτικής ανάλυσης, είναι ο Αμερικανός καθηγητής του Πανεπιστημίου του Γέηλ, Nickolas Spykman (1893 – 1943), του οποίου ο τίτλος του σημαντικότερου και ιστορικού έργου του, Geography of the Peace”, είναι χαρακτηριστικός όσον αφορά την επιστημολογική θεμελίωση της γεωπολιτικής στο επιστημονικό και μεθοδολογικό πλαίσιο της Γεωγραφίας. 
Παραθέτουμε μερικούς ακόμη ορισμούς της Γεωπολιτικής, σύγχρονων αγγλοσαξώνων θεωρητικών που αναδεικνύουν σαφέστατα τη Γεωγραφική επιστημολογική θεμελίωση της Γεωπολιτικής αναλύσεως:


1) Ο Saul Cohen (Geography and Politics in a World Divided, 1963) έγραφε ότι:
«Η πεμπτουσία της Γεωπολιτικής είναι η μελέτη της υφισταμένης σχέσεως μεταξύ της διεθνούς πολιτικής της ισχύος και των αντιστοίχων γεωγραφικών χαρακτηριστικών, κυρίως δε αυτών των γεωγραφικών χαρακτηριστικών επί των οποίων αναπτύσσονται οι πηγές της ισχύος».


2) Ο Robert Harkavy: θεωρεί ότι: «Η Γεωπολιτική είναι η χαρτογραφική [Σ.Σ.: άρα γεωγραφική] αναπαράσταση των σχέσεων μεταξύ των κυρίων αντιτιθεμένων δυνάμεων».


3) Συμφώνως προς τον Ladis Kristof:«Ο σύγχρονος θεωρητικός της Γεωπολιτικής δεν επισκοπεί το γεωγραφικό χάρτη της Γης για να διακρίνει τι μας υπαγορεύει η φύση να κάνουμε, αλλά τι μας συμβουλεύει η φύση να κάνουμε με δεδομένες τις προτιμήσεις μας»[2].

Ι.3. Η Γαλλική Γεωγραφική Σχολή της Γεωπολιτικής. 
Η ίδια αντίληψη επικρατεί και στην Γαλλική Σχολή της Γεωπολιτικής αναφορικά με την επιστημολογική της θεμελίωση στο γνωστικό πεδίο της Γεωγραφίας. Παράδειγμα λαμπρό αποτελεί ο ορισμός του σύγχρονου Γάλλου Γεωγράφου-Γεωπολιτικού Michel Foucher (Sorbonne I), ο οποίος αναφέρει ότι: «Η Γεωπολιτική είναι μια συνολική μέθοδος γεωγραφικής αναλύσεως συγκεκριμένων κοινωνικο-πολιτικών καταστάσεων αντιμετωπιζομένων στο γεωγραφικό τους πλαίσιο συνδυαζόμενη με τις συνήθεις βιοθεωρήσεις που τις χαρακτηρίζουν»[3]. 
O γάλλος γεωγράφος Pascal Lorot, γράφει χαρακτηριστικά κάτι που δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τη σχέση Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής: La opolitique est la fille de la ographie”, δηλαδή «Η Γεωπολιτική είναι η κόρη της Γεωγραφίας»[4]. 
Είναι γεγονός, ότι στην Γαλλική Σχολή της Γεωπολιτικής, η επιστημονική θεμελίωση εντοπίζεται αποκλειστικά και μόνον στην επιστήμη της Γεωγραφίας. Όλοι οι Γάλλοι Γεωπολιτικοί έχουν ως βασικές σπουδές τους την Γεωγραφία. Αναφέρω τα παραδείγματα των: 
1) τον Γεωγράφο Albert Demangeon (1872-1940) απόφοιτο της École Normal ο οποίος είχε ως δάσκαλο τον μέγιστο των Γάλλων Γεωγράφων, τον Vidal de La Blache, 
2) τον Γεωγράφο Jacques Ancel (1879-1943), τον θεμελιωτή της Γαλλικής Σχολής της Γεωπολιτικής, ο οποίος αντιπάλεψε τον όρο «Γεωπολιτική», λέγοντας ότι «πρόκειται απλώς για ένα κούφιο νεολογισμό, ο οποίος σημαίνει απλούστατα: Πολιτική Γεωγραφία» και 
3) τον Γεωγράφο,  Yves Lacoste, ο οποίος διδάσκει και σήμερα στο Paris-VIII, Saint Denis, Sorbonne Nouvelle, και ο οποίος θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης Γεωπολιτικής ανάλυσης στη Γαλλία. Πρόκειται για τον ιδρυτή του επιστημονικού Γεωγραφικού-Γεωπολιτικού περιοδικού Herodote (το όνομα του Έλληνα Γεωγράφου και Ιστορικού) το οποίο έχει ως υπότιτλο, από το 1983 και μετά: «Επιθεώρηση Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής/Revue de Géographie et de Géopolitique». Ο Lacoste την ορίζει και αυτός, όπως ο επιφανής γερμανός ιδρυτής της, ο Ratzel, ως εξής «...η Γεωπολιτική μας επιτρέπει να έχουμε μια “αφ’ υψηλού καθολική εικόνα της πραγματικότητος’’» και δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται για ιδιαίτερη επιστήμη αλλά «ούτε για κάποιας μορφής κανονιστική έρευνα» καταλήγει στο πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα ότι «Πρόκειται για μια τεχνολογία/τεχνογνωσία ανάλυσης του γήινου χώρου [Γεωγραφία συνεπώς] και των αντιπαραθέσεων που λαμβάνουν χώρα στην επιφάνειά του [Βλ. Γεωγραφικούς Χώρους, κατωτέρω], που σκοπό έχει την καλύτερη εμβάθυνση στο μυστήριο των συμβαινόντων, ώστε να είμαστε σε θέση να αντιδρούμε ή να δρούμε αποτελεσματικά ως προς αυτά»[5]. 
Προκύπτει λοιπόν αβίαστα ότι και για τον Lacost, αλλά και για τον τον Jacques Ancel, η Επιστήμη είναι η Γεωγραφία, ενώ η Γεωπολιτική είναι “μια τεχνική ανάλυσης των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων στο Φυσικό Χώρο. 
Στην σημερινή πάντως επιστημονική και ερευνητική πραγματικότητα, η διεπιστημονικότητα, στην θεραπεία της σύγχρονης Γεωπολιτικής αναλυτικής μεθόδου είναι πλέον κάτι απολύτως παραδεκτό στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα και σε διεθνούς κύρους Πανεπιστημιακά Ερευνητικά Κέντρα και Κέντρα Μεταπτυχιακών Σπουδών. Παράδειγμα αποτελεί το αντίστοιχο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα της Σορβόνης I όπου οι επιστημονικές αποσκευές των υποψηφίων σπουδαστών εντοπίζονται στα πανεπιστημιακά πτυχία  της Γεωγραφίας, των Πολυτεχνικών Σχολών (Επιστήμες Μηχανικού), της Ιστορίας, της Νομικής, της Οικονομίας, της Διοίκησης επιχειρήσεων κ.τ.λ., όπως μπορεί κανείς να διακριβώσει στη σχετική ιστοσελίδα του κοινού Μεταπτυχιακού Προγράμματος Γεωπολιτικής (Master II "Géopolitique") των δύο από τα πλέον έγκυρα πανεπιστημιακά ιδρύματα διεθνώς: του Πανεπιστημίου της Sorbonne I και της École Normale Supérieure[6]. 

ΙΙ.1. Η τύχη του Θετικιστικού και νεοθετικιστικού θεωρητικού αιτήματος στη Σύγχρονη Συστημική Γεωπολιτική Ανάλυση. 
Αρχίζοντας από μια σύντομη εισαγωγική συγκριτική αναφορά, νομίζουμε πως πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η περίπτωση της Γεωπολιτικής: 
i) Δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα “θετικότροπου προσδιορισμού” του γνωστικού της αντικειμένου. 
Στην περίπτωση της γεωπολιτικής πρόκειται για το Γεωγραφικό Χώρο και τις ειδικές ‘αιτιακές’ και ‘αιτιατικές’ μορφές του. Εξηγούμαι καθιστώντας σαφές ότι ο διαχωρισμός των γεωγραφικών χώρων γίνεται από τον γράφοντα ανάλογα με τη θέση των χώρων αυτών στη διαλεκτική διαδικασία. Είτε δηλαδή αποτελούν το διαλεκτικό αίτιο στη διαδικασία αυτή, είτε το διαλεκτικό αιτιατό. Το ζητούμενο, ασφαλώς και είναι η περιγραφή του αιτιακού μηχανισμού, αυτού ο οποίος εμφανίζει τις αιτιώδεις σχέσεις που συνιστούν το αναλυτικό χωρικό μας Υπόδειγμα (μοντέλο). Η επίτευξη αυτού του στόχου μας δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσουμε σε ένα επόμενο Παραγωγικό Γεωπολιτικό-Χωρικό Υπόδειγμα, θεμελιωμένο πάνω στις γεωγραφικές-χωρικές σχέσεις και χαρακτηριστικά που προσδιορίσθηκαν ήδη. Το τελικό ζητούμενο είναι ακριβώς η δυνατότητα πρόβλεψης που προσφέρει το Παραγωγικό Υπόδειγμα, όπως αυτό προήλθε από τη διαδικασία ανάγνωσης και άρθρωσης του εξηγησιακού μας μηχανισμού. 
Οι εισαγόμενες έννοιες του ‘Πρωτογενούς’, ‘Δευτερογενούς’ και ‘Τριτογενούς Χώρου’, όπως και των μεταξύ τους συνδυασμών (‘Πλήρεις’ και ‘Ειδικοί Συνθετικοί Χώροι’) ανάγονται ακριβώς στο κριτήριο αυτό. Έχοντας λοιπόν ως αξιωματικό δεδομένο το ανωτέρω Σύστημα Αναφοράς μπορούμε πλέον να προβούμε στη δημιουργία των κατωτέρω τεσσάρων θεωρηματικών αποφάνσεων, οι οποίες με τη σειρά τους λειτουργούν και ως ορισμοί των αντιστοίχων τεσσάρων Ειδών Χώρων[7]: 
α) Οι Πρωτογενείς Χώροι οι οποίοι είναι: 
i) Αιτια-κοί  (causals-causales) και 
ii) Υποδομικοί (Infrastructurals-Infrasructuraux) Χώροι. 
Η έννοια του Υποδομικού Χώρου αναφέρεται στα χαρακτηριστικά της Αλθουσεριανής Υποδομής[8], όπως την παρουσιάζει άλλωστε και ο A. Lipietz[9], επιλέγοντας ένα κλασικό χωρίο του Altusser: « Ξέρουμε...» αναφέρει ο Althusser, «...ότι το μαρξιστικό ‘όλον’ ξεχωρίζει χωρίς παρερμηνείες από το εγελιανό ‘όλον’. [Το μαρξιστικό] είναι το ‘όλον’ του οποίου η ενότητα χαρακτηρίζεται από μία ορισμένη συνοχή, μια πολυπλοκότητα. Είναι η ενότητα ενός δομημένου όλου που εμπεριέχει αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε ‘επίπεδα διακριτά’και ‘σχετικώς αυτόνομα’. Τα επίπεδα αυτά συνυπάρχουν μέσα στην πολύπλοκη αυτή δομική ενότητα, διαρθρούμενα τα μεν πάνω στα δε, βάσει ιδιαιτέρων κανόνων προσδιορισμού. εξαρτώμενα δε ιδιαιτέρως ‘σε τελευταία ανάλυση’, από το είδος και την κατάσταση της οικονομίας. Μπορούμε, σε πρώτη προσέγγιση, να αποφανθούμε ότι αναφορικά με την ιδιαίτερη δομή του μαρξιστικού ‘όλου’ δεν είναι πια δυνατόν να σκεφθούμε ‘εντός’ του ιδίου Ιστορικού Χρόνου το προτσές της ανάπτυξης των διαφορετικών επιπέδων του ‘όλου’. Ο τύπος της ‘ιστορικής ύπαρξης’ αυτών των διαφορετικών επιπέδων δεν είναι ο ίδιος. Σε κάθε επίπεδο πρέπει, αντιθέτως, να προσδιορίσουμε έναν ιδιαίτερο χρόνο, ‘σχετικώς αυτόνομο’ και ως εκ τούτου ‘σχετικώς ανεξάρτητο’ μέσα στην ίδια του την εξάρτηση από τους ‘Χρόνους’ των υπολοίπων επιπέδων. Μπορούμε, αλλά και οφείλουμε να πούμε ότι υπάρχει για κάθε Τρόπο Παραγωγής ένας ιδιαίτερος Χρόνος και μια ιδιαίτερη Ιστορία, κανοναρχούμενοι από έναν ιδιαίτερο τρόπο Ανάπτυξης των Παραγωγικών Δυνάμεων. Ένας ιδιαίτερος Χρόνος και μια Ιδιαίτερη Ιστορία των Σχέσεων Παραγωγής, ένας ιδιαίτερος Χρόνος και μια ιδιαίτερη Ιστορία της Πολιτικής Υπερδομής (superstructure). Η ιδιαιτερότητα αυτών των Χρόνων και των Ιστοριών είναι ‘διαφορική’ (Differentielle/differential) εφόσον στηρίζεται πάνω σε διαφορικές (differentielles/differentials)[10] σχέσεις που διέπουν το ‘όλο’ και εντοπίζονται μεταξύ των διαφορετικών (differents) επιπέδων του. Ο τρόπος και ο βαθμός της ανεξαρτησίας κάθε ‘Χρόνου’ και κάθε ‘Ιστορίας’ προσδιορίζεται συνεπώς από τον τρόπο και και το βαθμό εξάρτησης του κάθε επιπέδου μέσα στο σύνολο των διαρθρώσεων του ‘όλου’»[11]. 
Οι Πρωτογενείς αυτοί χώροι, χωρίζονται σε δύο είδη Υπο-χώρων: 
α.1.) Το Φυσικό Χώρο, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως πρωτογενής από πλευράς θέσεως στη διαλεκτική διαδικασία, συνεπώς είναι χώρος Αιτιακός και υποδομικός.  Ο Φυσικός Χώρος αναφέρεται στα ακόλουθα στοιχεία: χλωρίδα, πανίδα, ανάγλυφο, υπέδαφος, κλίμα, φυσικοί πόροι και φυσικά διαθέσιμα, και 
α.2.) Το Στοιχειώδη Ανθρωποχώρο, ο οποίος είναι και αυτός διαλεκτικός πρωτογενής και άρα Αιτιακός υποδομικός χώρος. Αυτός νοείται ως σύνολο ανθρωποστοιχείων, όπως φυλετικοί κοινωνικοί σχηματισμοί, πληθυσμιακές συσσωρεύσεις και δημογραφικές συνθέσεις κατά φύλο και πυραμίδες ηλικιών, στατιστικές δημογραφικές κινήσεις κ.τ.λ. Στον χωρικό αυτόν Τύπο, δεν συμπεριλαμβάνονται οι εθνικο-κρατικοί και εθνοτικοί σχηματισμοί ως έχοντες παραχθεί δευτερογενώς, μέσω οικονομικών, πολιτισμικών και πολιτικών διαδικασιών. Δηλ. μέσω διαδικασιών οι οποίες εκ φύσεως είναι δευτερογενείς.

β) Οι Δευτερογενείς Χώροι, οι οποίοι είναι Αιτιατι-κοί (resultatif) Υπερδομικοί (superstructurals-superstructurels) Χώροι και τους οποίους διακρίνουμε επίσης σε δύο είδη υποχώρων: 
β.1.) Τον Πολιτικό Χώρο ο οποίος ως διαλεκτικώς δευτερογενής, υπερδομικός χώρος αποτελεί διαλεκτικό προϊόν των διαντιδράσεων συντήρησης, αναπαραγωγής, ρήξης και εξέλιξης των συστημάτων υλικής ή άϋλης παραγωγής με τους εκάστοτε κοινωνικούς σχηματισμούς οποιασδήποτε κλίμακος, και 
β.2.) Τον Οικονομικό Χώρο ο οποίος είναι και αυτός διαλεκτικώς δευτερογενής, υπερδομικός χώρος[12]. 

γ) Οι Τριτογενείς Χώροι, οι οποίοι ανήκουν και αυτοί στους Αιτιαι-κούς Υπερδομικούς Χώρους και οι οποίοι διακρίνονται επίσης σε δύο είδη Υπο-χώρων: 
γ.1.) Τον Πολιτισμικό Χώρο, ο οποίος προκύπτει ως διαλεκτικό προϊόν της συνθέσεως μεταξύ Οικονομικού και Πολιτικού Χώρου[13], 
γ.2.) Τον Εθνοτικο-κρατικό/Εθνικο-κρατικό Χώρο, ο οποίος προκύπτει ως διαλεκτικό προϊόν της συνθέσεως μεταξύ Πολιτικού και Πολιτισμικού Χώρου[14], και 

δ) Οι Συνθετικοί Χώροι, ανωτέρας διαλεκτικής τάξεως χώροι οι οποίοι διακρίνονται από τον γράφοντα σε: 
δ.1.) Πλήρεις Συνθετικούς ΧώρουςΠλήρη Χωρικά Πλέγματα] οι οποίοι νονούνται ως το σύνολο των διαλεκτικώς πρωτογενών, δευτερογενών και τριτογενών του χαρακτηριστικών, με τον τρόπο που αυτά ορίσθηκαν ανωτέρω, και 
δ.2.) Ειδικούς Συνθετικούς ΧώρουςΕιδικά Χωρικά Πλέγματα], οι οποίοι προκύπτουν από την αλληλεπικάλυψη σε επίπεδο υποδομής, των δύο διαλεκτικώς Πρωτογενών χωρικών οντοτήτων (Φυσικού Χώρου και Στοιχειώδους Ανθρωποχώρου) και των αντιστοιχούντων σε αυτές ποιοτικο-ποσοτικά μεταβαλλόμενων και διαλεκτικώς δευτερογενών και τριτογενών δομικών χαρακτηριστικών τα οποία ορίσθηκαν όπως ανωτέρω. 

ii) Εντάσσεται σε κοινώς αποδεκτή επιστημολογικά ταξινόμηση η οποία προσδιορίζει τους κλάδους της Επιστημης της Γεωγραφίας 
Δηλαδή: 
α) Τη Φυσική Γεωγραφία, η οποία αφορά την ανάλυση των στοιχείων του Φυσικού Χώρου. 
β) Την Ανθρωπογεωγραφία η οποία είναι η γεωγραφία της ανάλυσης των στοιχείων του Στοιχειώδους και Σύνθετου Ανθρωποχώρου. Η Ανθρωπογεωγραφία περιλαμβάνει: 
  β.1.) Την Εθνικο-κρατική Ανθρωπογεωγραφία η οποία προβαίνει στην δυναμική ανάλυση των εθνοτικών / εθνικών οντοτήτων και χαρακτηριστικών τα οποία εντοπίζονται στην κλίμακα του εθνικού κράτους/κράτους έθνους, το οποίο αποτελεί και Σύνθετη μορφή Ανθρωποχώρου. Συμπεριλαμβάνει συνεπώς και την εξέταση των πάσης φύσεως μειονοτικών φαινομένων. Η μελέτη των μορφών του Στοιχειώδους Ανθρωποχώρου εντάσσεται πλέον στο Σύστημα της Εθνικο-κρατικής Ανθρωπογεωγραφίας, ως συστήματος πληρέστερης από πολιτικής -άρα και χρηστικής- απόψεως, μελέτης. 
  β.2.) Την Πολιτισμική Γεωγραφία ή Γεωγραφία των Πολιτισμών ή Γεωγραφία του Πολιτισμού. Εδώ πρόκειται για τη δυναμική ανάλυση της συσχέτισης, της αλληλεπίδρασης και της αλληλεξάρτησης των πολιτισμικών αρχετυπικών χαρακτηριστικών, οντοτήτων, μορφωμάτων αλλά και των διαπλοκών και αλληλεξαρτήσεών τους, στο πλαίσιο του εκάστοτε είδους εξεταζομένων -πλήρους ή ειδικής μορφής- Συνθετικών Χώρων. 
  β.3.) Την Οικονομική Γεωγραφία η οποία αφορά στη δυναμική ανάλυση των οικονομικών χαρακτηριστικών συλλογικών ή ατομικών οντοτήτων, μορφωμάτων αλλά και των διαπλοκών και των αλληλεξαρτήσεων αυτών, στο πλαίσιο των εκάστοτε εξεταζομένων -πλήρους ή ειδικής μορφής- Συνθετικών Χώρων. 
  β.4) Την Πολιτική Γεωγραφία η οποία αφορά στην δυναμική ανάλυση των πολιτικών χαρακτηριστικών συλλογικών ή ατομικών οντοτήτων, μορφωμάτων αλλά και των διαπλοκών και των αλληλεξαρτήσεων αυτών, στο πλαίσιο των εκάστοτε εξεταζομένων -πλήρους ή ειδικής μορφής- Συνθετικών Χώρων. 
  β.5) Την Γεωγραφία της Γνώσεως ή Γνωσιογεωγραφία ή Γεωγραφία Εστιών Παραγωγής, Διασποράς και Ελέγχου της Πληροφορίας η οποία αφορά στην δυναμική ανάλυση, (παρουσίαση χωροθετική, ποσοτική και ποιοτική των κέντρων παραγωγής γνώσεως και των κέντρων ελέγχου αυτής, προσδιοριμός των τρόπων παραγωγής, διασφάλισης και ελέγχου,  προσδιορισμός των θεμελιωδών χαρακτηριστικών των ειδών της παραγόμενης Γνώσης, προσδιορισμός των θεμελιωδών χαρακτηριστικών των τρόπων διασποράς και ελέγχου, κ.τ.λ.). Πρέπει εδώ να αναφερθούμε στο σημαντικό καινοτόμο στοιχείο της Γεωγραφίας αυτής: το γεγονός ότι αναγνωρίζει στη συγκρότηση της θεμελιώδους δομής της Γνώσης, το δομικό στοιχείο της Γλώσσας αλλά και το δομικό υλικό της τελευταίας δηλ. την Πληροφορία. Αναγνωρίζει επίσης στην ανωτέρω συγκρότηση και τις δυνατότητες που προσφέρονται για την δημιουργία Νέων Τύπων Πολλαπλασιαστών Διεθνούς Ισχύος (ΝΕ.ΤΥ.ΠΟ.Δ.Ι.) οι οποίοι εντοπίζονται χωροθετικά και θεωρητικά στους δημιουργούμενους Νέους Πόλους Διεθνούς Ισχύος. 

Η Γεωπολιτική, όπως συνεχώς αναφέρω, μελετά τέσσερις πτυχές ασκήσεως επιρροής της ισχύος των εθνικοκεντρικών οντοτήτων ή άλλης μορφής διεθνών δρώντων, δηλ. ΝΕ.ΠΟ.Δ.Ι. Εδώ θα μπορούσαμε να εντοπίζαμε ως σημεία επικέντρωσης της μελέτης μας, υπο-εθνικούς, εθνικούς ή υπερ-εθνικούς κοινωνικούς, αμυντικούς, πολιτικούς, πολιτισμικούς/ελέγχου και διασποράς πληροφορίας ή οικονομικούς Πόλους διεθνούς Ισχύος. Η τελευταία πτυχή, η πολιτισμιο-πληροφοριακή, την οποία και θεωρώ ισχυρότερη από απόψεως αποτελεσμάτων ασκήσεως επιρροής και δημιουργίας συμπαγεστέρων σφαιρών επιρροής, περιλαμβάνει σημαντικότατες μεταβλητές όπως, το φαινόμενο του γλωσσικού επεκτατισμού, τις θρησκευτικές ιδιομορφίες οι οποίες καταλήγουν ισχυρά πολιτικά και γεωστρατηγικά εργαλεία στο πλαίσιο των διαφορών και των ετεροτήτων που δημιουργούν σε εθνικο-πολιτισμικό επίπεδο και τελικώς τα κοινωνικής και ανθρωπολογικής φύσεως δεδομένα.[15]

        iii) Ύπαρξη ποσοτικής επιστημονικής μεθοδολογίας
Η Γεωπολιτική, εκτός των κλασικών μεθόδων των κοινωνικών επιστημών (ποσοτικών και ποιοτικών) διαθέτει και τις τις ιδικές της, δηλαδή τις Γεωγραφικές, επιστημονικές μεθόδους για να λειτουργήσει: π.χ. Χαρτογραφία, Θεωρία Σφαλμάτων, Αεροφωτογραφία, Τηλεπισκόπηση, Δορυφορική Γεωδαισία, Ωκεανογραφία-Θαλάσσια Γεωγραφία, Θεωρία Φυσικών Πόρων και Φυσικών Διαθεσίμων κ.τ.λ., Κλιματολογία, Ορυκτολογία, Πετρογραφία, Οικονομική Ανάλυση του Χώρου, Χωροταξία και Χωρική Ανάλυση, Γεωγραφικά Πληροφοριακά Συστήματα (G.I.S.), Δυναμικοί Διανυσματικοί Χάρτες, κ.τ.λ. Αυτό συμβαίνει απλούστατα, διότι η Γεωπολιτική είναι  Γεωγραφική αναλυτική μέθοδος. 
- Άλλωστε σύμφωνα με τον προαναφερθέντα Saul Bernard Cohen, έναν από τους εγκυρότερους σύγχρονους αμερικανούς γεωγράφους-γεωπολιτικούς [16]: «Η πραγματική αξία της σύγχρονης Γεωπολιτικής έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί επιστημονική ανάλυση των γεωγραφικών παραγόντων στους οποίους βασίζονται οι διεθνείς σχέσεις και οι οποίοι κατευθύνουν (sic!) τις πολιτικές αλληλεπιδράσεις»[17]. 
- O αμερικανός πολιτικός επιστήμων Edmund Walsh, σύμφωνα με τον S. B. Cohen, “...υποστήριξε μια αμερικάνικη Γεωπολιτική βασισμένη στη διεθνή δικαιοσύνη η οποία ήταν μια συνδυασμένη μελέτη ανθρωπογεωγραφίας και εφαρμοσμένης πολιτικής επιστήμης... που ανατρέχει στον Αριστοτέλη, τον Μοντεσκιέ και τον Κάντ[18]. 
- Είναι δε σημαντικότατο ότι ένας έγκυρος αγγλοσάξων κλασσικός ρεαλιστής διεθνολόγος, ο Colin Gray, δεν αρνείται ακόμα και την ύπαρξη μιας «Γενικής Γεωπολιτικής Θεωρίας». Δηλ. ακριβώς το ζητούμενο για τον τομέα των Διεθνών Σχέσεων! Γράφει χαρακτηριστικά: «...η πρώτιστη αρετή της Γενικής Γεωπολιτικής Θεωρίας19] (sic!), υπό την προϋπόθεση ότι δεν γίνεται κατάχρηση, βρίσκεται στο ότι εστιάζει την προσοχή μας  σε διαρκείς και σταθερούς παράγοντες [Σ.Σ.: διότι πρόκειται για Γεωγραφικούς παράγοντες]». Και συνεχίζει: «...εκείνοι οι οποίοι θέλουν να κατανοήσουν τις διαστάσεις της διεθνούς ασφάλειας πρέπει να αφομοιώσουν τις ουσιώδεις έννοιες της Γεωπολιτικής»[20]. 
- Άλλωστε και η ρήση του Saul Kohen, το 1963[21], υπογραμμίζει τον παράγοντα της σταθερότητα των συντελεστών και την οντολογική ευκρίνεια των μεταβλητών της γεωπολιτικής, τονίζοντας το γεωγραφικό τους χαρακτήρα. Γράφει ότι : «...η πεμπτουσία της Γεωπολιτικής είναι η μελέτη της υφισταμένης σχέσεως μεταξύ της διεθνούς πολιτικής της ισχύος και των αντιστοίχων γεωγραφικών χαρακτηριστικών, κυρίως δε αυτών των γεωγραφικών χαρακτηριστικών που αναπτύσσονται στις πηγές της ισχύος». Και δίνει τον ορισμό της γεωπολιτικής ως εξής: « Η Γεωπολιτική ορίζεται σε αυτόν τον τόμο ως η ανάλυση της διάδρασης μεταξύ αφενός των γεωγραφικών πραγματικοτήτων και προοπτικών και, αφετέρου, των πολιτικών διεργασιών. Ως γεωγραφικές πραγματικότητες νοούνται γεωγραφικά χαρακτηριστικά και μορφότυποι όπως και οι πολυστρωματικές περιοχές που αυτά σχηματίζουν. Στις πολιτικές διεργασίες εγγράφονται δυνάμεις που λειτουργούν τόσο σε διεθνή κλίμακα, όσο και στην εγχώρια αλλά επηρεάζουσες  τη διεθνή συμπεριφορά του δρώντος. Οι γεωγραφικές πραγματικότητες και οι πολιτικές διεργασίες λειτουργούν κατά τρόπο δυναμικό αλληλοεπηρεαζόμενες. Η Γεωπολιτική λοιπόν, έχει ως αντικείμενο τη μελέτη των επιπτώσεων αυτών των διαδράσεων» [22]. 

Αντιθέτως, οι ορισμοί σχετικά με μια αντίστοιχη «Γενική Θεωρία Διεθνών Σχέσεων» οι διαθέσιμοι από κάποιον, αντιστοίχου με τον Gray, κύρους, για την αγγλοσαξωνική διεθνολογική θετικιστική επιστημονική κοινότητα[23] εμφανίζουν το κριτήριο της προβλεπτικής ικανότητας (predictability) ως προϋπόθεση άρα κινούνται μάλλον στην σφαίρα του ευκταίου και όχι του πραγματικού. Κλασική περίπτωση αυτού του φαινομένου αποτελεί ο ορισμός του Quincy Wright, ο οποίος αναφέρει ότι «...ως γενική θεωρία διεθνών σχέσεων νοείται ένα περιληπτικό, συνεκτικό και αυτο-διορθούμενο γνωσιακό σώμα συμβάλλον στην κατανόηση, την πρόβλεψη, την αξιολόγηση και τον έλεγχο των σχέσεων μεταξύ των κρατών και των επικρατουσών παγκοσμίως συνθηκών» [24].  Και είναι απολύτως φυσικό να επισημαίνεται από τον Wright το αίτημα της πρόβλεψης, μαζί με τα υπόλοιπα τρία αιτήματα, ώστε να δημιουργηθεί ο επιστημονικός χαρακτήρας της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, όταν ο ίδιος, μερικά χρόνια νωρίτερα, έχει ήδη παραδεχθεί ότι το πεδίο των διεθνών σχέσεων είναι ακόμη «...ένας αναδυόμενος επιστημονικός κλάδος ο οποίος παρουσιάζει μικρό βαθμό συνοχής σε ότι αφορά το μεθοδολογικό και λογικό του υπόβαθρο...»[25] 
- Απεναντίας ο πολύς [Σ.Σ.: για το σύνολο, όμως, της διεθνολογικής κοινότητας]  Raymond Aron, επεξηγώντας στο άρθρο του “Quest-ce quune Théorie des Relations Internationales?”, τις δυσκολίες που συνάντησε στη συγγραφή του βιβλίου του με τίτλο: Paix et Guerre entre les Nations[26] γράφει -κάπως απογοητευμένος- ότι ξεκινώντας να ριχθεί στην περιπέτεια  της δημιουργίας μιας ‘Γενικής Θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων’ ανάλογη με την προταθείσα από τους Walras  και Pareto για τις Οικονομικές Επιστήμες, κατέληξε με την πεποίθηση ότι: «...δεν είναι δυνατόν να υπάρξει καθαρή θεωρία των Διεθνών Σχέσεων». Και αυτό το αποδίδει i) στο ότι δεν κατάφερνε να προσδιορίσει στους διεθνείς δρώντες έναν «κοινόν αντικειμενικό σκοπό»[27] και ii) στο ότι είναι αδύνατο να κάνει το διαχωρισμό μεταξύ ενδογενών ( την περιγραφή των πόλων ισχύος) και εξωγενών (τους οικονομικούς συσχετισμούς δυνάμεων ή ακόμη-ακόμη τα εσωτερικά κρατικά καθεστώτα) μεταβλητών του διεθνούς συστήματος[28]. Δεδομένου τούτου, ο R. Aron, αρνούμενος, τις «μονομερείς επεξηγήσεις/explications unilaterales» φθάνει στο βαρυσήμαντο για την έρευνά μας συμπέρασμα ότι «κάθε συγκεκριμένη μελέτη των Διεθνών Σχέσεων είναι μια Κοινωνιολογική μελέτη»[29]. 

            iv) H Γεωπολιτική, ως γεωγραφική αναλυτική μέθοδος, δεν διακατέχεται από την αγωνία της «διαψευσιμότητας/ falsifiability» και της «προβλεπτικής ικανότητας/predictability» 
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μπορεί να κατασκευάσει το πλέον πολύπλοκο μαθηματικό μοντέλο με τα ήδη υπάρχοντα εργαλεία της, τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω τελειοποιούνται όλο και περισσότερο (π.χ. Geographical Information Systems/G.I.S.) ώστε να επιδείξει προβλεπτική ικανότητα(predictability-Imre Lakatos) και συνεπώς να υπόκειται και στο ποπεριανό αίτημα της διαψευσιμότητας (falsifiability). 
Το επιστημολογικό ζήτημα με την Γεωπολιτική, εντοπίζεται στο επίπεδο της τελικής κρυστάλλωσης της μίας και μόνης Θεωρίας, μιας Γενικής Γεωπολιτικής Θεωρίας (έστω και εάν ο C. Gray θεωρεί ότι υπάρχει ήδη) η οποία θα είναι κοινώς αποδεκτή από το σύνολο της επιστημονικής κοινότητος[30] της ενασχολουμένης με την ανάλυση του Διεθνούς γίγνεσθαι. Θεωρία η οποία θα ενσωματώνει τις όποιες χρήσιμες παρατηρήσεις της Κριτικής προσέγγισης που δύνανται να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, υποκείμενα και λειτουργικά στα ανωτέρω τέσσερα επιστημονικά αιτήματα. Η ενδιαφέρουσα διαφορά της γεωπολιτικής θεωρητικής έρευνας  από την αντίστοιχη στο πεδίο της μελέτης των Διεθνών Σχέσεων[31] είναι ότι θεωρητική και περί της μεθοδολογίας αντιπαράθεση, δεν υφίσταται μεταξύ Γεωγράφων του διευρημένου νεο-θετικιστικού χώρου. Στην περίπτωση, λοιπόν της Γεωπολιτικής, η επιστημολογική αντιπαράθεση μεταξύ Γεωγράφων, γίνεται τυπικά και ουσιαστικά μεταξύ Νεοθετικιστών και της Μεταθετικιστικής (κριτικής) Σχολής (π.χ. Συστημική Γεωπολιτική vs Κριτική Σχολή Γεωπολιτικής[32]), πράγμα αναμενόμενο, που αποτελεί άλλωστε και κοινό παρονομαστή με την περίπτωση των θεωρητικών αντιπαραθέσεων στο πεδίο των Διεθνών Σχέσεων. 
Σύμφωνα με το νέο μοντέλο ανάπτυξης της Επιστήμης που προτείνει ο Kuhn στη «Δομή»[33] η Συστημική Γεωπολιτική Ανάλυση, ως επιστημονική μέθοδος γεωγραφικής ανάλυσης πέρασε το επίπεδο ισχύος του ‘Πρώτου Παραδείγματος’, όπου εθεωρείτο ως κράμα «γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής» με προεκτάσεις εφαρμοσμένης πολιτικής, ιδιαίτερα στο χώρο της Εξωτερικής Πολιτικής[34]. 
Τώρα, εάν η  Σύγχρονη Συστημική Γεωπολιτική βρίσκεται στο στάδιο της κατά Kuhn «ιδιάζουσας επιστήμης» η οποία σωρεύει και μελετά το νεφέλωμα των «προ-παραδειγματικών» συμβαινόντων που, τότε τη φάση αυτή θα εξελιχθεί στο επίπεδο της, και πάλιν κατά Kuhn, «επιστημονικής επανάστασης» και συνεπώς στο «Νέο Παράδειγμα». 
Τονίζουμε όμως, ότι στην περίπτωση της Σύγχρονης Συστημικής Γεωπολιτικής πρόκειται για «κοινώς παραδεκτό επιστημονικό επίτευγμα» από την συγκεκριμένη «επιστημονική κοινότητα» [Kuhn] των Γεωγράφων-Γεωπολιτικών. 
Αναφορικά όμως με την περίπτωση των Διεθνών Σχέσεων έχουμε τουλάχιστον πέντε  κύριες κατηγορίες αλληλοσυγκρουμένων αντιλήψεων [περί του διεθνούς γίγνεσθαι], οι οποίες μάλιστα διαλέγονται ισοτίμως μεταξύ τους από το 1919, στο πλαίσιο ενός ανολοκλήρωτου όσο και ενδιαφέροντος επιστημολογικού πολέμου με πολλές κρίσιμες μάχες. 
Είναι λογικό να συμβαίνει αυτό μεταξύ αντιλήψεων και προσπαθειών συστηματοποίησης του γεγονοτολογικού και εμπειρικού υλικού που προκύπτει από την παρατήρηση του διεθνούς γίγνεσθαι. Και όπως αναφέρει ο Kuhn, «η επιστήμη αρχίζει με την εμφάνιση του πρώτου Παραδείγματος (και τη δημιουργία της πρώτης επιστημονικής κοινότητας) [35]. Μέχρι τότε δεν υπάρχει επιστήμη αλλά μια πλειάδα αντιμαχόμενων «σχολών» και απόψεων»[36]. 
Ως Γεωγράφοι - Γεωπολιτικοί πρέπει να παρατηρήσουμε προσεκτικά αυτήν την τόσο ενδιαφέρουσα και γόνιμη αντιπαράθεση και να διδαχθούμε πολλά σε ότι αφορά την ολοκλήρωση και την τελειοποίηση της ιδικής μας Γενικής Γεωπολιτικής Θεωρίας αλλά και να προσπαθήσουμε να ενθαρρύνουμε τους θεράποντες του τομέα των Διεθνών Σχέσεων να προχωρήσουν προς την οδό των Υποδειγμάτων προβλεπτικότητας τελειοποιώντας την σε συνεργασία με τους ειδικούς μαθηματικούς του κλάδου των εφηρμοσμένων μαθηματικών ή με συνεργάτες τους Γεωγράφους/Γεωπολιτικούς. 
Το γεγονός ότι η Γεωγραφία και η Ανάλυση του Χώρου διδάσκεται με άξιους δασκάλους και στην Ελλάδα, από το 1981, και στη Σχολή Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου και κατόπιν στην Πολυτεχνική Σχολή του Α.Π.Θ., και σε ειδικά πανεπιστημιακά Τμήματα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, με συγκεκριμένη χρησιμότητα, σαφή και εκτενέστατη υλική εφαρμογή  και μετρήσιμη ποσοτικά παρεμβατικότητα στον κοινωνικό, γεωγραφικό και οικονομικό χώρο δηλώνει ότι έχει επιτυχώς λειτουργήσει, δοκιμασθεί και επαληθευθεί και ως, επιστημονικής βάσεως, πράξη.



[1] Lorot, P., Histoire de la Géopolitique, Economica, Paris, 1995, p. 7.

[2] Σ.Σ.: Για τα ανωτέρω, βλ. κυρίως James E. Dougherty και Robert L. Pfaltzgraff, Jr. Ανταγωνιστικές Θεωρίες Διεθνών Σχέσεων, Τόμος Α΄, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1992, μετάφραση Θανάση Αθανασίου και Νικηφόρου Σταματάκη και επιστημονική επιμέλεια του Επίκουρου Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών, Πάρι Βαρβαρούση.

[3] Foucher, M., Fronts et Frontières, Fayard, Paris, 1991.

[4] Lorot, P., Histoire de la Géopolitique, Economica, Paris, 1995, p. 7.

[5] Yves Lacoste, Questions de Géopolitique-L’Islam, la mer, l’Afrique, LLDP., Paris, 1991 στο Ι. Θ. Μάζης, Γεωπολιτική: Η Θεωρία και η Πράξη, εκδ. ΕΛΙΑΜΕΠ/ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήνα 2002, σ. 29.

[6] Βλ. Candidatures: De nationalités souvent variées, les étudiants sont d'origine disciplinaire diverse: géographie, histoire, relations internationales, économie, gestion, commerce, droit, sciences de l'ingénieur... Ils peuvent suivre la formation sur deux ans dans le cadre de la formation continue. Ils accèdent sur dossier et après un entretien permettant la sélection des 25 à 30 candidats retenus. Les inscriptions se font via le portail SESAME (voir rubrique scolarité). http://epi.univ-paris1.fr/05684778/0/fiche___pagelibre/&RF=epi-163

[7] Ι. Θ. Μάζης, Γεωπολιτική: Η Θεωρία και η Πράξη, Παπαζήσης/ΕΛΙΑΜΕΠ, Αθήνα 2002, σ. 34-37.

[8] Alain Lipietz, Le capital et son Espace, Maspero, Paris p. p.: 18-19 και L. Althusser- E. Balibar, Lire le Capital, Petite Collection Maspero, Paris, t. I, p. 119-120.

[9] Alain Lipietz, Le capital et son Espace, Maspero, Paris p.p.: 14-16

[10] Σ.Σ.: και όχι «διαφορετικές» όπως αναφέρεται, εκ τυπογραφικού λάθους, στο Ι. Μάζης, όπ. αν. σ. 77, στιχ. 2.

[11] Alain Lipietz, Le capital et son Espace, Maspero, Paris p.p.: 20

[12] Σ.Σ.: Για περισσότερες θεωρητικές διευκρινίσεις σχετικά με τον Οικονομικό Χώρο από την μαρξιστική οπτική γωνία αλλά και για διαφορές μεταξύ Μαρξιστικού και Μεθοδολογικού Γεωγραφικού Διπόλου, βλ. Ι. Θ. Μάζης, όπ.αν. σ.: 35.

[13] Σ.Σ.: Για περισσότερες θεωρητικές διευκρινίσεις σχετικά με τον Πολιτικό Χώρο βλ. Ι. Θ. Μάζης, όπ.αν. σ.σ.: 35-36.

[14] Για περισσότερες θεωρητικές διευκρινίσεις σχετικά με τον Πολιτικό Χώρο βλ. Ι. Θ. Μάζης, όπ.αν. σ.σ.: 36-37.

[15] Σ.Σ.: Για περισσότερα βλ. Ι. Θ. Μάζης, Γεωπολιτική: Η Θεωρία και η Πράξη, Παπαζήσης/ΕΛΙΑΜΕΠ, Αθήνα 2002, σ. 38-39.

[16] Σ.Σ.: ο Saul Bernard Cohen είναι Γεωγράφος και επίτιμος Καθηγητής της Γεωγραφίας στο Hunter College/USA. Επίσης, διετέλεσε διευθυντής του Clark School of Geography.

[17] Saul Bernard Cohen, Geopolitics on the World System, Rowman & Littlefield Publishers, Inc., Lanham-Boulder-New York-Oxford, 2003, [Library of Congress Cataloging-in-Publication Data: 1).Geopolitics, 2).World Politics, 3).Ethnic relations, 4). International Security, 5).International Relations, ...], p. 11 [οι υπογραμμίσεις δικές μου]. Παραθέτω το απόσπασμα στην αγγλική:The true value of modern geopolitics is a scholarly analysis of the geographical factors underlying international relations and guiding political interactions”.

[18] Edmund Walsh, “Geopolitics and International morals”, in Compass of the World, H.W. Weigert & V. Stefanson (ed.), 12-39, N.Y.-Macmillan, 1944, στο S.B. Cohen, όπ. αν. p. 11. Στα αγγλικά: “...E. Walsh espoused an American geopolitics based upon international justice and “that was a combined study of human geography and applied political science...dating back to Aristotle, Montesquieu and Kant”., στο S. B. Cohen, όπ. αν. p. 11.

[19] Σ.Σ.: η υπογράμμιση δική μας.

[20] C. Gray, The Geopolitics of Nuclear Era: Heartland, Rimlands and the Technological Revolution, Crane, Rusak for the National Informations and Strategic Center, New York, 1977, p. 65.

[21] Saul Κohen, Geography and Politics in a World divided, 1963.

[22] Saul Κohen, Geopolitics of the World System,  Rowman & Littlefield Publishers, Inc., Lanham, Boulder, New York, Oxford, Print. U.S.A., 2003, p. 12. Παραθέτω: “ Geopolitics is defined in this volume, as the analysis of the interaction between, on the one hand, geographical settings and perspectives and, on the other, political processes. The settings are composed of geographical features and patterns and the multilayered regions that they form. The political processes include forces that operate at the international level and those on the domestic scene that influence international behavior. Both geographical settings and political processes are dynamic, and each influences and is influenced by the other. Geopolitics addresses the consequences of this interaction .

[23] Σ.Σ.: Η γαλλογερμανική επιστημονική κοινότητα δεν συμβαδίζει με την αγγλοσαξωνική ως προς την αξιολογική της κλίμακα αναφορικά με πρόσωπα και προσεγγίσεις. Συμβαίνουν αυτά....

[24] Quincy Wright, “Development of a General Theory of International Relations”, in Horace V. Harrison (ed.), The Role of Theory in International Relations, Princeton, N.Y., (University of Maryland symposia in government and politics), Van Nostrand, 1964, p. 20. Παραθέτω: «...a general theory of international relations means a comprehensive, coherent, and self-correcting body of knowledge contributing to the understanding, the prediction, the evaluation, and the control of relations among states and of the conditions of the world».

[25] Παραθέτω το αγγλικό κείμενο: “...an emerging discipline manifesting little unity from the point of view of method and logic...”

[26] R. Aron, Paix et Guerre entre les Nations, [1e 1962], Calmann-Levy, 8e éd. 1984.

[27] Σ.Σ.: Εδώ ο Aron εξυπονοεί τον Morgenthau, για τον οποίον «ο αντικειμενικός σκοπός» του διεθνούς δρώντα είναι η μεγιστοποίηση της ισχύος, αλλά  και «ο αντικειμενικός σκοπός» του K. Waltz που αναφέρεται στην «ασφάλεια» πλήττεται καίρια επίσης με αυτήν την παρατήρηση του γάλλου ιστορικού-κοινωνιολόγου-διεθνολόγου. βλ. D. Battistella, Théories de Relations Internationales, 2e éd. revue et augmentée, Presses de Sciences Po, Paris, 2006, p. 36.

[28] D. Battistella, Théories des Rélations Internationales, 2e édition revue et augmentée, Sciences Po-Les Presses, Paris 2006, p.3

[29] R. Aron, “Qu’est-ce qu’une Théorie des Relations Internationales?”, Revue francaise de Science Politique, 17 (5), octobre 1967, p. 837-861.

[30]  Σ.Σ.: «...με τον όρο επιστημονική κοινότητα (scientific community), o Kuhn χαρακτηρίζει ένα σύνολο επιστημόνων με συναφές πεδίο έρευνας, που ασπάζονται τις ίδιες βασικές αντιλήψεις για τη φύση της επιστήμης και τη μεθοδολογία της [...] Το βασικό χαρακτηριστικό της ‘επιστημονικής κοινότητας’ είναι η αποδοχή ενός κοινού ‘Παραδείγματος’ (paradigm) [...] δηλ. “το σύνολο των πεποιθήσεων, των αναγνωρισμένων αξιών και των τεχνικών που ασπάζονται τα μέλη μια συγκεκριμένης ομάδας επιστημόνων. Δεν ταυτίζεται λοιπόν το ‘Παράδειγμα’ με μια θεωρία έχει πολύ πιο σφαιρική διάσταση... ». Βλ. Β. Κάλφας, «Εισαγωγή του Επιμελητή», σ. 26, στο Τhomas S. Kuhn, Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, Σύγχρονα Θέματα, Γ’ Έκδοση, Αθήνα 2004 [ T. S. Kuhn, The Structure of Scientific Revolutions, 1st. ed., Chicago: Univ. of Chicago Pr., 1962.]

[31] Σ.Σ.: Θα χρησιμοποιώ τον όρο «Διεθνείς Σχέσεις» με κεφαλαία, όταν θέλω να αναφερθώ στην προσπάθεια μερίδας πολιτικών επιστημόνων θετικιστικών φιλοσοφικών τοποθετήσεων να εφοδιάσουν τον χώρο μελέτης τους με συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο κοινά αποδεκτό, με θετικό τρόπο προσδιοριζόμενο, θεωρητικό και μεθοδολογικό εργαλείο επίσης κοινά αποδεκτό από τους ομοτέχνους τους με δυνατότητες διαψευσιμότητας και προβλεπτικότητας.

[32] Σ.Σ.: Σχετικά με επιστημονική αρθρογραφία του γράφοντος, με μορφή κριτικής προς την Κριτική Σχολή της Γεωπολιτικής και ιδιαίτερα στον Géaròid Ó Thuaithail [Critical Geopolitics, Borderlines, volume 6, University of Minnesota, Minneapolis, 1996.], βλ. στα γαλλικά: I. Mazis, “Critique de la Géopolitique critique ou bien "Qui a peur de l'analyse géopolitique moderne?, στο ÉTUDES INTERNATIONALES, No 106, 1/2008, pp.140-154, issn 03308758. Επίσης, στα ελληνικά, στην παρούσα ιστοσελίδα: http://www.geo-mazis.gr/index.php?option=com_mtree&task=viewlink&link_id=41&Itemid=45 

Γ΄ ΜΕΡΟΣ: Προτεινόμενη μεθοδολογία γεωπολιτικής ανάλυσης.

Μεθοδολογία συγγραφής μιας Γεωπολιτικής Ανάλυσης. Δομή, έννοιες και Όροι.


[Ιωάννης Θ. Μάζης, 31-10-2007] 

Περίληψη. 
Στο κείμενο αυτό προτείνεται μια μεθοδολογία συστημικής  γεωπολιτικής ανάλυσης, προς χρήση των ερευνητών που κάνουν χρήση του γεωγραφικού αυτού αναλυτικού επιστημονικού εργαλείου με σκοπό την διερεύνηση των διεθνών πολιτικών γεγονότων, των διεθνών σχέσεων και των συναφών με αυτές ανακατανομών ισχύος (αμυντικής, οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής) στο σύνολο των συστημάτων των εθνικών κοινωνικών σχηματισμών του πλανήτη (Εθνικο-κρατικών και  εθνοτικών) και των φαινομένων αλλά και των οντοτήτων που επηρεάζουν την συγκρότηση, τη δομή και τις διαδράσεις ισχύος μεταξύ των σχηματισμών αυτών. Δυστυχώς κάτι ανάλογο δεν έχει προταθεί μέχρι σήμερα στους ερευνητές των πεδίων αυτών του διεθνούς γίγνεσθαι, με αποτέλεσμα οι όροι να χρησιμοποιούνται ανακριβώς, να δημιουργούνται παρερμηνείες και να καταλήγουμε σε επιστημονικούς εκλεκτισμούς στην προσέγγιση των θεμάτων αυτών. Κάτι τέτοιο όμως, δεν αποτελεί, κατ’ ουδένα λόγο «μεθοδολογία ανάλυσης». 
Λέξεις-κλειδιά: Γεωπολιτικό Σύμπλοκο, Γεωγραφικό Σύστημα, Υποσύστημα, Υπερσύστημα, Γεωπολιτικές τάσεις-δυναμικές, θετική υποσυστημική συνιστώσα τάση ισχύος, μηδενική υποσυστημική συνιστώσα τάση ισχύος, Εσωτερικό του Συστήματος, Εξωτερικό του Συστήματος. 

Α. Ο Τίτλος του θέματος και η ερμηνεία του.
Ο τίτλος ενός θέματος μιας μελέτης γεωπολιτικής αναλύσεως (πρέπει να) ορίζει τα δεδομένα και τα ζητούμενα του προβλήματός μας. Δηλαδή ορίζει: 
1) Τα όρια του Γεωγραφικού Συμπλόκου το οποίο και αποτελεί το γεωγραφικό πεδίο που αφορά την ανάλυσή μας.
2) Τον προς μελέτη  χώρο (εσωτερικό ή εξωτερικό) του Συμπλόκου ο οποίος μας ενδιαφέρει ως πεδίο κατανομής ή ανακατανομής ισχύος λόγω της δράσεως ενός συγκεκριμένου γεωπολιτικού παράγοντος. 
3) Τον προαναφερθέντα γεωπολιτικό παράγοντα του οποίου η συμπεριφορά δύναται να επηρεάσει την κατανομή ισχύος στο εσωτερικό ή και στο εξωτερικό του δεδομένου Γεωγραφικού Συμπλόκου. 
Άς δώσουμε όμως ένα παράδειγμα θέματος προς ανάλυση, ώστε να γίνουμε σαφέστεροι: 

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΘΕΜΑΤΟΣ: 
«Η γεωπολιτική του ισλαμιστικού Κινήματος στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή». 

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΙΤΛΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: 
Η πρώτη μας ενέργεια, αφής στιγμής λάβουμε τον τίτλο του προς επεξεργασία θέματος είναι να προβούμε στην ανάλυσή του, δηλ. τα τρία προαναφερθέντα σημεία. Και αυτά είναι τα ακόλουθα:
1) Τα όρια του Γεωγραφικού Συμπλόκου προσδιορίζονται στον όρο «Ευρύτερη Μέση Ανατολή». 
2) Ο προς μελέτη Χώρος του Συμπλόκου είναι το «εσωτερικό» του γεωγραφικού Συμπλόκου της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής και φαίνεται από το «στην» δηλ. «Εις την…», «εντός των ορίων της…».
3) Ο οριζόμενος γεωπολιτικός παράγων είναι το «ισλαμιστικό Κίνημα». 

Β.  Το Στάδιο της Ανάλυσης. 
Φάση 1η.
Στη φάση αυτή προσδιορίζουμε τα όρια των Γεωπολιτικών Συστημάτων εντός των οποίων θα επεξεργασθούμε τη δράση ή τις δράσεις του οριζόμενου στον τίτλο του θέματος, Γεωπολιτικού Παράγοντος.
Έχουμε τρεις κλίμακες Συστημάτων οριζόμενες ως προς το εύρος του γεωγραφικού χώρου αναφοράς των: 
1) Τα Υποσυστήματα, τα οποία αποτελούν υποσύνολα των Συστημάτων.
2) Τα Συστήματα τα οποία αποτελούν το κύριο προς εξέταση Γεωγραφικό Σύμπλοκο. 
3) Τα Υπερσυστήματα, τα οποία εμπεριέχουν –ως υποσύνολο- το κύριο εξεταζόμενο Σύστημα ή και άλλα τα οποία όμως δεν αφορούν την εξέτασή μας. 
Για να ορίσουμε όμως με όρους φυσικο-γεωγραφικού εύρους τα ανωτέρω Συστήματα απαιτείται και ένα ποιοτικό χαρακτηριστικό το οποίο θα προσδιορίσει -με την ύπαρξή του, τις μορφές του, τη δράση του και το βαθμό επιρροών του- το εύρος των γεωγραφικών χώρων των προαναφερθέντων Συστημάτων. Χωρίς το ποιοτικό αυτό χαρακτηριστικό και τα επι μέρους χαρακτηριστικά του δεν είναι δυνατός, αλλά δεν έχει και νόημα, ο προσδιορισμός των τριών προαναφερθησών κλιμάκων Συστημάτων. 

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΟΡΙΣΜΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ: 
Στο προαναφερθέν θέμα τα όρια των Συστημικών κλιμάκων ορίζονται ως εξής: 
1) Σύστημα: Είναι το Γεωγραφικό Σύμπλοκο της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής, όχι μόνο διότι αυτό δίδεται στον τίτλο, πράγμα που αποτελεί ήδη θεμελιώδες κριτήριο, αλλά και από το γεγονός ότι ο «Γεωπολιτικός παράγων» που είναι το «ισλαμιστικό κίνημα» υπάρχει, δρα και επηρεάζει το σύνολο του Γεωγραφικού Χώρου του Συμπλόκου. 
2) Υποσυστήματα:
i) Το «Ισλαμιστικό κίνημα του Μαγκρέμπ» αποτελεί ένα Υποσύστημα λόγω των ιδιαιτεροτήτων του οι οποίες ανάγονται στο πολιτισμικό, οικονομικό, πολιτικό και οργανωσιακό χαρακτήρα του Ισλάμ στη γεωγραφική αυτή περιοχή.
ii) To «ισλαμιστικό κίνημα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής » για τους ίδιους λόγους. 
iii) Το «Αφγανοπακιστανικό και Ιρανικό ισλαμιστικό κίνημα». 
3) Υπερσύστημα: 
Ως Υπερσύστημα μπορεί να ορισθεί ο Διεθνής Daar al-Islam (Οίκος του Ισλάμ) δηλ. το Γεωγραφικό Σύμπλοκο εκείνο που εμπεριέχει τις γαίες του Ισλάμ διεθνώς οι οποίες κατοικούνται από ισλαμικούς πληθυσμούς και ο Daar al-Sulh (Οίκος της Συνύπαρξης) όπου κατοικεί ανενόχλητη –κατά το μάλλον ή ήτον- η ισλαμική διασπορά (Π.χ. Ευρώπη. Η.Π.Α. Αυστραλία). 

Αφού ορίσουμε τις τρεις κλίμακες των Συστημάτων θα πρέπει να προσδιορίσουμε τα υπό εξέταση πεδία γεωπολιτικής επιρροής του «γεωπολιτικού παράγοντος» του τίτλου μας. Δηλαδή θα πρέπει να καθορίσουμε για ποιο συνδυασμό εκ των τεσσάρων πεδίων (γεωπολιτικών πυλώνων) θα εξετάσουμε τις επιρροές του «γεωπολιτικού παράγοντος» μας στο πλαίσιο πάντα της επιλεγμένης Συστημικής κλίμακος (π.χ. στο επίπεδο του «Συστήματος»). 

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: 
Θα εξετασθούν οι επιρροές του ισλαμιστικού κινήματος στα τρία προαναφερθέντα Υποσυστήματα και ειδικά στους «πυλώνες» της Άμυνας, της Οικονομίας και της Πολιτικής. Ή στους πυλώνες του Πολιτισμού και της Οικονομίας ή στους Πυλώνες του Πολιτισμού, της Πολιτικής και της Άμυνας ή ακόμη και στους τέσσερις πυλώνες : i) της Άμυνας, ii) της Οικονομίας, iii) της Πολιτικής και του iv) Πολιτισμού/Πληροφορίας. 

Φάση 2η. 
Στη φάση αυτή θα προσδιορίσουμε τις γεωπολιτικές τάσεις-δυναμικές για ένα έκαστο των εξετασθέντων υποσυστημάτων. Οι τάσεις αυτές προσδιορίζονται μόνο και αποκλειστικά με όρους «ισχύος». Απαντούν δε στα εξής ερωτήματα: 
1ον) Σε ποιους πυλώνες κατισχύει ο «γεωπολιτικός παράγων» που εξετάζουμε (για το δικό μας παράδειγμα το «ισλαμιστικό κίνημα») και συνεπώς καθορίζει ήδη ή δύναται να καθορίσει τη συμπεριφορά τους στο πλαίσιο του εκάστοτε Υποσυστήματος. Αυτή η μορφή του συμπεράσματος ορίζεται ως «θετική υποσυστημική συνιστώσα τάση ισχύος» του «γεωπολιτικού παράγοντος» στο «Εσωτερικό του Συστήματος». 
2ον) Σε ποιους πυλώνες απορροφάται η επιρροή του «γεωπολιτικού παράγοντος» και ως εκ τούτου δεν επηρεάζει τη συνολική συμπεριφορά του υποσυστήματος. Αυτή η μορφή του συμπεράσματος ορίζεται ως «μηδενική υποσυστημική συνιστώσα τάση ισχύος» του «γεωπολιτικού παράγοντος» στο «Εσωτερικό του Συστήματος». 

Γ. Το στάδιο της Σύνθεσης 
Η Σύνθεση είναι η διαδικασία του αφορά την εύρεση της Συνισταμένης Τάσεως Ισχύος του δεδομένου Γεωπολιτικού παράγοντος, σε τελική συστημική κλίμακα. Αν δηλαδή έχουμε εξεύρει και προσδιορίσει τις επί μέρους συνιστώσες ισχύος (του γεωπολιτικού μας παράγοντος) σε επίπεδο Υποσυστήματος και το ζητούμενο είναι η Συνισταμένη σε συστημική κλίμακα επιπέδου Συστήματος, τότε η φάση της Σύνθεσης θα αρχίσει στο επίπεδο του Συστήματος. Αν οι ζητούμενη συνισταμένη είναι σε επίπεδο Υπερσυστήματος, τότε η φάση της Σύνθεσης θα αρχίσει μετά το πέρας της Αναλύσεως των συνιστωσών του Συστήματος. 

Δ. Συμπεράσματα 
Το τελευταίο μέρος της μελέτης αποτελεί η φάση των Συμπερασμάτων. Εδώ καλούμεθα να περιγράψουμε τις γεωπολιτικές δυναμικές στις οποίες υποβάλλει η «Συνισταμένη της ισχύος», του υπό εξέταση «γεωπολιτικού παράγοντος», την συμπεριφορά του εξετασθέντος Συστήματος, στο περιβάλλον του Υπερσυστήματος. 
Πρέπει να τονίσουμε το εξής: Στη φάση αυτή της μελέτης, όπως και σε οποιαδήποτε άλλη φάση της ως άνω γεωπολιτικής αναλύσεως δεν καταθέτουμε προτάσεις. Ανακαλύπτουμε δομές, δράσεις, λειτουργίες, επιρροές, μορφές, δυναμικές του γεωπολιτικού παράγοντος και τις περιγράφουμε. Όπως περιγράφουμε και τις εξ αυτών συμπεριφορές του Συστήματος. 
Οι προτάσεις, δεν αποτελούν αντικείμενο της Γεωπολιτικής Αναλύσεως. Αποτελούν αντικείμενο της Γεωστρατηγικής προσεγγίσεως η οποία μπορεί να γίνει, μόνον εφόσον μας ζητηθεί και εκμεταλλευόμενη τα αποτελέσματα της προηγηθείσας γεωπολιτικής αναλύσεως. 

Υ.Γ.: Θυμηθείτε: Ο Γεωπολιτικός αναλυτής, κάποια στιγμή θα περάσει στη φάση της γεωστρατηγικής. Αρκεί να το κάνει «στην ώρα του», χωρίς να συγχέει τις δύο φάσεις. Πρώτα θα ολοκληρώσει την Γεωπολιτική ανάλυση, η οποία υπέχει θέση μιας «ραδιοφωτογραφίας» ενός ακτινολογικού εργαστηρίου και μετά θα περάσει στη φάση της Γεωστρατηγικής εφαρμογής, η οποία υπέχει θέση «χειρουργείου». Χωρίς δηλαδή να συγχέει το υφιστάμενο από πλευράς γεωπολιτικής αναλύσεως με το επιθυμητό από γεωστρατηγική άποψη του συγκεκριμένου εθνικού κέντρου. 

Αναδημοσίευση από: http://www.geo-mazis.gr/ 

2) Γεωπολιτική (από Βικιπαίδεια)

Η γεωπολιτική είναι η επιστήμη, η οποία εξετάζει, μελετά, αναλύει, ερμηνεύει την:

  • αλληλεξάρτηση μεταξύ φύσης/γεωγραφικού χώρου (περιβάλλοντος) και ανθρωπίνων δραστηριοτήτων
  • πολιτισμική σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον,
με σκοπό την αξιοποίηση/αύξηση της ισχύος (οικονομικής ή/και στρατιωτικής), στο παρόν και κυρίως στο μέλλον.
Ο όρος Γεωπολιτική σαν επιστημονικός όρος εφαρμόστηκε από τον Σουηδό καθηγητή και φιλόσοφο πολιτικό Rudolf Kjellén to 1899.
Ως επιστήμη, η γεωπολιτική δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και στη συνέχεια διαδόθηκε στην κεντρική Ευρώπη κατά το διάστημα του μεσοπολέμου. Η γεωπολιτική αποτελεί εργαλείο της στρατηγικής με κεντρικό σημείο την εθνική ισχύ και τον έλεγχο μίας γεωγραφικής επικράτειας. Κράτη που είναι ισχυρότερα στην προβολή των ικανοτήτων τους σε μεγαλύτερες αποστάσεις, αποτελούν τα κυρίαρχα κράτη σε κάθε ιστορική περίοδο μέσα στο διεθνές σύστημα. Επομένως, η γεωπολιτική υπονοεί την ύπαρξη διεθνών ανταγωνισμών και υποστηρίζει τη στρατηγική σχεδίαση σε διάφορους τομείς, πχ της στρατιωτικής ισχύος (γεωστρατηγική), της οικονομίας (γεωοικονομία), της δημογραφίας, του περιβάλλοντος, κτλ.

Γεωπολιτικές σχολές/σκέψεις

Karl Haushofer: Γερμανική σχολή. Ολοκληρώθηκε κατά τη δεκαετία 1980. Ναζισμός-Ρατσισμός. Τα έργα του Karl Haushofer βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση στη Ναζιστική ηγεσία και οι ιδέες του χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογήσουν την γερμανική επεκτατικότητα κατά την εποχή κυριαρχίας του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος. Προτάθηκε από το Χίτλερ στο Στάλιν, αλλά απορρίφθηκε από τον τελευταίο. Βασίζεται σε πολιτισμική διαίρεση της υδρογείου. Σήμερα δεν είναι επίκαιρη (βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση). Εμπεριέχει την έννοια του ζωτικού χώρου και καταλήγει στη διαίρεση του κόσμου ανάλογα με τον πολιτισμό.
Halford Mackinder (1904): Αγγλοσαξονική γεωπολιτική σκέψη (εμπειρισμός). Βασίζεται στο θέμα της ασφάλειας. Εφαρμόζει γεωγραφική διαίρεση της υδρογείου. Η Hurtland είναι η κεντρική και πιο σημαντική περιοχή της Ευρασίας, όποιος την κατέχει μπορεί να ελέγξει τον κόσμο. Καταλήγει σε ανάσχεση (containment) της Hurtland, ώστε να εμποδιστεί η απρόσκοπτη πρόσβαση στη θάλασσα. Μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο. Εφαρμόσθηκε σε εξελιγμένη μορφή κατά τη ψυχροπολεμική περίοδο (όπου είχαμε περιορισμό της Σοβιετικής Ένωσης) και ισχύει σε αρκετό βαθμό μέχρι και σήμερα.
Spykeman: Η περίμετρος (rimland) της Ευρασίας είναι πιο σημαντική. Απετέλεσε τον προάγγελο της ευρωατλαντικής συμμαχίας (δόγμα ΝΑΤΟ στον ψυχρό πόλεμο).
Homeland. Μετατόπιση του ενδιαφέροντος στη Β. Αμερική. Δεν έχει σχέση με τον “απομονωτισμό” του δόγματος Monroe.
  • Ελληνική Σχολή Γεωπολιτικής :
Γεωπολιτική και Ελλάδα, Αθήνα, Έσοπτρον, 2001.

Ενδιάμεση Περιοχή ως ελληνικό γεωπολιτικό μοντέλο.

3) Η γεωπολιτική σκέψη του Χαουσχόφερ
      του Γιάννη Χατζόπουλου

Του Γιάννη Χατζόπουλου ♦

«Η Γεωπολιτική θα είναι και πρέπει να είναι η γεωγραφική συνείδηση του κράτους. Το αντικείμενό της είναι η μελέτη των μεγάλων ζωτικών συσχετίσεων του σύγχρονου ανθρώπου στο πλαίσιο του σύγχρονου χώρου και ο σκοπός της είναι ο συντονισμός των φαινομένων που συνδέουν το κράτος με το χώρο».
(Καρλ Χαουσχόφερ, 1869-1946)
H επιστήμη της γεωπολιτικής: ιστορικά στοιχεία
Η γεωπολιτική είναι η επιστήμη, η οποία εξετάζει, μελετά, αναλύει, ερμηνεύει την αλληλεξάρτηση μεταξύ γεωγραφικού χώρου και ανθρωπίνων δραστηριοτήτων και την πολιτισμική σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον, με σκοπό την αξιοποίηση/αύξηση της ισχύος (οικονομικής ή/και στρατιωτικής). Ως επιστημονικός όρος εφαρμόστηκε από τον Σουηδό καθηγητή και φιλόσοφο Ρούντολφ Κιέλεν τo 1899. Η γεωπολιτική, ως επιστήμη, δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και στη συνέχεια διαδόθηκε στην κεντρική Ευρώπη κατά το διάστημα του μεσοπολέμου. Αποτελεί εργαλείο της στρατηγικής με κεντρικό σημείο την εθνική ισχύ και τον έλεγχο μίας γεωγραφικής επικράτειας.
Η γεωπολιτική γνώρισε περίοδο ακμής στις αρχές του 20ου αιώνα ως τις αρχές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου έγινε εργαλείο για την προώθηση των συμφερόντων των ολοκληρωτικών καθεστώτων της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης και κατόπιν απαξιώθηκε. Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, η Σοβιετική Ένωση ήλεγχε πλήρως την «ενδοχώρα» (ανατολική Ευρώπη, Ουκρανία και δυτική Ρωσία), αλλά τελικά δεν κατόρθωσε να πάρει τον έλεγχο της Ευρασίας. Από την άλλη πλευρά, την ίδια περίοδο, οι ΗΠΑ υπέστησαν ταπεινωτική ήττα στο Βιετνάμ. Η γεωπολιτική αναβίωσε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και αναπτύχθηκε ξανά τη δεκαετία του 1990 με κυρίαρχη προσωπικότητα τον αμερικανό γεωστρατηγικό αναλυτή Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, που τόνισε την σημασία της Ευρασίας για την διατήρηση των ΗΠΑ στην πρωτοκαθεδρία της παγκόσμιας διακυβέρνησης.
Η Αγγλοσαξωνική γεωπολιτική σκέψη ως προπομπός της γερμανικής
Η Αγγλοσαξωνική γεωπολιτική σκέψη βασίζεται στο θέμα της ασφάλειας και εφαρμόζει γεωγραφική διαίρεση της υδρογείου. Η Heartland είναι η κεντρική και πιο σημαντική περιοχή της Ευρασίας. Όποιος την κατέχει μπορεί να ελέγξει τον κόσμο. Η θεωρία καταλήγει σε ανάσχεση της Heartland, ώστε να εμποδιστεί η απρόσκοπτη πρόσβαση στη θάλασσα. Η αγγλοσαξονική γεωπολιτική σκέψη εφαρμόσθηκε σε εξελιγμένη μορφή κατά τη ψυχροπολεμική περίοδο και ισχύει σε αρκετό βαθμό μέχρι και σήμερα. Ιδρυτής της Αγγλοσαξωνικής Σχολής, υπήρξε ο επίσης γεωγράφος και Μέλος της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας του Λονδίνου Σερ Χάλφορντ Μακίντερ, ο οποίος και ίδρυσε τη Σχολή της Γεωγραφίας στο London School of Economics. Με την ένταξη της γεωπολιτικής στο πλαίσιο των Οικονομικών Επιστημών, ο Μακίντερ εισήγαγε την οικονομικο-γεωγραφική διάσταση της αγγλοσαξωνικής Σχολής Γεωπολιτικής Σκέψης. Το άρθρο «The Geographical Pivot of History» αναδεικνύει την επιστημονική πεποίθηση του Μακίντερ να θέτει τη Γεωγραφία στο επίκεντρο της διαδικασίας διαχρονικής διαμόρφωσης των διεθνών σχέσεων.
Συνεχιστής της σκέψης του Μακίντερ, στο πλαίσιο της Αγγλοσαξωνικής γεωπολιτικής ανάλυσης, υπήρξε ο Αμερικανός καθηγητής του Πανεπιστημίου του Γέηλ, Νίκολας Σπάικμαν, ο τίτλος του σημαντικότερου έργου του οποίου, Geography of the Peace, είναι χαρακτηριστικός όσον αφορά την επιστημολογική θεμελίωση της γεωπολιτικής στο επιστημονικό και μεθοδολογικό πλαίσιο της Γεωγραφίας. Η περίμετρος (rimland) της Ευρασίας αποτελεί την πιο σημαντική έννοια στην σκέψη του , διότι απετέλεσε τον προπομπό της ευρωατλαντικής συμμαχίας (δόγμα ΝΑΤΟ στον ψυχρό πόλεμο).
H γερμανική γεωπολιτική σχολή
Στον αντίποδα είναι η σχολή των δυο Γερμανών γεωπολιτικών, του Φρίντριχ Ράτσελ και του Καρλ Χαουσχόφερ. Ουσιαστικά, και οι δυο σχολές αναφέρονται στο ίδιο ζήτημα, απλώς έχουν διαφορετική προσέγγιση ως προς την αντιμετώπισή του. Μιλάνε και οι δυο για χερσαίες και θαλάσσιες δυνάμεις και αποδέχονται την έννοια της «κεντρικής γης» όπως την όρισε ο Άλφρεντ Μάχαν και την υιοθέτησαν ο Μακίντερ, ο Σπάικμαν και γενικότερα η ομάδα των Αγγλοσαξώνων γεωπολιτικών. Όποιος ελέγχει την κεντρική γη ελέγχει τον πλανήτη. Για να ελέγξει κάποιος την κεντρική γη προέχει ο έλεγχος των θαλασσών που την περικλείουν, αρχή στην οποία στηρίχθηκαν οι Αγγλοσάξωνες, πρώτα οι Βρεττανοί και μετέπειτα οι Αμερικανοί. Το σημείο που απασχολούσε πάντα την αγγλοσαξωνική γεωπολιτική προσέγγιση ήταν ο αποκλεισμός της κεντρικής γης, δηλαδή της Ευρώπης και κυρίως της Γερμανίας και της τέως Σοβιετικής Ένωσης από τις θερμές θάλασσες. Σκοπός τους ήταν η δημιουργία ενός κλοιού γύρω από τις δύο αυτές δυνάμεις για να μην μπορούν χωρίς έλεγχο να κατέρχονται και να ασκούν εμπορική και στρατιωτική δραστηριότητα στη Μεσόγειο και βεβαίως στους ωκεανούς(Ινδικό, Ειρηνικό και Ατλαντικό).
Ο Χαουσχόφερ μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο του Μονάχου φιλοδοξούσε να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της θητείας του στον γερμανικό στρατό εργάστηκε με μεγάλη επιτυχία ως εκπαιδευτής σε στρατιωτικές ακαδημίες και στο Γενικό Επιτελείο. Το 1887, μπήκε στο 1ο σύνταγμα πυροβολικού τομέων «Prinzregent Luitpold» και ολοκλήρωσε την Σχολή Πυροβολικού και την Ακαδημία Πολέμου (Βασίλειο της Βαυαρίας). Το 1903 άρχισε να διδάσκει στη βαυαρική Ακαδημία Πολέμου. Τον Φεβρουάριο του 1909 ο στρατός τον έστειλε στο Τόκιο για να μελετήσει τον ιαπωνικό στρατό και να εργαστεί ως σύμβουλος-εκπαιδευτής πυροβολικού. Ο Χαουσχόφερ, βάσει των όσων είδε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ασία, κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο αγώνας μεταξύ των λαών αφορούσε την κατάληψη χώρου στην επιφάνεια του πλανήτη. Για τη Γερμανία ο χώρος αυτός βρισκόταν στις εντεύθεν των Ουραλίων περιοχές, δηλαδή στη Ρωσία. Ο Χαουσχόφερ υιοθέτησε την ιδέα του Ράτσελ, την επέκταση στη βιολογική αντίληψη της γεωγραφίας, χωρίς μια στατική αντίληψη των συνόρων. Κατά τον Ράτσελ, τα κράτη είναι οργανικά και αναπτυσσόμενα, με σύνορα που αντιπροσωπεύουν μόνο μια προσωρινή στάση στην κυκλοφορία τους. Επίσης, σύμφωνα με τον Ράτσελ, η έκταση των συνόρων ενός κράτους είναι μια αντανάκλαση της υγείας του έθνους.
Τον Ιούνιο του 1910 ο Χαουσχόφερ επέστρεψε στη Γερμανία, ενώ, την περίοδο 1911-1913 εκπόνησε την διδακτορική του διατριβή στην φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου με τον τίτλο να αποτελεί μια πραγματεία για την Ιαπωνία: «Dai Nihon, Betrachtungen über Groß-Japans Wehrkraft, und Zukunft Weltstellung» (Σκέψεις για μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της Ιαπωνίας, Παγκόσμια Θέση, και το Μέλλον). Μετά την ήττα της Γερμανίας στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, ο Χαουσχόφερ αποστρατεύτηκε με το βαθμό του υποστράτηγου το 1919. Σε αυτό το χρονικό διάστημα γίνεται φίλος με τον νεαρό Ρούντολφ Ές που θα γίνει βοηθός του και θα μεταλαμπαδεύσει την γεωπολιτική του σκέψη στο Τρίτο Ράιχ.
Ο Χαουσχόφερ αποφάσισε να γίνει ακαδημαϊκός με στόχο την αποκατάσταση και αναγέννηση της Γερμανίας. Πίστευε ότι η έλλειψη της γεωγραφικής γνώσης για την γεωπολιτική είναι μια σημαντική αιτία της ήττας της Γερμανίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γι’ αυτό το λόγο, ίδρυσε το 1922 το Ινστιτούτο Γεωπολιτικής του Μονάχου, μέσω του οποίου προχώρησε στην διάδοση γεωπολιτικών ιδεών, συμπεριλαμβανομένης της θεωρίας του Μακίντερ για την κεντρική σημασία της Ευρασιατικής «heartland» για την παγκόσμια κυριαρχία, επηρεάζοντας αργότερα την εξωτερική πολιτική της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας μέσω της θεωρίας του ζωτικού χώρου (Lebensraum). Επίσης, ο Χαουσχόφερ ανέλαβε την επιμέλεια του περιοδικού Zeitschrift für Geopolitik. Το 1934 θα λάβει από τον Χίτλερ το τίτλο του προέδρου της Γερμανικής Ακαδημίας.
Ο Χαουσχόφερ πίστευε ότι μια ωκεάνεια δύναμη –η Βρεττανική Αυτοκρατορία– ήταν σε παρακμή και ότι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για μια ηπειρωτική δύναμη να πάρει τον έλεγχο της ισχύος. Ωστόσο, ήταν πολύ σαφής όσον αφορά τη στάση της Γερμανίας έναντι στη Μεγάλη Βρεττανία: η Γερμανία έπρεπε να παραμείνει σύμμαχος με τη Μεγάλη Βρεττανία. Επίσης, ο Χαουσχόφερ είδε την Ουκρανία ως προμηθευτή προϊόντων για την χώρα του και πίστευε πως μόνο μια μεγάλη δύναμη θα μπορούσε να αξιοποιήσει πλήρως την ικανότητά της στην παραγωγή τροφίμων, ιδέα που υποστήριξε και ο Χίτλερ.
Η θεωρία του Μακίντερ περί ηπειρωτικής ισχύος στην Ευρασία και την «ενδοχώρα» της, αντέστρεψε το επιχείρημα της θαλάσσιας ισχύος του Άλφρεντ Μάχαν, θέτοντας τις βάσεις της γεωπολιτικής προσέγγισης στη διεθνή πολιτική. Ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος μάλλον διέψευσε τον Μακίντερ, αφού ανέδειξε την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, μιας ως τότε «περιφερειακής» ναυτικής δύναμης. Παρ’ όλα αυτά, έδωσε νέα ώθηση στη γεωπολιτική προσέγγιση: Πρώτον, διότι οι δύο βασικές ηπειρωτικές δυνάμεις που βγήκαν χαμένες –η Γερμανία που ηττήθηκε και η Ρωσία που αναδιπλώθηκε στον εαυτό της– άφησαν την «ενδοχώρα της Ευρασίας», την ανατολική Ευρώπη, χωρίς επικυριαρχία, άρα ανοικτή σε μελλοντική διεκδίκηση. Δεύτερον, οι δύο ναυτικές δυνάμεις που νίκησαν, οι ΗΠΑ και η Αγγλία, έτειναν να «εκλείψουν» από το διεθνές προσκήνιο τα επόμενα χρόνια: οι ΗΠΑ μπήκαν σε περίοδο απομονωτισμού. Το κενό αυτό επέτρεψε στον Χαουσχόφερ, να επαναφέρει την γεωπολιτική προσέγγιση ως θεωρητική βάση ισχύος μιας μεγάλης ηπειρωτικής δύναμης. Απ’ αυτόν επηρεάστηκε η θεωρία των ναζί περί «ζωτικού χώρου», που είχε ανάγκη η Γερμανία, αρχικά για «να αναπνεύσει» και τελικά για να κυριαρχήσει στην παγκόσμια σκηνή.
Kατά τη γερμανική γεωπολιτική σκέψη, δεν τίθεται θέμα κατανομής ισχύος μεταξύ «ναυτικών» και «χερσαίων» μαζών του πλανήτη, αλλά διαίρεσης όλης της επιφάνειας της Γης, σύμφωνα με τις ανάγκες «ζωτικού χώρου» των ισχυρών δυνάμεων που δρουν ως «ζωντανοί οργανισμοί»: α) Η ευρωπαϊκή και αφρικανική ζώνη υπό την γερμανική κηδεμονία β) Η Πανρωσική ζώνη που έχει πρόσβαση στον Ινδικό Ωκεανό.γ).Η Άπω Ανατολική ζώνη με κεντρική δύναμη την Ιαπωνία δ) Η αμερικανική ήπειρος με ηγέτιδα δύναμη τις ΗΠΑ. Mε βάση αυτή την αντίληψη, η γεωστρατηγική προβληματική του Aνατολικού Zητήματος καταργείται μέσα από μια «φυσική» διαίρεση του κόσμου, σύμφωνα με τέσσερις κάθετους άξονες στον παγκόσμιο χάρτη, οι οποίοι δημιουργούν τέσσερις «σφαίρες ζωτικού χώρου» (Lebensraum).
Tο Γ΄ Pάιχ, μολονότι επηρεάστηκε από την ανωτέρω γεωπολιτική αντίληψη, τελικά δεν την υιοθέτησε ως πυρήνα της γεωστρατηγικής που εφήρμοσε κατά το B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για πολλούς και διάφορους λόγους. Aντίθετα, ο αγγλοσαξωνικός χώρος έμεινε πιστός στις γεωπολιτικές αντιλήψεις του Μακίντερ και του Σπάικμαν, τόσο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όσο και κατά την διάρκεια της ψυχροπολεμικής περίοδου. Παράλληλα, επέδειξε και μια σοβαρή ανησυχία για την περίπτωση της δυνητικής υλοποίησης του γερμανικού γεωπολιτικού σχεδιασμού σε κάποιο εγγύς ή απώτερο μέλλον. Για τον Χαουσχόφερ, ο βρετανικός ιμπεριαλισμός αποτελούσε την μεγαλύτερη απειλή για την χώρα του. Ο Χαουσχόφερ πίστευε ότι προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο βρετανικός και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, ήταν αναγκαία η δημιουργία ενός ενιαίου γεωπολιτικού μπλοκ με τις κύριες δυνάμεις της Ευρασίας, τη Ρωσία και την Ιαπωνία.
Ο απολογισμός του έργου του Χαουσχόφερ
Η κεντρική ιδέα της γεωπολιτικής σκέψης του Χαουσχόφερ, επηρεασμένη από τον Ράτσελ, βασίζεται στην πολιτισμική διαίρεση της υδρογείου. Εμπεριέχει την έννοια του ζωτικού χώρου και καταλήγει στη διαίρεση του κόσμου, αν και ο «ζωτικός χώρος» που διεκδικούσε η ναζιστική Γερμανία σχεδόν συνέπιπτε με τη στρατηγικής σημασίας «ενδοχώρα» της Ευρασίας του Μακίντερ: Μεσευρώπη (Mitteleuropa), δυτική Ρωσσία και Ουκρανία. Η ναζιστική Γερμανία κέρδισε τον έλεγχο της «ενδοχώρας», αλλά έχασε τον πόλεμο. Τα έργα του Χαουσχόφερ βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση στη ναζιστική ηγεσία και οι ιδέες του απετέλεσαν «εργαλεία» για τoν γερμανικό επεκτατισμό, αν και στο τέλος εγκαταλείφθησαν με το «σπάσιμο» του συμφώνου Ρίμπεντροπ – Μολότωφ και την βαριά ήττα στην επιχείρηση Μπαρμπαρόσα. Χωρίς τη θεωρία του Χαουσχόφερ η εξωτερική πολιτική του Γ΄ Ράιχ θα στερείτο από γεωπολιτικό σχέδιο. Σήμερα, ο «ζωτικός χώρος» για τον οποίο έκανε λόγο ο Χαουσχόφερ αποτελεί σημείο αναφοράς στην γεωπολιτική άποψη των ρώσων πανσλαβιστών εθνικιστών που αναπολούν τις μέρες της Σοβιετικής Ενώσεως και προσβλέπουν στον οικονομικό έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ευρασίας και κατ’ επέκτασιν στην πολιτική κηδεμονία των κρατών της υπό την Ρωσσία.
- See more at: http://neapolitiki.gr/%CE%B7-%CE%B3%CE%B5%CF%89%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%88%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BB-%CF%87%CE%B1%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%87%CF%8C%CF%86/#sthash.jQK3neIO.dpufΤου Γιάννη Χατζόπουλου
«Η Γεωπολιτική θα είναι και πρέπει να είναι η γεωγραφική συνείδηση του κράτους. Το αντικείμενό της είναι η μελέτη των μεγάλων ζωτικών συσχετίσεων του σύγχρονου ανθρώπου στο πλαίσιο του σύγχρονου χώρου και ο σκοπός της είναι ο συντονισμός των φαινομένων που συνδέουν το κράτος με το χώρο». (Καρλ Χαουσχόφερ, 1869-1946) 

H επιστήμη της γεωπολιτικής: ιστορικά στοιχεία

Η γεωπολιτική είναι η επιστήμη, η οποία εξετάζει, μελετά, αναλύει, ερμηνεύει την αλληλεξάρτηση μεταξύ γεωγραφικού χώρου και ανθρωπίνων δραστηριοτήτων και την πολιτισμική σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον, με σκοπό την αξιοποίηση/αύξηση της ισχύος (οικονομικής ή/και στρατιωτικής). Ως επιστημονικός όρος εφαρμόστηκε από τον Σουηδό καθηγητή και φιλόσοφο Ρούντολφ Κιέλεν τo 1899. Η γεωπολιτική, ως επιστήμη, δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και στη συνέχεια διαδόθηκε στην κεντρική Ευρώπη κατά το διάστημα του μεσοπολέμου. Αποτελεί εργαλείο της στρατηγικής με κεντρικό σημείο την εθνική ισχύ και τον έλεγχο μίας γεωγραφικής επικράτειας.

Η γεωπολιτική γνώρισε περίοδο ακμής στις αρχές του 20ου αιώνα ως τις αρχές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου έγινε εργαλείο για την προώθηση των συμφερόντων των ολοκληρωτικών καθεστώτων της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης και κατόπιν απαξιώθηκε. Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, η Σοβιετική Ένωση ήλεγχε πλήρως την «ενδοχώρα» (ανατολική Ευρώπη, Ουκρανία και δυτική Ρωσία), αλλά τελικά δεν κατόρθωσε να πάρει τον έλεγχο της Ευρασίας. Από την άλλη πλευρά, την ίδια περίοδο, οι ΗΠΑ υπέστησαν ταπεινωτική ήττα στο Βιετνάμ. Η γεωπολιτική αναβίωσε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και αναπτύχθηκε ξανά τη δεκαετία του 1990 με κυρίαρχη προσωπικότητα τον αμερικανό γεωστρατηγικό αναλυτή Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, που τόνισε την σημασία της Ευρασίας για την διατήρηση των ΗΠΑ στην πρωτοκαθεδρία της παγκόσμιας διακυβέρνησης.


Η Αγγλοσαξωνική γεωπολιτική σκέψη ως προπομπός της γερμανικής

Η Αγγλοσαξωνική γεωπολιτική σκέψη βασίζεται στο θέμα της ασφάλειας και εφαρμόζει γεωγραφική διαίρεση της υδρογείου. Η Heartland είναι η κεντρική και πιο σημαντική περιοχή της Ευρασίας. Όποιος την κατέχει μπορεί να ελέγξει τον κόσμο. Η θεωρία καταλήγει σε ανάσχεση της Heartland, ώστε να εμποδιστεί η απρόσκοπτη πρόσβαση στη θάλασσα. Η αγγλοσαξονική γεωπολιτική σκέψη εφαρμόσθηκε σε εξελιγμένη μορφή κατά τη ψυχροπολεμική περίοδο και ισχύει σε αρκετό βαθμό μέχρι και σήμερα. Ιδρυτής της Αγγλοσαξωνικής Σχολής, υπήρξε ο επίσης γεωγράφος και Μέλος της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας του Λονδίνου Σερ Χάλφορντ Μακίντερ, ο οποίος και ίδρυσε τη Σχολή της Γεωγραφίας στο London School of Economics. Με την ένταξη της γεωπολιτικής στο πλαίσιο των Οικονομικών Επιστημών, ο Μακίντερ εισήγαγε την οικονομικο-γεωγραφική διάσταση της αγγλοσαξωνικής Σχολής Γεωπολιτικής Σκέψης. Το άρθρο «The Geographical Pivot of History» αναδεικνύει την επιστημονική πεποίθηση του Μακίντερ να θέτει τη Γεωγραφία στο επίκεντρο της διαδικασίας διαχρονικής διαμόρφωσης των διεθνών σχέσεων.

Συνεχιστής της σκέψης του Μακίντερ, στο πλαίσιο της Αγγλοσαξωνικής γεωπολιτικής ανάλυσης, υπήρξε ο Αμερικανός καθηγητής του Πανεπιστημίου του Γέηλ, Νίκολας Σπάικμαν, ο τίτλος του σημαντικότερου έργου του οποίου, Geography of the Peace, είναι χαρακτηριστικός όσον αφορά την επιστημολογική θεμελίωση της γεωπολιτικής στο επιστημονικό και μεθοδολογικό πλαίσιο της Γεωγραφίας. Η περίμετρος (rimland) της Ευρασίας αποτελεί την πιο σημαντική έννοια στην σκέψη του , διότι απετέλεσε τον προπομπό της ευρωατλαντικής συμμαχίας (δόγμα ΝΑΤΟ στον ψυχρό πόλεμο).


H γερμανική γεωπολιτική σχολή

Στον αντίποδα είναι η σχολή των δυο Γερμανών γεωπολιτικών, του Φρίντριχ Ράτσελ και του Καρλ Χαουσχόφερ. Ουσιαστικά, και οι δυο σχολές αναφέρονται στο ίδιο ζήτημα, απλώς έχουν διαφορετική προσέγγιση ως προς την αντιμετώπισή του. Μιλάνε και οι δυο για χερσαίες και θαλάσσιες δυνάμεις και αποδέχονται την έννοια της «κεντρικής γης» όπως την όρισε ο Άλφρεντ Μάχαν και την υιοθέτησαν ο Μακίντερ, ο Σπάικμαν και γενικότερα η ομάδα των Αγγλοσαξώνων γεωπολιτικών. Όποιος ελέγχει την κεντρική γη ελέγχει τον πλανήτη. Για να ελέγξει κάποιος την κεντρική γη προέχει ο έλεγχος των θαλασσών που την περικλείουν, αρχή στην οποία στηρίχθηκαν οι Αγγλοσάξωνες, πρώτα οι Βρεττανοί και μετέπειτα οι Αμερικανοί. Το σημείο που απασχολούσε πάντα την αγγλοσαξωνική γεωπολιτική προσέγγιση ήταν ο αποκλεισμός της κεντρικής γης, δηλαδή της Ευρώπης και κυρίως της Γερμανίας και της τέως Σοβιετικής Ένωσης από τις θερμές θάλασσες. Σκοπός τους ήταν η δημιουργία ενός κλοιού γύρω από τις δύο αυτές δυνάμεις για να μην μπορούν χωρίς έλεγχο να κατέρχονται και να ασκούν εμπορική και στρατιωτική δραστηριότητα στη Μεσόγειο και βεβαίως στους ωκεανούς(Ινδικό, Ειρηνικό και Ατλαντικό).

Ο Χαουσχόφερ μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο του Μονάχου φιλοδοξούσε να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της θητείας του στον γερμανικό στρατό εργάστηκε με μεγάλη επιτυχία ως εκπαιδευτής σε στρατιωτικές ακαδημίες και στο Γενικό Επιτελείο. Το 1887, μπήκε στο 1ο σύνταγμα πυροβολικού τομέων «Prinzregent Luitpold» και ολοκλήρωσε την Σχολή Πυροβολικού και την Ακαδημία Πολέμου (Βασίλειο της Βαυαρίας). Το 1903 άρχισε να διδάσκει στη βαυαρική Ακαδημία Πολέμου. Τον Φεβρουάριο του 1909 ο στρατός τον έστειλε στο Τόκιο για να μελετήσει τον ιαπωνικό στρατό και να εργαστεί ως σύμβουλος-εκπαιδευτής πυροβολικού. Ο Χαουσχόφερ, βάσει των όσων είδε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ασία, κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο αγώνας μεταξύ των λαών αφορούσε την κατάληψη χώρου στην επιφάνεια του πλανήτη. Για τη Γερμανία ο χώρος αυτός βρισκόταν στις εντεύθεν των Ουραλίων περιοχές, δηλαδή στη Ρωσία. Ο Χαουσχόφερ υιοθέτησε την ιδέα του Ράτσελ, την επέκταση στη βιολογική αντίληψη της γεωγραφίας, χωρίς μια στατική αντίληψη των συνόρων. Κατά τον Ράτσελ, τα κράτη είναι οργανικά και αναπτυσσόμενα, με σύνορα που αντιπροσωπεύουν μόνο μια προσωρινή στάση στην κυκλοφορία τους. Επίσης, σύμφωνα με τον Ράτσελ, η έκταση των συνόρων ενός κράτους είναι μια αντανάκλαση της υγείας του έθνους.

Τον Ιούνιο του 1910 ο Χαουσχόφερ επέστρεψε στη Γερμανία, ενώ, την περίοδο 1911-1913 εκπόνησε την διδακτορική του διατριβή στην φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου με τον τίτλο να αποτελεί μια πραγματεία για την Ιαπωνία: «Dai Nihon, Betrachtungen über Groß-Japans Wehrkraft, und Zukunft Weltstellung» (Σκέψεις για μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της Ιαπωνίας, Παγκόσμια Θέση, και το Μέλλον). Μετά την ήττα της Γερμανίας στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, ο Χαουσχόφερ αποστρατεύτηκε με το βαθμό του υποστράτηγου το 1919. Σε αυτό το χρονικό διάστημα γίνεται φίλος με τον νεαρό Ρούντολφ Ές που θα γίνει βοηθός του και θα μεταλαμπαδεύσει την γεωπολιτική του σκέψη στο Τρίτο Ράιχ.

Ο Χαουσχόφερ αποφάσισε να γίνει ακαδημαϊκός με στόχο την αποκατάσταση και αναγέννηση της Γερμανίας. Πίστευε ότι η έλλειψη της γεωγραφικής γνώσης για την γεωπολιτική είναι μια σημαντική αιτία της ήττας της Γερμανίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γι’ αυτό το λόγο, ίδρυσε το 1922 το Ινστιτούτο Γεωπολιτικής του Μονάχου, μέσω του οποίου προχώρησε στην διάδοση γεωπολιτικών ιδεών, συμπεριλαμβανομένης της θεωρίας του Μακίντερ για την κεντρική σημασία της Ευρασιατικής «heartland» για την παγκόσμια κυριαρχία, επηρεάζοντας αργότερα την εξωτερική πολιτική της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας μέσω της θεωρίας του ζωτικού χώρου (Lebensraum). Επίσης, ο Χαουσχόφερ ανέλαβε την επιμέλεια του περιοδικού Zeitschrift für Geopolitik. Το 1934 θα λάβει από τον Χίτλερ το τίτλο του προέδρου της Γερμανικής Ακαδημίας.

Ο Χαουσχόφερ πίστευε ότι μια ωκεάνεια δύναμη –η Βρεττανική Αυτοκρατορία– ήταν σε παρακμή και ότι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για μια ηπειρωτική δύναμη να πάρει τον έλεγχο της ισχύος. Ωστόσο, ήταν πολύ σαφής όσον αφορά τη στάση της Γερμανίας έναντι στη Μεγάλη Βρεττανία: η Γερμανία έπρεπε να παραμείνει σύμμαχος με τη Μεγάλη Βρεττανία. Επίσης, ο Χαουσχόφερ είδε την Ουκρανία ως προμηθευτή προϊόντων για την χώρα του και πίστευε πως μόνο μια μεγάλη δύναμη θα μπορούσε να αξιοποιήσει πλήρως την ικανότητά της στην παραγωγή τροφίμων, ιδέα που υποστήριξε και ο Χίτλερ.

Η θεωρία του Μακίντερ περί ηπειρωτικής ισχύος στην Ευρασία και την «ενδοχώρα» της, αντέστρεψε το επιχείρημα της θαλάσσιας ισχύος του Άλφρεντ Μάχαν, θέτοντας τις βάσεις της γεωπολιτικής προσέγγισης στη διεθνή πολιτική. Ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος μάλλον διέψευσε τον Μακίντερ, αφού ανέδειξε την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, μιας ως τότε «περιφερειακής» ναυτικής δύναμης. Παρ’ όλα αυτά, έδωσε νέα ώθηση στη γεωπολιτική προσέγγιση: Πρώτον, διότι οι δύο βασικές ηπειρωτικές δυνάμεις που βγήκαν χαμένες –η Γερμανία που ηττήθηκε και η Ρωσία που αναδιπλώθηκε στον εαυτό της– άφησαν την «ενδοχώρα της Ευρασίας», την ανατολική Ευρώπη, χωρίς επικυριαρχία, άρα ανοικτή σε μελλοντική διεκδίκηση. Δεύτερον, οι δύο ναυτικές δυνάμεις που νίκησαν, οι ΗΠΑ και η Αγγλία, έτειναν να «εκλείψουν» από το διεθνές προσκήνιο τα επόμενα χρόνια: οι ΗΠΑ μπήκαν σε περίοδο απομονωτισμού. Το κενό αυτό επέτρεψε στον Χαουσχόφερ, να επαναφέρει την γεωπολιτική προσέγγιση ως θεωρητική βάση ισχύος μιας μεγάλης ηπειρωτικής δύναμης. Απ’ αυτόν επηρεάστηκε η θεωρία των ναζί περί «ζωτικού χώρου», που είχε ανάγκη η Γερμανία, αρχικά για «να αναπνεύσει» και τελικά για να κυριαρχήσει στην παγκόσμια σκηνή.

Kατά τη γερμανική γεωπολιτική σκέψη, δεν τίθεται θέμα κατανομής ισχύος μεταξύ «ναυτικών» και «χερσαίων» μαζών του πλανήτη, αλλά διαίρεσης όλης της επιφάνειας της Γης, σύμφωνα με τις ανάγκες «ζωτικού χώρου» των ισχυρών δυνάμεων που δρουν ως «ζωντανοί οργανισμοί»: α) Η ευρωπαϊκή και αφρικανική ζώνη υπό την γερμανική κηδεμονία β) Η Πανρωσική ζώνη που έχει πρόσβαση στον Ινδικό Ωκεανό.γ).Η Άπω Ανατολική ζώνη με κεντρική δύναμη την Ιαπωνία δ) Η αμερικανική ήπειρος με ηγέτιδα δύναμη τις ΗΠΑ. Mε βάση αυτή την αντίληψη, η γεωστρατηγική προβληματική του Aνατολικού Zητήματος καταργείται μέσα από μια «φυσική» διαίρεση του κόσμου, σύμφωνα με τέσσερις κάθετους άξονες στον παγκόσμιο χάρτη, οι οποίοι δημιουργούν τέσσερις «σφαίρες ζωτικού χώρου» (Lebensraum).

Tο Γ΄ Pάιχ, μολονότι επηρεάστηκε από την ανωτέρω γεωπολιτική αντίληψη, τελικά δεν την υιοθέτησε ως πυρήνα της γεωστρατηγικής που εφήρμοσε κατά το B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για πολλούς και διάφορους λόγους. Aντίθετα, ο αγγλοσαξωνικός χώρος έμεινε πιστός στις γεωπολιτικές αντιλήψεις του Μακίντερ και του Σπάικμαν, τόσο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όσο και κατά την διάρκεια της ψυχροπολεμικής περίοδου. Παράλληλα, επέδειξε και μια σοβαρή ανησυχία για την περίπτωση της δυνητικής υλοποίησης του γερμανικού γεωπολιτικού σχεδιασμού σε κάποιο εγγύς ή απώτερο μέλλον. Για τον Χαουσχόφερ, ο βρετανικός ιμπεριαλισμός αποτελούσε την μεγαλύτερη απειλή για την χώρα του. Ο Χαουσχόφερ πίστευε ότι προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο βρετανικός και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, ήταν αναγκαία η δημιουργία ενός ενιαίου γεωπολιτικού μπλοκ με τις κύριες δυνάμεις της Ευρασίας, τη Ρωσία και την Ιαπωνία.


Ο απολογισμός του έργου του Χαουσχόφερ
Η κεντρική ιδέα της γεωπολιτικής σκέψης του Χαουσχόφερ, επηρεασμένη από τον Ράτσελ, βασίζεται στην πολιτισμική διαίρεση της υδρογείου. Εμπεριέχει την έννοια του ζωτικού χώρου και καταλήγει στη διαίρεση του κόσμου, αν και ο «ζωτικός χώρος» που διεκδικούσε η ναζιστική Γερμανία σχεδόν συνέπιπτε με τη στρατηγικής σημασίας «ενδοχώρα» της Ευρασίας του Μακίντερ: Μεσευρώπη (Mitteleuropa), δυτική Ρωσσία και Ουκρανία. Η ναζιστική Γερμανία κέρδισε τον έλεγχο της «ενδοχώρας», αλλά έχασε τον πόλεμο. Τα έργα του Χαουσχόφερ βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση στη ναζιστική ηγεσία και οι ιδέες του απετέλεσαν «εργαλεία» για τoν γερμανικό επεκτατισμό, αν και στο τέλος εγκαταλείφθησαν με το «σπάσιμο» του συμφώνου Ρίμπεντροπ – Μολότωφ και την βαριά ήττα στην επιχείρηση Μπαρμπαρόσα. Χωρίς τη θεωρία του Χαουσχόφερ η εξωτερική πολιτική του Γ΄ Ράιχ θα στερείτο από γεωπολιτικό σχέδιο. Σήμερα, ο «ζωτικός χώρος» για τον οποίο έκανε λόγο ο Χαουσχόφερ αποτελεί σημείο αναφοράς στην γεωπολιτική άποψη των ρώσων πανσλαβιστών εθνικιστών που αναπολούν τις μέρες της Σοβιετικής Ενώσεως και προσβλέπουν στον οικονομικό έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ευρασίας και κατ’ επέκτασιν στην πολιτική κηδεμονία των κρατών της υπό την Ρωσσία.

Αναδημοσίευση από: Περιοδικό "Η Νέα Πολιτική" 

 4) Η γεωπολιτική σκέψη μέχρι το τέλος του 2ου παγκόσμιου πολέμου κλπ.  (του Π. Θεοδωρόπουλου)

5) Ενδιάμεση περιοχή (από Βικιπαίδεια)

Η Ενδιάμεση Περιοχή αποτελεί Γεωπολιτικό μοντέλο, αναγνωρισμένο από την επιστημονική κοινότητα από την δεκαετία του 1970,[1] ειδικότερα από την Καναδική Ακαδημία (Royal Society of Canada).[2] Κατά τό μοντέλο αυτό, που καθιερώθηκε από τον γεωπολιτικό Δημήτρη Κιτσίκη, καθηγητή του πανεπιστημίου Οττάβα, Καναδά, η Ευρασία δεν αποτελείται μόνον από δύο πολιτισμικές περιοχές, δηλαδή τήν Δύση (ή Δυτική Ευρώπη) και την ΑνατολήΆπω Ανατολή), αλλά και από μία τρίτη που ονομάζεται Ενδιάμεση Περιοχή. Ο απόδημος ελληνισμός θεωρεί βασική την αποδοχή της εννοίας αυτής για την παρουσία του ελληνισμού στην παγκόσμια σκηνή.[3] Χαρτογραφικό ένθετο συμπεριλαμβάνει μεταξύ των μεγάλων γεωπολιτικών σχημάτων των Μακίντερ, Χαουσχόφερ, Χάντινγκτον και την Ενδιάμεση Περιοχή.[4]

Περιγραφή

Οι χώρες μεταξύ Αδριατικής θαλάσσης και Ινδού ποταμού σχηματίζουν την Ενδιάμεση Περιοχή και γεφυρώνουν τους πολιτισμούς της Δύσεως και της Ανατολής. Αυτός ο αχανής πολιτισμικός χώρος εκτείνεται από το ανατολικό ήμισυ της Ευρώπης στο δυτικό ήμισυ της Ασίας. Από άποψη πολιτισμού, σημαίνει ότι οι όροι «Ευρώπη» και «Ασία» είναι απλώς γεωγραφικές περιοχές και όχι πολιτισμικές. Σε σχέση με τον πληθυσμό, οι επικρατέστερες θρησκείες στην Ενδιάμεση Περιοχή είναι ο ορθόδοξος χριστιανισμός και το σουνιτικό Ισλάμ, με δευτερεύουσες το σιιτικό ισλάμ, τον αλεβισμό και τον ιουδαϊσμό. Αντιθέτως, ο ρωμαιοκαθολικισμός και ο προτεσταντισμός κυριαρχούν στην Δύση, όπως ο βουδισμός και ο ινδουισμός κυριαρχούν στην Ανατολή.
Στην Ενδιάμεση Περιοχή υπήρχε για 2500 χρόνια μία οικουμενική αυτοκρατορία, το κέντρο της οποίας ευρίσκετο γύρω από τα Στενά και το Αιγαίο. Στην ουσία ήταν πάντα η ίδια αυτοκρατορία, της οποίας οι ηγέτες προσπαθούν να ενώσουν το σύνολό της. Η περσική αυτοκρατορία του Δαρείου πέρασε στα χέρια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έπειτα στους εθνικούς Ρωμαίους, στους χριστιανούς Ρωμαίους και τέλος στους αλεβήδες-μπεκτασίδες Οθωμανούς μέχρι το 1923-24.[5] Αυτή ή κεντρική αυτοκρατορία επιέζετο συνεχώς από περιφερειακές αυτοκρατορίες, όπως η αραβική, η ισλαμική, η περσική και η ρωσική μέχρι το 1917, που στόχο είχαν να αρπάξουν την διαδοχή της οικουμενικής αυτοκρατορίας.
Η δυναμική της Ενδιάμεσης Περιοχής μεταξύ των αυτοκρατοριών του Κέντρου και της Περιφέρειας, αποτελεί την εσωτερική σύγκρουση. Καθένας από τους κυρίους λαούς του χώρου αυτού αγωνιζόταν να εξασφαλίσει τον έλεγχο του κέντρου, του οποίου το Βυζαντινή Αυτοκρατορία-Κωνσταντινούπολη παρέμενε για σχεδόν 2000 χρόνια το υποχρεωτικό σημείο αναφοράς. Οι Άραβες στον Η’ αιώνα και οι Ρώσοι στον Κ΄ αιώνα έφθασαν στα πρόθυρα της επιτυχίας, αλλά δεν κατόρθωσαν τελικώς να καταλάβουν την πρωτεύουσα της οικουμενικής αυτοκρατορίας. Η δυτική επέμβαση, από το ΙΗ΄ αιώνα, αποτελεί την εξωτερική σύγκρουση που επεδίωκε ουχί την διαδοχή αλλά την σταδιακή εξασθένιση της οικουμενικής αυτοκρατορίας, και με την πάροδο του χρόνου, τον διαμελισμό της και την υποταγή της μέσα στον ασφυκτικό κλοιό της δυτικοποιήσεως.
Τελικώς, "η Ευρασιατική ήπειρος, της οποίας η Ευρώπη δεν είναι παρά μία από τις πολλές χερσονήσους, διαιρείται, λόγω χιλιετούς ιστορίας, σε τρεις μεγάλες πολιτισμικές περιοχές : α) την Δύση, ή Δυτική Ευρώπη, που περιλαμβάνει επιπλέον σήμερα, την Βόρειο και Νότιο Αμερική, την Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία· β) την Ανατολή, ή Άπω Ανατολή, που περιλαμβάνει τρεις χερσονήσους : Ινδία, Νοτιοανατολική Ασία (με την Ινδονησία), Κίνα (με την Κορέα και την Ιαπωνία)· γ) την Ενδιάμεση Περιοχή που ευρίσκεται μεταξύ Ανατολής και Δύσεως". (D. Kitsikis, L'Empire ottoman, Paris, PUF, 1985, p. 15).

Παραπομπές


  1. P. Davarinos, "Die Historische Theorie der Zwischenregion im Osten und Westen", Journal of Oriental and African Studies, vol.10 (1999), pp.131-143.
  2. Keyserlingk, Robert H., "Dimitri Kitsikis", pp. 125-130 in Royal Society of Canada, vol.52, Ottawa, 1999, 143 pages.
  3. Δημητρόπουλος, Ανάστος, πρόεδρος του ελληνικού παραρτήματος της AHEPA. Συνέντευξη στο περιοδικό Τρίτο Μάτι, τ. 177, Φεβρουάριος 2010, ένθετο, σ.6.
  4. Δρ. Ησαΐας Κωνσταντινίδης, Η Γεωπολιτική και η ιστορία μέσα από χάρτες, χαρτογραφικό ένθετο, Τρίτο Μάτι, τ.153, Ιούλιος 2007.
  5. Na perekrestke tsivilizatsiy : Istorija Vizantii- Osmanskaja Imperija (Paul Lemerle) – Μόσχα, Εκδόσεις Ves Mir, 2006. (Στο σταυροδρόμι πολιτισμών: Βυζαντινή Ιστορία - Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Δημοσιευμένα έργα σχετικά με την Ενδιάμεση Περιοχή


α) Έργα του Δ. Κιτσίκη


  1. Dimitri Kitsikis, L'Empire ottoman (Η Οθωμανική Αυτοκρατορία), Παρίσι, PUF, γ΄ έκδ, 1994.
  2. D. Kitsikis, Société Royale du Canada. Académie des lettres et des sciences humaines, Géopolitique de la Région intermédiaire (Η Γεωπολιτική της Ενδιάμεσης Περιοχής), Οττάβα, τόμος 52, 1999.
  3. D. Kitsikis, «Une vision géopolitique: la Région intermédiaire» (Μία γεωπολιτική θεώρηση: Η Ενδιάμεση Περιοχή), Relations internationales, Παρίσι, τ.109, 2002.
  4. D. Kitsikis, «Géopolitique d'un Proche-Orient à venir» (Γεωπολιτική μίας μελλοντικής Μέσης Ανατολής), Diplomatie, τ. 24, 2007.
  5. Δημήτρης Κιτσίκης, Ενδιάμεση Περιοχή, τριμηνιαίο περιοδικό γεωπολιτικής, Αθήνα, από το 1996.
  6. D. Kitsikis, Türk-Yunan İmparatorluğu. Arabölge gerçeği ışığında Osmanlı tarihine bakış (Τουρκοελληνική αυτοκρατορία. Μελέτη της οθωμανικής ιστορίας από την σκοπιά της Ενδιάμεσης Περιοχής), Κωνσταντινούπολη, Iletişim, 1996.

β) Έργα άλλων συγγραφέων


  1. P. Davarinos, Geschichtsschreibung und Politik, Dusseldorf, 1995. (Διδακτορική διατριβή του Πανεπιστημίου Heinrich Heine)
  2. P. Davarinos, "Die Historische Theorie der Zwischenregion in Osten und Westen", Journal of Oriental and African Studies, vol. 10 (1999), pp. 131–143.
  3. Ησαΐας Κωνσταντινίδης, Η Γεωπολιτική και η ιστορία της μέσα από χάρτες, χαρτογραφικό ένθετο, Αθήνα, Τρίτο Μάτι, τ.153, 2007.
  4. Γεωπολιτική και Ελλάδα, Αθήνα, Έσοπτρον, 2001.
  5. Misbah Islam, Decline of Muslim States and Societies, Xlibris, Philadelphia, 2008.
  6. José Pedro Teixeira Fernandes, «A Grécia Moderna e o Ocidente - Entre a Região Intermédia e o Ocidente», História, no.87, Junho 2006.
  7. Georgios K. Filis, Russia and Turkey in the Geopolitics of Eurasia & the Theory of Median Space: Thesis-Synthesis-Antithesis, Durham University, United Kingdom, 2008. (Διδακτορική διατριβή).
  8. Γιώργος Πρεβελάκης, Γεωπολιτική της Ελλάδας, Αθήνα, LIBRO ΕΠΕ, 1998.

Εξωτερικές συνδέσεις


6) Ζωτικός χώρος ολόκληρη η Ευρώπη για το ...4ο Ράιχ 
του Λ. Καλαρρύτη

Το ευρώ λειτούργησε ως μία πανευρωπαϊκή εκδοχή του μάρκου, καθιστώντας αδύνατο για τα κράτη της περιφέρειας να φθάσουν τη γερμανική ανταγωνιστικότητα
Είναι γνωστό ότι τα κράτη και δη τα μεγάλα που έχουν αναλόγου εμβέλειας συμφέροντα και ανάλογες φιλοδοξίες, αλλά κυρίως τα σοβαρά, που δεν αφήνουν την ύπαρξή τους στην τύχη, κινούνται με βάση ένα σχεδιασμό... Ο σχεδιασμός αυτός σχετίζεται με το γεωγραφικό χώρο και τη σύνδεσή του με άλλες συνιστώσες ισχύος, οριζόντιες και κάθετες, από την οικονομία και την τεχνολογία μέχρι τον πολιτισμό, το δημογραφικό παράγοντα και την κοινωνική συνοχή. Η Γερμανία είναι από τα κράτη που επιδιώκουν να έχουν πολιτική με χρονικό βάθος και ιστορική οπτική.
O πατέρας της γεωπολιτικής, Γερμανός γεωγράφος και συγγραφέας του «Der Lebenstraum – Ο Ζωτικός Χώρος», Friedrich Ratzel, προσδιόρισε τη γεωπολιτική ως τη «γεωγραφία στην υπηρεσία της πολιτικής του κράτους».*
Ο επίσης Γερμανός, με βαθιά επιρροή στην επιστήμη της γεωπολιτικής και επηρεασμένος ο ίδιος από τον Ratzel, γεωγράφος Karl Haushoffer, την περιέγραψε ως εξής:
«Η γεωπολιτική θα είναι και πρέπει να είναι η γεωγραφική συνείδηση του κράτους. Το αντικείμενό της είναι η μελέτη των μεγάλων ζωτικών συσχετίσεων του σύγχρονου ανθρώπου στο πλαίσιο του σύγχρονου χώρου και ο σκοπός της είναι ο συντονισμός των φαινομένων που συνδέουν το κράτος με το χώρο» (
Επειδή και οι δύο προαναφερθέντες επιστήμονες έδρασαν στο 19ο αιώνα και μέχρι τις αρχές του 20ού ο πρώτος, μέχρι το μέσο του ο δεύτερος, οι αναφορές αυτές γίνονται για να υπογραμμιστεί ότι οι Γερμανοί έχουν βαθιά γεωπολιτική συνείδηση και ως εκ τούτου επιμονή και συνέχεια στις σχετικές επιδιώξεις τους.
Η Ε.Ε. με τον τρόπο που δομήθηκε, και ακόμα περισσότερο με τον τρόπο που εξελίχθηκε μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, την επανένωση της Γερμανίας και την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, αντιμετωπίστηκε από το Βερολίνο ως η νέα εκδοχή του ζωτικού χώρου, η κατάκτηση του οποίου θα γινόταν αυτή τη φορά με οικονομικά μέσα και μόνο εμμέσως με στρατιωτικά, ήτοι χωρίς άμεση γερμανική πολεμική εμπλοκή, όπου χρειαζόταν. Η επιτάχυνση και με όρους εμφυλίου του διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας είναι ένα ενδεικτικό παράδειγμα. Πέραν του ότι εξουδετέρωσε μία ισχυρή κρατική οντότητα -η οποία είχε δημιουργηθεί μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ενισχυθεί μετά το Β’, δηλαδή μετά από δύο γερμανικές ήττες- στο μαλακό υπογάστριο του Reich, στα βαλκανικά σύνορα της Αυστρίας, «απελευθέρωσε» άμεσες ζώνες γερμανικής επιρροής, Σλοβενία και Κροατία, και εκμηδένισε μία χώρα, τη Σερβία, η οποία αν έβγαινε με άλλες συνθήκες από τη διάλυση της γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο στη περιοχή μαζί με την Ελλάδα. Εκμεταλλευόμενη και την αμερικανική επιπόλαια ανάγνωση της περιοχής, η Γερμανία προώθησε τότε σχεδόν αθέατη τους σκοπούς της. Δύο εν δυνάμει σημαντικοί παίκτες της Βαλκανικής, η συνεργασία των οποίων θα λειτουργούσε ως πολλαπλασιαστής διπλωματικής, οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος, βρίσκονται σήμερα νοκ άουτ. Πέραν της διαφαινόμενης εξυπηρέτησης στρατηγικών στόχων από την αποδυνάμωση των δύο, δεν πρέπει να υποτιμάται η αταβιστική λειτουργία κρατών που έχουν ιστορική στοχοπροσήλωση και γεωπολιτική εμμονή, όπως η Γερμανία. Ελλάδα και Σερβία ήταν οι χώρες όπου η ναζιστική Γερμανία αντιμετώπισε τη μεγαλύτερη αντίσταση. Η διάλυση της Τσεχοσλοβακίας επίσης θα πρέπει να σημειωθεί. Αυτά ως επισήμανση.
Το ευρώ λειτούργησε ως μία πανευρωπαϊκή εκδοχή του μάρκου, καθιστώντας αδύνατο για τα κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας να εξισορροπήσουν με άλλους τρόπους την αδυναμία τους να φθάσουν τη γερμανική ανταγωνιστικότητα. Τα ελλείμματα των υπολοίπων τροφοδότησαν τα γερμανικά πλεονάσματα, λόγω και της ανυπαρξίας οικονομικού και παραγωγικού σχεδιασμού από πολιτικές ηγεσίες όπως η ελληνική, οδηγώντας στη σημερινή κατάσταση. Δύο φορές τον προηγούμενο αιώνα, μετά από ισάριθμες στρατιωτικές ήττες και αφού κατέστρεψε την Ευρώπη, η Γερμανία ανέκαμψε με εντυπωσιακό τρόπο, κουβαλώντας όμως το σπόρο της επόμενης (αυτο)καταστροφής. Η Ιστορία απειλεί να επαναληφθεί, δυστυχώς όχι ως φάρσα, αλλά πάλι ως τραγωδία. Με τις οικονομίες γύρω της να παραπαίουν, από τη Βρετανία μέχρι την Ιταλία και από τις ΗΠΑ μέχρι τις πρώτες «γρατζουνιές» της Γαλλίας, η Γερμανία αισθάνεται αρκετά ισχυρή ώστε να κουνάει το δάχτυλο ακόμα και στην Ουάσιγκτον.
Λάμπρος Καλαρρύτης από τον“Τύπο της Κυριακής”
Αναδημοσίευση από: NEWSALAMINA.NET

7) Όπλα στους Κούρδους: Μια "ιστορική στροφή" της Γερμανίας

Για «ιστορική στροφή» της γερμανικής κυβέρνησης κάνουν λόγο γερμανικά μέσα μεταδίδοντας πως η κυβέρνηση στοχεύει να παράσχει όπλα στους Κούρδους μαχητές που πολεμούν ενάντια στους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους. Η πρόθεση της κυβέρνησης φαίνεται πως έχει προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις στο Βερολίνο και διαφωνίες κυρίως ως προς το ρόλο που έχει το κοινοβούλιο για τη λήψη μιας τέτοιας απόφασης.
Σύμφωνα με τη Deutsche Welle το ερώτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο τις τελευταίες ημέρες είναι αν το γερμανικό κοινοβούλιο θα έχει λόγο ή όχι στην απόφαση για την αποστολή όπλων στους Κούρδους. Ο πολιτικός κόσμος εμφανίζεται διχασμένος, ενώ διαφωνίες υπάρχουν και στο εσωτερικό των δύο μεγάλων κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού.
Το Κόμμα των Πρασίνων, πρώτο, κατέθεσε αίτημα για έκτακτη συνεδρίαση της Βουλή τονίζοντας πως η πρόθεση της κυβέρνησης να στείλει όπλα στο βόρειο Ιράκ είναι «άνευ προηγούμενου» και σηματοδοτεί αλλαγή πλεύσης δεδομένου πως ως σήμερα ισχύει το δόγμα στην εξωτερική πολιτική της Γερμανίας για μη εξαγωγή όπλων σε εστίες κρίσης.
Στελέχη του κυβερνώντος Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος της Άνγκελα Μέρκελ, όπως αναφέρει η Deutsche Welle, απορρίπτουν με δηλώσεις τους την αναγκαιότητα συνεδρίασης της Βουλής, υποστηρίζοντας πως για το όλο θέμα υπάρχει ενημέρωση των καθ΄ ύλην αρμόδιων επιτροπών Εξωτερικών Υποθέσεων και Άμυνας του κοινοβουλίου.
Ωστόσο με τη θέση των Πρασίνων συντάσσονται και στελέχη των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού, των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών. Ειδικότερα ο χριστιανοδημοκράτης πολιτικής Νόρμπερτ Λάμερτ διευκρινίζει πως βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας η κυβέρνηση δεν έχει ανάγκη την έγκριση του κοινοβουλίου για να στείλει όπλα στο Ιράκ, ωστόσο, όπως ανέφερε στο Spiegel, η πολιτική σημασία μιας τέτοιας απόφασης είναι τόσο μεγάλη που καθιστά αναγκαία τη συζήτηση στο κοινοβούλιο.
Εκτός του Νόρμπερτ Λάμερτ μια σειρά υψηλόβαθμων πολιτικών των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών εξακολουθούν να απορρίπτουν την αποστολή όπλων στο Ιράκ. Χαρακτηριστική για αυτή τη στάση είναι η δήλωση του αντιπροέδρου του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, Ραλφ Στέγκνερ. Όπως δήλωσε, «100 χρονιά μετά την έναρξη του Πρώτου και 75 χρόνια μετά την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, πράγματι δεν θα έπρεπε να συζητάμε για το σπάσιμο στρατιωτικών ταμπού.»

Μια ιστορική απόφαση...
Η απόφαση του Βερολίνου να εξοπλίσει τους Κούρδους στο βόρειο Ιράκ, οι οποίοι μάχονται με τους τζιχαντιστές, απασχολεί εκτενώς τον γερμανικό τύπο, γράφει στην επισκόπηση Τύπου η Deutsche Welle παρουσιάζοντας τα παρακάτω αποσπάσματα από γερμανικές εφημερίδες.
«Γιατί να μην αποτραβηχτούμε από τις συγκρούσεις του ισλαμικού κόσμου και να τους αφήσουμε όλους αυτούς να τσακώνονται μεταξύ τους;. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν αποτελεί εναλλακτική λύση», γράφει η εφημερίδα Die Welt και συνεχίζει: «Η αποσύνθεση κρατικών δομών στις χώρες της Αραβικής Άνοιξης, στο όρος Χιντουκούς ή στην Αφρική συντελεί αποφασιστικά στη διάδοση και δικτύωση μίας νέας ʻΔιεθνούς των τρομοκρατώνʼ. Εάν (η αποσύνθεση) σταματήσει ή αναστραφεί, τότε θα αποδυναμωθεί και το αφήγημα των ισλαμιστών, όχι μόνο εκεί, αλλά και σε όλον τον κόσμο. Η Δύση μπορεί να συμβάλει σε αυτό, τόσο σε πολιτικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο. Εάν ωστόσο τρέφει ψευδαισθήσεις ότι μπορεί απλώς να αποκοπεί από όλα αυτά τα προβλήματα, τότε ουσιαστικά συμβάλλει στη διαιώνιση του χάους στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, χωρίς να μπορεί να αποφύγει τις συνέπειές του».
«Γερμανικά όπλα για τους Κούρδους- ιστορική απόφαση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης», γράφει στο πρωτοσέλιδο της η Frankfurter Rundschau. «Για πρώτη φορά γερμανικός στρατιωτικός εξοπλισμός κατευθύνεται άμεσα σε μία εστία κρίσης. Δεν είναι μόνο οι Πράσινοι που ζητούν σχετική ψηφοφορία στη Βουλή. Και ο υπουργός για την αναπτυξιακή βοήθεια Γκερντ Μύλερ δηλώνει ότι «σε αυτό το θέμα δεν μπορούμε να παρακάμψουμε το Κοινοβούλιο». Υπάρχουν σημαντικά πολιτικά στελέχη στον κυβερνητικό συνασπισμό, που δηλώνουν αντίθετοι στην παροχή όπλων στους Κούρδους- μεταξύ αυτών ο επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων στο Κοινοβούλιο, Νόρμπερτ Ρέντγκεν και ο αντιπρόεδρος των σοσιαλδημοκρατών Ραλφ Στέγκνερ», αναφέρεται στο σχετικό άρθρο της εφημερίδας.
Ιστορική διάσταση διαβλέπει σε σχόλιό της και η εφημερίδα Berliner Zeitung: «Στην ιστορία της ομοσπονδιακής Γερμανίας, η οποία πάντοτε επεδείκνυε εγκράτεια στον στρατιωτικό τομέα, είναι η πρώτη φορά που χορηγούνται όπλα με απευθείας παραλήπτη ένα από τα εμπόλεμα μέρη σε μία σύρραξη που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. (…) Πρόκειται για μία απόφαση, η οποία μπορεί να συγκριθεί με τη συμμετοχή του γερμανικού στρατού, για πρώτη φορά, σε διεθνείς στρατιωτικές επιχειρήσεις στη δεκαετία του ʼ90».
«Με την προθυμία της να αποστείλει όπλα στο Ιράκ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εγκαινιάζει μία στροφή στην εξωτερική της πολιτική» συμφωνεί η Rheinische Post του Ντύσελντορφ, υποστηρίζοντας ότι η εγκράτεια που είχε επιδείξει μέχρι σήμερα στο Βερολίνο, για ιστορικούς λόγους, δεν ανταποκρίνεται πλέον στις προκλήσεις της εποχής: «(Αυτή η εγκράτεια) είναι πολυτέλεια, όταν έχουμε πλέον τόσες εστίες κρίσης ανά τον κόσμο. Ύψιστο συμφέρον της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής δεν μπορεί παρά να είναι η σταθεροποίηση και η διασφάλιση της ειρήνης. Η Ευρώπη συνολικά πρέπει να επωμιστεί μεγαλύτερη ευθύνη, όταν μάλιστα οι Αμερικανοί απεκδύονται πλέον τον ρόλο του ʻπαγκόσμιου χωροφύλακα στον οποίον δεν μπορούν να ανταποκριθούν, ούτε σε οικονομικό ούτε και σε πολιτικό επίπεδοʼ».
Σε παρέμβασή του στην ίδια εφημερίδα πάντως, ο βουλευτής του γερμανικού κόμματος των Πρασίνων και πρώην υπουργός Γιούργκεν Τριτίν εκφράζει σοβαρές αντιρρήσεις: «Είναι κοντόφθαλμο να πιστεύουμε ότι μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα αποστέλλοντας ακόμα περισσότερα όπλα. Μερικά καλάσνικοφ παραπάνω για τους Κούρδους δεν πρόκειται να αναχαιτίσουν το ʻΙσλαμικό Κράτοςʼ. Οι υποστηρικτές της αποστολής όπλων δεν έχουν απάντηση στο ερώτημα, πώς θα αποφύγουμε να πέσουν τα όπλα σε λάθος χέρια ή να διατεθούν για σκοπούς που δεν ανταποκρίνονται ούτε στα συμφέροντά μας ούτε στην προσπάθεια για προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Τα «υπέρ» και τα «κατά» προσπαθεί να ζυγίσει η Süddeutsche Zeitung του Μονάχου: «Η απόφαση να σταλούν γερμανικά όπλα και γερμανικός στρατιωτικός εξοπλισμός στους Κούρδους είναι ένα λάθος. Μήπως όμως θα ήταν ακόμα μεγαλύτερο λάθος να μην αποσταλούν; Αυτό πιστεύουν πολλοί» αναφέρεται στο σχόλιο. Όσο για την επωδό της γερμανικής κυβέρνησης ότι η αποστολή όπλων δεν αποτελεί παρά έσχατη λύση, η οποία θα προκριθεί μόνο μετά από προσεκτική εξέταση των δεδομένων, ο αρθρογράφος εκφράζει δυσπιστία: «Αυτό (το ρητό) θυμίζει Αυγουστίνο και Καντ. Όποιος κάνει λόγο για έσχατη λύση, αφήνει να εννοηθεί ότι όλες οι υπόλοιπες (λύσεις) έχουν ήδη δοκιμαστεί. Αλλά αυτό ακριβώς δεν έχει γίνει. Το Ιράκ δεν υποφέρει από έλλειψη όπλων. Υποφέρει από έλλειψη τροφίμων και ανθρωπιστικής βοήθειας».

Αναδημοσίευση από: TVXS

8) Το νέο δόγμα στην εξωτερική πολιτική της Γερμανίας

Πριν από λίγες ημέρες ο Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ επισκέφτηκε το Παρίσι, όπου συναντήθηκε με το Γαλλο ομόλογό του. Όπως αναφέρει το γερμανικό περιοδικό οι σχέσεις Βερολίνου και Παρισιού πέρασαν το τελευταίο διάστημα μια κρίση ωστόσο πλέον βρίσκονται σε καλύτερη φάση. «Αυτό είναι εμφανές όχι μόνο από τις διαχυτικές ανταλλαγές φιλοφρονήσεων», σημειώνει το Spiegel, αλλά και από το γεγονός πως «η Γαλλία εμφανίζεται έτοιμη να ακολουθήσει το παράδειγμα της Γερμανίας στην οικονομική πολιτική, μετά από δύο χρόνια αντίστασης, ενώ με τη σειρά του το Βερολίνο θέλει να προσφέρει μεγαλύτερη υποστήριξη στο Παρίσι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη στην Αφρική, αλλά και σε όσες θα πραγματοποιηθούν στο μέλλον». «Η Ευρώπη δεν μπορεί να αφήσει μόνη της τη Γαλλία», δήλωσε ο Σταϊνμάγερ.

Με καγκελάριο τη Μέρκελ, η νέα γερμανική κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού, που σχηματίστηκε πριν από περίπου ένα μήνα, φαίνεται πως αλλάζει πορεία στην εξωτερική πολιτική. Βασική αρχή του Γκίντο Βεστερβέλε, προκατόχου του Σταϊνμάγερ, ήταν πως «η Γερμανία πρέπει να μένει έξω από ένοπλες συγκρούσεις». Το δόγμα της προηγούμενης κυβέρνησης ήταν η «στρατιωτική αυτοσυγκράτηση», αφήνοντας τις υπόλοιπες χώρες να πρωταγωνιστούν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις της διεθνούς κοινότητας. Όμως αυτό το δόγμα εγκαταλείπεται. Η νέα κυβέρνηση φαίνεται να γυρίζει σελίδα εκτιμώντας πως μια οικονομική δύναμη όπως η Γερμανία δεν μπορεί να μένει στο περιθώριο. Πρόθεση είναι να δείξει η Γερμανία στους εταίρους της πως μπορεί να πρωταγωνιστήσει. «Δεν μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια όταν καθημερινά συμβαίνουν δολοφονίες και βιασμοί», δήλωσε η Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν σε συνέντευξή της στο Spiegel.

Το γερμανικό περιοδικό επισημαίνει πως αυτή η αλλαγή στην Εξωτερική πολιτική ήδη έχει αρχίσει να φαίνεται. Η Γερμανία σχεδιάζει να ενισχύσει τα στρατεύματά της ώστε να υποστηρίξει την γαλλική εκστρατεία ενάντια στους τζιχαντιστές στο Μάλι. Παράλληλα η κυβέρνηση εξετάζει την παροχή στρατιωτικών αεροσκαφών για τις επιχειρήσεις στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Το νέο δόγμα για την Εξωτερική πολιτική δεν είναι και τόσο «νέο». Αντίστοιχη εξωτερική πολιτική είχε ακολουθήσει η Γερμανία και την περίοδο 1998 – 2005 όταν καγκελάριος ήταν ο Γκέρχαρντ Σρέντερ. Ο Σταϊνμάγερ δεν θέλει να βάλει τη Γερμανία σε στρατιωτικές περιπέτειες ωστόσο είναι εμφανές πως τόσο ο νέος υπουργός Εξωτερικών, όσο και η νέα υπουργός Άμυνας απορρίπτουν την «κληρονομία» του Βεστερβέλε, που βασιζόταν στην παθητικό ρόλο που έπαιξε η Δυτική Γερμανία στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Το Spiegel σημειώνει πως λόγω της στάσης που κράτησε η Γερμανία τα τελευταία χρόνια η άποψη που επικρατεί στους εταίρους της (Γαλλία, Βρετανία, ΗΠΑ) είναι πως επιδίδεται σε ηθικολογίες και πως «αρέσκεται να κουνάει το δάχτυλο, αλλά αποφεύγει την εμπλοκή όταν τα πράγματα δυσκολεύουν». Ο Σταϊνμάγερ και η Λάιεν θέλουν να αλλάξουν αυτήν την άποψη. «Θέλουμε να επαναενεργοποιήσουμε το υπουργείο Εξωτερικών», δήλωσε ο υφυπουργός Μάρκους Έντερερ, στενός συνεργάτης του Σταϊνμάγερ. Στην ίδια γραμμή βρίσκεται και η υπουργός Άμυνας. Πρόθεση της Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν, σύμφωνα με το Spiegel, είναι η Γερμανία να ηγηθεί των διαδικασιών για να σφυρηλατηθεί μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική στον τομέα της ασφάλειας.

Όπως αναφέρει το Spiegel η γραμμή που υιοθετούν οι δύο υπουργοί έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική που εφάρμοσε η Μέρκελ τα τελευταία χρόνια. Μπορεί η καγκελάριος της Γερμανίας να μην εμπόδισε τα σχέδια για ενίσχυση των γερμανικών στρατευμάτων στο Μάλι, ωστόσο συνεργάτες της επιχειρούν να δημιουργήσουν την εντύπωση πως δεν πρόκειται για αλλαγή πολιτικής. Σύμφωνα με το γερμανικό περιοδικό η Μέρκελ δεν ενστερνίζεται την άποψη πως οι στρατιωτικές επεμβάσεις επιφέρουν οφέλη, ενώ έχει εκφράσει την απογοήτευσή της για τα αποτελέσματα της γερμανικής συμμετοχής στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν. Επιπλέον η πολιτική της επηρεάζεται συχνά και από τις δημοσκοπήσεις. Σύμφωνα με αυτές οι Γερμανοί είναι αρνητικοί στη συμμετοχή του γερμανικοί στρατού σε πολεμικές αποστολές. Επίσης το Spiegel υπενθυμίζει ότι τον Δεκέμβριο κατά τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ η Μέρκελ είχε απαντήσει αρνητικά στο αίτημα της Γαλλίας για ισχυρότερη ευρωπαϊκή υποστήριξη στις επιχειρήσεις στο Μάλι.

Στην τελευταία συνεδρίαση δεν χρησιμοποίησε το βέτο, όπως είχε δικαίωμα, θέλοντας να δείξει στη Γαλλία πως δεν είναι μόνη της. Όμως έμμεσα δημοσιοποίησε τις επιφυλάξεις της για τη συμμετοχή στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, όταν σημείωσε πως για την αποστολή θα πρέπει να υπάρξει μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η τελική απόφαση δεν έχει ακόμη ληφθεί, ήταν το μήνυμα που έστειλε. Ωστόσο η μεταστροφή, έστω και με επιφυλάξεις, της Μέρκελ θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως μια επιτυχία των Σταϊνμάγερ και Λάιεν. Μεταστροφή υπήρξε και στο ζήτημα του συριακού χημικού οπλοστασίου, με τη Γερμανία να ανακοινώνει πως «θα βοηθήσει στην καταστροφή του». Από την οπτική του Σταϊνμάγερ με αυτόν τον τρόπο, και χωρίς μεγάλο κόστος καθώς έχει την τεχνική υποδομή, η Γερμανία θα δείξει στη διεθνή κοινότητα πως πλέον είναι πρόθυμη να αναλαμβάνει ευθύνες.
 

Τα παραπάνω αποτελούν τα πρώτα δείγματα της αλλαγής στην εξωτερική πολιτική, ωστόσο οι Σταϊνμάγερ και Λάιεν γνωρίζουν πως τα μικρά βήματα είναι πολύτιμα. Το ερώτημα που παραμένει είναι κατά πόσο οι δύο νέοι υπουργοί θα μπορέσουν να αλλάξουν ριζικά το δόγμα που εφαρμόζει μέχρι σήμερα το Βερολίνο. Το Spiegel σημειώνει πως η αρμονική σχέση μεταξύ των δύο υπουργών δεν θα είναι εύκολο να διατηρηθεί, καθώς παραδοσιακά τα δύο υπουργεία βρίσκονταν σε έναν «ανταγωνισμό» και επίσης η Λάιεν φαίνεται να έχει αμφιβολίες για το βαθμό που μπορεί να εμπιστευτεί τον Σταϊνμάγερ. Παρόλα αυτά στόχος των δύο υπουργών είναι να αναγνωριστούν ως οι δύο πολιτικοί που άλλαξαν το δόγμα της εξωτερικής πολιτικής της Γερμανίας, αρχής γενομένης από τη Διάσκεψη Ασφαλείας που ξεκίνησε την Παρασκευή.

Όπως σχολιάζει το γερμανικό περιοδικό, τα τελευταία χρόνια το Βερολίνο βρισκόταν στη δύσκολη θέση να υπερασπίζεται την παθητικότητά του στο συνέδριο. Φέτος οι Γερμανοί σκοπεύουν να αλλάξουν αυτήν την παράδοση. Στην πραγματικότητα, παρά την πρόθεση των Σταϊνμάγερ και Λάιεν, ο βαθμός και ο χρόνος που θα χρειαστεί για να συμβεί αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη Μέρκελ.

Αναδημοσίευση από: TVXS

9) Ευρωπαϊκή Ένωση: ο ζωτικός χώρος (Lebensraum) της Γερμανίας
- η νέα στρατηγική του Βερολίνου - του Γεώργιου Εμ. Δημητράκη* Η ηλεκτρονική έκδοση της 27.Οκτ.2013 του σε όλους πλέον γνωστού γερμανικού περιοδικού DerSpiegelOnline με θέμα και πάλιν την Πατρίδα μας, ότι οι πελατειακές σχέσεις και ο λαϊκισμός κατέστρεψαν την Ελλάδα δεν αποτελεί για κανέναν μία νέα είδηση. Όπως και επίσης, όπως γράφει, ότι ο φόβος και η οργή του κόσμου πηγάζει από το γεγονός ότι οι πολιτικές και οι οικονομικές ελίτ δείχνουν να μην έχουν επηρεαστεί από την κρίση. Οι Έλληνες, οι Ευρωπαίοι, αλλά και οι Γερμανοί πολίτες θα επιθυμούσαμε να ακούσουμε από το DERSPIEGELποίος πράγματι προκάλεσε την κρίση εις την Ευρώπη και ποία είναι η ευθύνη του Βερολίνου το οποίο με την υστερόβουλη και αλαζονική πολιτική του, κυρίως απέναντι των χωρών του Νότου, φέρνει την Ευρώπη ένα βήμα πριν από την διάλυσή της. Η «ελληνική τραγωδία» απέδειξε ότι η ίδια η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) πάσχει από σημαντικά θεσμικά και πολιτικά ελλείμματα. Παράλληλα ο πολιτικός συμβιβασμός μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας που επικυρώθηκε με την Συνθήκη του Μάαστριχ το 1989 με πρωτοβουλία του Μιτεράν, ο οποίος πίστευε ότι έτσι θα εξαφανίσει το μεταπολεμικό ισχυρότατο γερμανικό όπλο, δηλαδή το Μάρκο, μέσω της κυκλοφορίας του Ευρώ και της ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), απεδείχθη ως ο Δούρειος Ίππος της Γερμανίας απέναντι της Ευρώπης και το μεγαλύτερο φιάσκο του Γάλλου Προέδρου. Με το πρώην άρθρο 104 της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ) αφενός μεν απαγορεύτηκαν οι υπεραναλήψεις και πιστωτικές διευκολύνσεις από την ΕΚΤ προς τα κράτη μέλη της ΟΝΕ, αφετέρου απορρίφθηκε από το Βερολίνο και η σκέψη για την θεσμοθέτηση ενός «δημοσιονομικού ομοσπονδισμού» ο οποίος θα στηριζόταν σε ένα κεντρικά οργανωμένο προϋπολογισμό της Ε.Ε. σημαντικού μεγέθους που θα διασφάλιζε ένα μηχανισμό αναδιανομής εισοδήματος μέσω γενναίων δημοσιονομικών μεταβιβάσεων προς τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Οι μονεταριστικές αντιλήψεις του Βερολίνου που επικράτησαν κατά τον σχεδιασμό της ΟΝΕ συνέβαλαν στη διατήρηση του καταμερισμού εργασίας που υπήρχε στο πλαίσιο της ΕΟΚ και ο άξονας του Βορρά (Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Αυστρία) κατάφερε να διατηρήσει την κυρίαρχη θέση του, ενώ ο Νότος έγινε ακόμη πιο καταναλωτικός αλλά και πιο αντιπαραγωγικός, καθώς οι τράπεζες του λόγω των πολύ χαμηλών επιτοκίων του Ευρώ χορηγούσαν αφειδώς φθηνά καταναλωτικά δάνεια με τα οποία οι πληθυσμοί του Νότου αγόραζαν βιομηχανικά προϊόντα του Βορρά. Έτσι ο Βορράς αξιοποίησε υπέρ του τα οφέλη μιας ενιαίας αγοράς μεγέθους 13 τρις Ευρώ με χαμηλό κόστος δανεισμού. Μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία ο Βορράς κέρδισε τριπλά: αύξησε τις εξαγωγές του στο Νότο, εξαγόρασε τις κυριότερες τράπεζες και βιομηχανίες του Νότου, μετατράπηκε στο μεγαλύτερο πιστωτή των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Παράλληλα από την έναρξη της κρίσης χρέους απεκόμισε κέρδη εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ από τα τοκογλυφικά δάνεια προς τις χώρες του λιμοκτονούντος Νότου και την Ελλάδα! Όμως οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο επέδειξαν ιδιαίτερη σπουδή να αποσιωπήσουν τα βασικά αίτια της κρίσης, που δεν είναι άλλα από το ίδιο το μοντέλο και τα δομικά προβλήματα της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραβλέψουμε τις ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας του Νότου, αλλά και της Πατρίδας μας, που εξέθρεψε την λειτουργία του πελατειακού Κράτους και του αντιπαραγωγικού δημόσιου τομέα. Όμως σε μία Ένωση όπου το 65% τουλάχιστον της Νομοθεσίας που εφαρμόζεται προέρχεται από την ίδια την Ε.Ε., αντιλαμβάνεται κανείς ότι το μεγαλύτερο μέρος της παθογένειας του συστήματος οφείλεται στην ίδια τη λειτουργία της Ευρωζώνης και της Ε.Ε. Οι Γερμανοί βεβαίως, σε μία προσπάθεια να αποφύγουν την κριτική για τις τεράστιες ευθύνες που έχουν για τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας της Ευρωζώνης και της Ε.Ε., προσπάθησαν, και μάλιστα με αήθη τρόπο, να χρεώσουν όχι μόνον τα ελληνικά προβλήματα, αλλά και τα προβλήματα του Ευρώ στους δήθεν κακομαθημένους και τεμπέληδες Έλληνες. Η προσπάθεια αυτή δυστυχώς βρήκε συμμάχους και στο ελληνικό κυβερνητικό επίπεδο, όπου έγινε απόπειρα να καλλιεργηθούν στον Ελληνικό Λαό αισθήματα ενοχής και ευθύνης. Στην περίπτωση όμως της Ελλάδος, το Βερολίνο γνώριζε πληρέστατα εδώ και δεκαετίες, και κυρίως μετά την καθιέρωση του Ευρώ, για την διαφθορά του πολιτικού συστήματος της χώρας μας και την τεράστια διασπάθιση δημόσιου χρήματος και κοινοτικών κονδυλίων. Αλλά σκόπιμα απέφευγε να το αποτρέψει, αν και μπορούσε ως πρωταγωνιστής των ευρωπαϊκών εξελίξεων, λόγω του τεράστιου οικονομικού οφέλους της Γερμανίας και του άξονά της, αλλά ταυτόχρονα και λόγω υστερόβουλων στόχων για την ηγεμονία αυτής εις την Ευρώπη. Εδώ και πάλιν θα θέλαμε να ακούσουμε από το έμπειρο και διεισδυτικό εις τους υπόγειους μηχανισμούς της πολιτικής του Βερολίνου Περιοδικό DERSPIEGELεάν γνωρίζει τα κάτωθι: Η προσπάθεια του Τρίτου Ράιχ (3ο Reich) για την εφαρμογή της Θεωρίας των FriedrichRatzelundKarlHaushoferγια την εξεύρεση και ενσωμάτωση Ζωτικού Χώρου (Lebensraum) για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του Γερμανικού Έθνους που οδήγησε εις τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και εις την ήττα της Γερμανίας σημαίνει σήμερα για το Βερολίνο κάτι άλλο; Ότι τώρα χωρίς την χρήση όπλων, αλλά με την οικονομική της ισχύ, ενώπιον της οποίας υποκλίνονται οι Βρυξέλλες και οι ηγέτες της Ευρώπης, επιτυγχάνεται ένας νέος Ζωτικός Χώρος για την Γερμανία, οικονομικού τώρα περιεχομένου. Βέβαια εμείς οι Ευρωπαίοι σεβόμαστε την οικονομική ισχύ της Γερμανίας, αλλά δεν είμαστε διατεθειμένοι να επιτρέψουμε σε καμία χώρα, όσο ισχυρή κι αν είναι, να μας ταπεινώνει. Όμως ενώπιον αυτού του κινδύνου της οικονομικής υποταγής και ταπείνωσης της Ευρώπης οι παρακολουθήσεις των ηλεκτρονικών μηνυμάτων και τηλεπικοινωνιών μέσω Internet 159 χωρών, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδος, από την γερμανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών (BND), ως στόχο των γερμανικών Μυστικών Υπηρεσιών δεν είναι συμπτωματικές. Διότι δεν περιορίζονται μόνον σε απλές παρακολουθήσεις, αλλά σε δράσεις που στοχεύουν την ισχύ της Γερμανικής Οικονομίας και την εκβιαστική πολιτική του Βερολίνου απέναντι των Ευρωπαίων. Μία άκρως επικίνδυνη πολιτική της Γερμανίας εις βάρος της Ευρώπης που κάνει να ανησυχούνε και οι ΗΠΑ! *Υποσημείωση: Ο αρθρογράφος σπούδασε Πολιτικές-Οικονομικές Επιστήμες και Κοινωνιολογία στη Βόννη και Ιστορία και Πολιτιστική κληρονομιά στην Αθήνα. Διετέλεσε επί 5 χρόνια υπάλληλος της Ομοσπονδιακής Βουλής της Γερμανίας.

Περισσότερα: http://www.antibaro.gr/article/10878, Ἀντίβαρο
-η νέα στρατηγική του Βερολίνου - 
του Γεώργιου Εμ. Δημητράκη* 

Η ηλεκτρονική έκδοση της 27.Οκτ.2013 του σε όλους πλέον γνωστού γερμανικού περιοδικού Der Spiegel Online με θέμα και πάλιν την Πατρίδα μας, ότι οι πελατειακές σχέσεις και ο λαϊκισμός κατέστρεψαν την Ελλάδα δεν αποτελεί για κανέναν μία νέα είδηση. Όπως και επίσης, όπως γράφει, ότι ο φόβος και η οργή του κόσμου πηγάζει από το γεγονός ότι οι πολιτικές και οι οικονομικές ελίτ δείχνουν να μην έχουν επηρεαστεί από την κρίση. Οι Έλληνες, οι Ευρωπαίοι, αλλά και οι Γερμανοί πολίτες θα επιθυμούσαμε να ακούσουμε από το DER SPIEGEL ποίος πράγματι προκάλεσε την κρίση εις την Ευρώπη και ποία είναι η ευθύνη του Βερολίνου το οποίο με την υστερόβουλη και αλαζονική πολιτική του, κυρίως απέναντι των χωρών του Νότου, φέρνει την Ευρώπη ένα βήμα πριν από την διάλυσή της.

Η «ελληνική τραγωδία» απέδειξε ότι η ίδια η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) πάσχει από σημαντικά θεσμικά και πολιτικά ελλείμματα. Παράλληλα ο πολιτικός συμβιβασμός μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας που επικυρώθηκε με την Συνθήκη του Μάαστριχ το 1989 με πρωτοβουλία του Μιτεράν, ο οποίος πίστευε ότι έτσι θα εξαφανίσει το μεταπολεμικό ισχυρότατο γερμανικό όπλο, δηλαδή το Μάρκο, μέσω της κυκλοφορίας του Ευρώ και της ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), απεδείχθη ως ο Δούρειος Ίππος της Γερμανίας απέναντι της Ευρώπης και το μεγαλύτερο φιάσκο του Γάλλου Προέδρου.

Με το πρώην άρθρο 104 της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ) αφενός μεν απαγορεύτηκαν οι υπεραναλήψεις και πιστωτικές διευκολύνσεις από την ΕΚΤ προς τα κράτη μέλη της ΟΝΕ, αφετέρου απορρίφθηκε από το Βερολίνο και η σκέψη για την θεσμοθέτηση ενός «δημοσιονομικού ομοσπονδισμού» ο οποίος θα στηριζόταν σε ένα κεντρικά οργανωμένο προϋπολογισμό της Ε.Ε. σημαντικού μεγέθους που θα διασφάλιζε ένα μηχανισμό αναδιανομής εισοδήματος μέσω γενναίων δημοσιονομικών μεταβιβάσεων προς τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Οι μονεταριστικές αντιλήψεις του Βερολίνου που επικράτησαν κατά τον σχεδιασμό της ΟΝΕ συνέβαλαν στη διατήρηση του καταμερισμού εργασίας που υπήρχε στο πλαίσιο της ΕΟΚ και ο άξονας του Βορρά (Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Αυστρία) κατάφερε να διατηρήσει την κυρίαρχη θέση του, ενώ ο Νότος έγινε ακόμη πιο καταναλωτικός αλλά και πιο αντιπαραγωγικός, καθώς οι τράπεζες του λόγω των πολύ χαμηλών επιτοκίων του Ευρώ χορηγούσαν αφειδώς φθηνά καταναλωτικά δάνεια με τα οποία οι πληθυσμοί του Νότου αγόραζαν βιομηχανικά προϊόντα του Βορρά. Έτσι ο Βορράς αξιοποίησε υπέρ του τα οφέλη μιας ενιαίας αγοράς μεγέθους 13 τρις Ευρώ με χαμηλό κόστος δανεισμού. Μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία ο Βορράς κέρδισε τριπλά: αύξησε τις εξαγωγές του στο Νότο, εξαγόρασε τις κυριότερες τράπεζες και βιομηχανίες του Νότου, μετατράπηκε στο μεγαλύτερο πιστωτή των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Παράλληλα από την έναρξη της κρίσης χρέους απεκόμισε κέρδη εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ από τα τοκογλυφικά δάνεια προς τις χώρες του λιμοκτονούντος Νότου και την Ελλάδα!

Όμως οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο επέδειξαν ιδιαίτερη σπουδή να αποσιωπήσουν τα βασικά αίτια της κρίσης, που δεν είναι άλλα από το ίδιο το μοντέλο και τα δομικά προβλήματα της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραβλέψουμε τις ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας του Νότου, αλλά και της Πατρίδας μας, που εξέθρεψε την λειτουργία του πελατειακού Κράτους και του αντιπαραγωγικού δημόσιου τομέα. Όμως σε μία Ένωση όπου το 65% τουλάχιστον της Νομοθεσίας που εφαρμόζεται προέρχεται από την ίδια την Ε.Ε., αντιλαμβάνεται κανείς ότι το μεγαλύτερο μέρος της παθογένειας του συστήματος οφείλεται στην ίδια τη λειτουργία της Ευρωζώνης και της Ε.Ε. Οι Γερμανοί βεβαίως, σε μία προσπάθεια να αποφύγουν την κριτική για τις τεράστιες ευθύνες που έχουν για τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας της Ευρωζώνης και της Ε.Ε., προσπάθησαν, και μάλιστα με αήθη τρόπο, να χρεώσουν όχι μόνον τα ελληνικά προβλήματα, αλλά και τα προβλήματα του Ευρώ στους δήθεν κακομαθημένους και τεμπέληδες Έλληνες. Η προσπάθεια αυτή δυστυχώς βρήκε συμμάχους και στο ελληνικό κυβερνητικό επίπεδο, όπου έγινε απόπειρα να καλλιεργηθούν στον Ελληνικό Λαό αισθήματα ενοχής και ευθύνης.

Στην περίπτωση όμως της Ελλάδος, το Βερολίνο γνώριζε πληρέστατα εδώ και δεκαετίες, και κυρίως μετά την καθιέρωση του Ευρώ, για την διαφθορά του πολιτικού συστήματος της χώρας μας και την τεράστια διασπάθιση δημόσιου χρήματος και κοινοτικών κονδυλίων. Αλλά σκόπιμα απέφευγε να το αποτρέψει, αν και μπορούσε ως πρωταγωνιστής των ευρωπαϊκών εξελίξεων, λόγω του τεράστιου οικονομικού οφέλους της Γερμανίας και του άξονά της, αλλά ταυτόχρονα και λόγω υστερόβουλων στόχων για την ηγεμονία αυτής εις την Ευρώπη.

Εδώ και πάλιν θα θέλαμε να ακούσουμε από το έμπειρο και διεισδυτικό εις τους υπόγειους μηχανισμούς της πολιτικής του Βερολίνου Περιοδικό DER SPIEGEL εάν γνωρίζει τα κάτωθι: Η προσπάθεια του Τρίτου Ράιχ (3ο Reich) για την εφαρμογή της Θεωρίας των Friedrich Ratzel und Karl Haushofer για την εξεύρεση και ενσωμάτωση Ζωτικού Χώρου (Lebensraum) για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του Γερμανικού Έθνους που οδήγησε εις τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και εις την ήττα της Γερμανίας σημαίνει σήμερα για το Βερολίνο κάτι άλλο; Ότι τώρα χωρίς την χρήση όπλων, αλλά με την οικονομική της ισχύ, ενώπιον της οποίας υποκλίνονται οι Βρυξέλλες και οι ηγέτες της Ευρώπης, επιτυγχάνεται ένας νέος Ζωτικός Χώρος για την Γερμανία, οικονομικού τώρα περιεχομένου. Βέβαια εμείς οι Ευρωπαίοι σεβόμαστε την οικονομική ισχύ της Γερμανίας, αλλά δεν είμαστε διατεθειμένοι να επιτρέψουμε σε καμία χώρα, όσο ισχυρή κι αν είναι, να μας ταπεινώνει.

Όμως ενώπιον αυτού του κινδύνου της οικονομικής υποταγής και ταπείνωσης της Ευρώπης οι παρακολουθήσεις των ηλεκτρονικών μηνυμάτων και τηλεπικοινωνιών μέσω Internet 159 χωρών, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδος, από την γερμανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών (BND), ως στόχο των γερμανικών Μυστικών Υπηρεσιών δεν είναι συμπτωματικές. Διότι δεν περιορίζονται μόνον σε απλές παρακολουθήσεις, αλλά σε δράσεις που στοχεύουν την ισχύ της Γερμανικής Οικονομίας και την εκβιαστική πολιτική του Βερολίνου απέναντι των Ευρωπαίων. Μία άκρως επικίνδυνη πολιτική της Γερμανίας εις βάρος της Ευρώπης που κάνει να ανησυχούνε και οι ΗΠΑ!

*Υποσημείωση: Ο αρθρογράφος σπούδασε Πολιτικές-Οικονομικές Επιστήμες και Κοινωνιολογία στη Βόννη και Ιστορία και Πολιτιστική κληρονομιά στην Αθήνα. Διετέλεσε επί 5 χρόνια υπάλληλος της Ομοσπονδιακής Βουλής της Γερμανίας.

Αναδημοσίευση από: ΑΝΤΙΒΑΡΟ

10) Ο "ζωτικός χώρος" του Πούτιν
Για να εξουδετερώσει απειλές από τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ χρησιμοποιεί τα κεφάλαια, το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τη στρατιωτική ισχύ

της Ειρ. Μητροπούλου

Αν δεν το έβλεπαν στη CIA, κακό του κεφαλιού τους. Ηταν ένα γεωστρατηγικό πρόβλημα για πρωτάρηδες. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν θα άφηνε ποτέ την Ουκρανία να πέσει στα χέρια της Δύσης, αμαχητί. Και τώρα, μετά την κατοχή και την προσάρτηση της Κριμαίας, τι βλέπουμε; Διακόσιες χιλιάδες ρώσους στρατιώτες στα σύνορα της Ανατολικής Ουκρανίας και αμερικανικά F-16 να πετάνε στη μεθόριο του ΝΑΤΟ, επάνω από την Πολωνία.

Είναι άραγε η αρχή του Β' Ψυχρού Πολέμου ή κάτι πολύ πιο σκοτεινό, το οποίο ξυπνάει το φάντασμα της πολιτικής του «ζωτικού χώρου» («Lebensraum») που εφάρμοσε με καταστροφικές συνέπειες η ναζιστική Γερμανία στον Μεσοπόλεμο; Τραβηγμένο, αλλά ακούγεται, τηρουμένων, βέβαια, των αναλογιών. Πολλοί λένε ότι η κρίση στην Ουκρανία είναι το έναυσμα για να μπει σε εφαρμογή το «δόγμα Πούτιν» για κυριαρχία από τη Λευκορωσία ως το Καζακστάν (μέσω Μολδαβίας, Γεωργίας, Αρμενίας, Αζερμπαϊτζάν, Ουζμπεκιστάν και Κιργιζίας).

Πώς; Οχι βέβαια με τανκς και εκστρατείες εκατομμυρίων στρατιωτών της Βέρμαχτ, όπως ο Χίτλερ. Στον 21ο αιώνα, ο «τσάρος» θέλει να επιβάλει την ηγεμονία της Μόσχας με σφαίρες επιρροής από τη Βαλτική ως τη Μαύρη Θάλασσα και την Κασπία. Η πρώην υπερδύναμη σφραγίζει πάλι τα σύνορά της στην Ευρασία, για να εξουδετερώσει απειλές από τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, με όπλα αυτή τη φορά τα κεφάλαια, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, την επίδειξη ισχύος και τη διπλωματία.

«Ο Πούτιν υποκινείται από έναν συνδυασμό νεο-ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας, γεωπολιτικού συμφέροντος και ιδιοτέλειας»
λέει στο «Βήμα» ο Αλεξάντερ Μότιλ, ουκρανοαμερικανός καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Rutgers, στις ΗΠΑ.

«Η ιδεολογία (ακόμη και αν υποθέσουμε ότι είναι o "Lebensraum") αποτελεί μια δέσμη από απώτερους στόχους, αλλά σπανίως την κινητήρια δύναμη. Ο Λένιν, για παράδειγμα, πίστευε στον παγκόσμιο κομμουνισμό, αλλά έκανε ειρήνη με την αυτοκρατορική Γερμανία, για να σώσει την επανάσταση. Ο Στάλιν πήγε παραπέρα το 1925 εγκαταλείποντας την παγκόσμια επανάσταση για τον "σοσιαλισμό σε μία χώρα". Και έγινε σύμμαχος της ναζιστικής Γερμανίας το 1939-1941
», υπενθυμίζει ο Μότιλ. Για τον Πούτιν, τα διλήμματα είναι διαφορετικά. Εχει πει πολλές φορές ότι κατά τη γνώμη του η κατάρρευση της ΕΣΣΔ ήταν η μεγαλύτερη τραγωδία του 20ού αιώνα. Και από άποψης ζωτικού αμυντικού χώρου, η Ρωσία συνέχισε να ασφυκτιά μετά το 1991.

Από το 2004, όταν μπήκαν στην ΕΕ και, κυρίως, στο ΝΑΤΟ οι χώρες της Βαλτικής, οι ΗΠΑ, που απείχαν περί τα 1.900 χλμ. από την Αγία Πετρούπολη, έφτασαν 160 χλμ. μακριά, στα σύνορα Εσθονίας - Ρωσίας. Αυτό άφησε τη Λευκορωσία και την Ουκρανία ως μόνες ουδέτερες ζώνες μεταξύ εχθρών, ανάχωμα στα σχέδια της δυτικής διείσδυσης στον μετασοβιετικό χώρο της Ρωσίας. Στα μάτια του Πούτιν είναι μια απαράδεκτη κατάσταση. Η Ρωσία προστατεύεται ιστορικά από το βάθος της, που κατέστρεψε εχθρούς όπως ο Ναπολέων και ο Χίτλερ.
 

Η απώλεια της Ουκρανίας αφήνει τη Ρωσία χωρίς αυτό το βάθος, όμηρο των προθέσεων και των δυνατοτήτων της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών, που την περικυκλώνουν με το ΝΑΤΟ. Ακόμη χειρότερα: καταστρέφει το πιο μεγαλόπνοο σχέδιο του Πούτιν, τη λεγόμενη Ευρασιατική Ενωση, έναν κοινό οικονομικό χώρο στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, που θα μπορούσε να μοιάσει κάποια στιγμή στο μέλλον με αυτόν της ΕΕ.

Αν γίνει ποτέ πραγματικότητα, θα δημιουργήσει την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, την πρώτη σε ενεργειακά αποθέματα, την πρώτη σε πυρηνική στρατιωτική ισχύ και μία από τις πρώτες σε συμβατική στρατιωτική δύναμη. Και θα καταλαμβάνει σχεδόν το ένα έκτο της χερσαίας επιφάνειας του πλανήτη. Με τόσο ορυκτό πλούτο και πρώτες ύλες, μια τέτοια Ενωση θα μπορούσε να μετατραπεί, μέσα σε περιβάλλον ανοιχτής οικονομίας, σε «σοβιετική αυτοκρατορία από την πίσω πόρτα» και να γίνει το αντίπαλον δέος για τις ΗΠΑ και την Κίνα. Πρόθυμα μέλη είναι, προς το παρόν, μόνο η Λευκορωσία, το Καζακστάν και πολύ προσεχώς η Αρμενία. Αν χαθεί οριστικά η Ουκρανία προς τη Δύση, η Ευρασιατική Ενωση χάνει το κρίσιμο «ευρω»-στοιχείο.

«Κάποιοι λένε ότι ο Πούτιν δεν θα το επιτρέψει ποτέ. Αλλά άποψή μου είναι ότι η Ρωσία δεν έχει νεο-ιμπεριαλιστικό όραμα»
μας λέει ο Ματιέ Μπουλέγκ, ερευνητής στο Ινστιτούτο για την Ασφάλεια στην Ευρώπη (ΙΡSE), στο Παρίσι. «Διότι ιμπεριαλισμός σημαίνει εδαφική επέκταση. Το όραμα του Πούτιν είναι γεωστρατηγικό και βασισμένο στην εθνική ασφάλεια. Θέλει να εξασφαλίσει αμυντικό χώρο μεταξύ της ενδοχώρας της Ρωσίας και αυτού που αντιλαμβάνεται ως δυτική εισβολή (του ΝΑΤΟ στην Τουρκία και στη Γεωργία, δυτική επιρροή στην Ουκρανία, της ΕΕ στην Πολωνία, κτλ.)» τονίζει.

Μερικοί διαφωνούν. «Ο Αλεξάντρ Ντούγκιν, ρώσος διεθνολόγος και μέντορας του Πούτιν, πιστεύει ακράδαντα ότι η Ρωσία μπορεί να φτάσει ως τον Ατλαντικό. Αν κερδίσουμε, έγραψε πρόσφατα, θα πετύχουμε τον στόχο της πλήρους Ευρασίας, από τη Λισαβόνα ως το Βλαδιβοστόκ!» μας λέει ο Μότιλ.

Γουόλτερ Ράσελ Μιντ
Επιδιώκει επιστροφή στα σύνορα της ΕΣΣΔ
«Συμφωνείτε με όσους μιλάνε για πολιτική "ζωτικού χώρου" και συγκρίνουν ανοιχτά, ή συγκαλυμμένα, τον Πούτιν με τον Χίτλερ του 1938;»
ρώτησε «Το Βήμα» τον Γουόλτερ Ράσελ Μιντ, καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Bard College, στη Νέα Υόρκη. «Ο Πούτιν δεν είναι Χίτλερ. Δεν έχει ιδέες φυλετικής υπεροχής ούτε σκοπεύει να κάνει παγκόσμιο πόλεμο. Σε σύγκριση με τον Στάλιν, είναι παιδάκι της χορωδίας. Και από την άποψη της ισχύος, δεν είναι καν Μπρέζνιεφ» μας λέει.

«Παρ' όλα αυτά, και τηρουμένων όλων των αναλογιών, θα τολμούσα να πω ότι ο Χίτλερ θα αναγνώριζε τις πρόσφατες ρωσικές κινήσεις στην Ουκρανία. Ο Φίρερ ήθελε να σκίσει τη Συνθήκη των Βερσαλλιών με την οποία έληξε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Πούτιν προσπαθεί να ανατρέψει τον μεταψυχροπολεμικό διακανονισμό στην Ευρώπη και στην Κεντρική Ασία. Οπως η Γερμανία του Χίτλερ, η Ρωσία του Πούτιν είναι πολύ ασθενέστερη από τους κύριους εχθρούς της, γι' αυτό δεν μπορεί να επιτύχει τον στόχο της μέσα από άμεση στρατιωτική πρόκληση εναντίον τους.
Πρέπει να είναι έξυπνη, ώσπου να δυναμώσει, και να εκμεταλλευθεί τους δισταγμούς, τις διαιρέσεις και τις αδυναμίες των αντιπάλων της» τονίζει ο Ράσελ Μιντ.
«Ο Πούτιν δεν είναι Χίτλερ, αλλά ούτε Αντενάουερ. Δεν πρόκειται να αποδεχθεί την ήττα και να συνεργαστεί εντός των γραμμών που χαράχθηκαν από τους νικητές. Μπορεί να δοκιμάσει τα ίδια αλλού: στην Κεντρική Ασία ίσως, όταν αποφασίσει ότι έχει έρθει η ώρα για να επανενώσει τη ρωσική πατρίδα με τον πλούτο του πετρελαίου και του αερίου. Μπορεί επίσης να εκβιάσει. Θα πληρώσει άραγε η Δύση τον εξωφρενικό λογαριασμό του φυσικού αερίου της Gazprom για την Ουκρανία ή θα αφήσει τη χώρα να παγώσει στο σκοτάδι τον επόμενο χειμώνα; Αν η Δύση έχει αναλάβει τον ρόλο του ταμία και του προστάτη του ουκρανικού κράτους, η Ρωσία θα την κάνει να το πληρώσει ακριβά, και σε χρήμα. Ο Πούτιν είναι έξυπνος και ικανός αντίπαλος της Δύσης. Πιστεύει ότι η Ρωσία μπορεί να επιβιώσει και να ευημερήσει μόνο αν αναστηθεί σαν μεγάλη δύναμη μεταξύ Κίνας και Γερμανίας. Και ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν επιστρέψει στα σύνορα του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της πρώην ΕΣΣΔ»
καταλήγει ο συνομιλητής μας.
Αναδημοσίευση από: ΤΟ ΒΗΜΑ

11) Το γερμανικό και το ανατολικό ζήτημα: Η Ευρώπη επανέρχεται στην προ του 1914 εποχή;
Του Παντελή Σαββίδη, δημοσιογράφου

Πριν από 100 χρόνια, στις 28 Ιουνίου 1914, στις όχθες του ποταμού Μπόζνα, που διασχίζει το Σεράγεβο, ο σερβοβόσνιος εθνικιστής Γαβρίλο Πρίντσιπ πυροβόλησε και σκότωσε τον αρχιδούκα του αυστριακού θρόνου Φραγκίσκο Φερδινάνδο.
 Ήταν η αφορμή για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Αυστρία κατέστησε υπεύθυνη τη Σερβία για τη δολοφονία, η Σερβία αποδέχτηκε όλους τους όρους του αυστριακού τελεσιγράφου, αλλά παρ’ όλα αυτά η Αυστρία τής κήρυξε τον πόλεμο. Από εκεί και πέρα τα γεγονότα ακολούθησαν τη δική τους δυναμική. Οι σύμμαχοι, που είχαν διαμορφώσει τις συμμαχίες τους αρκετά χρόνια νωρίτερα, κήρυσσαν ο ένας τον πόλεμο στον άλλο.
Στην καρδιά του προβλήματος πλέον η Γερμανία, “το νεαρότερο, δυναμικότερο και πιο χολερικό έθνος-κράτος” κατά τον ιστορικό Νόρμαν Ντέιβις.
Η ουσία τώρα είναι άλλη. Η Γερμανία συγκροτήθηκε σε ενιαίο κράτος λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1871, υπό την ηγεσία του Μπίσμαρκ, ο οποίος με επιδέξιες κινήσεις κατόρθωσε να ενώσει τα γερμανικά κρατίδια υπό την κυριαρχία της Πρωσίας.
Η ενωμένη Γερμανία είχε μία δυναμική οικονομία, αλλά οι διεθνείς αγορές ήταν κατειλημμένες από τις αποικιακές δυνάμεις, που άρχισαν τον αποικιακό αγώνα τους, πριν η Γερμανία να γίνει ενιαίο κράτος. Ο κόσμος κατά τη γερμανική άποψη έπρεπε να ξαναμοιραστεί.
Ο Μπίσμαρκ αποχώρησε από το προσκήνιο, η γερμανική ηγεσία που αναδύθηκε δεν είχε τις δικές του διπλωματικές ικανότητες, η Γερμανία είχε μία ισχυρή στρατιωτική δύναμη και έντονη επιθυμία για ξαναμοίρασμα των αγορών. Έλειπε η αφορμή για τον πόλεμο, η οποία και δόθηκε.
Στις οικονομικές αιτίες του πολέμου πρέπει να προστεθούν και γεωπολιτικοί λόγοι. Η ενωμένη Γερμανία παρά το δυναμισμό της ασφυκτιούσε γεωπολιτικά ανάμεσα σε δύο ισχυρές τότε δυνάμεις. Τη Γαλλία από τη μία και τη Ρωσία από την άλλη. Έπρεπε να διεκδικήσει -κατά τη γερμανική άποψη- το ζωτικό χώρο της. Και τον διεκδίκησε.
Όπως σημειώνει ο προαναφερθείς ιστορικός Νόρμαν Ντέιβις, “οι παγκόσμιοι πόλεμοι υπήρξαν δύο ξεχωριστές πράξεις ενός και του αυτού δράματος. Πάνω από όλα το έργο που έμεινε ημιτελές με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δημιούργησε τους κύρους αντιπάλους του Β’ Παγκοσμίου”.
Ουσιαστικά ο πόλεμος που άρχισε το 1914 πρέπει να ολοκληρώθηκε το 1991 με την επανένωση της Γερμανίας. Από τότε, από το 1991, η Ευρώπη ξαναμπήκε στην προ του 1914 εποχή, με τη Γερμανία το ίδιο δυναμική, ανήσυχη, χολερική και προβληματισμένη με ποιους να πάει και ποιους να αφήσει.
 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΝΑΤΟ
Η χώρα που προκάλεσε δύο μεγάλους πολέμους κρίθηκε πως θα έπρεπε να δαμαστεί μετά το δεύτερο πόλεμο στη βάση δύο σημαντικών παραμέτρων. Να προσδεθεί σε μία ευημερούσα Ευρώπη και να αφήσει, αυτή και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το θέμα της άμυνας και ασφάλειάς τους στα χέρια των ΗΠΑ, οι οποίες κλήθηκαν και το 1918 και το 1945 να διαχειριστούν τις ευρωπαϊκές υποθέσεις.
Έτσι δημιουργήθηκαν η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, δύο θεσμοί που λειτούργησαν αποτελεσματικά, αλλά που η τελευταία κρίση απειλεί τα θεμέλιά τους.
Οι θεσμοί δηλαδή που κράτησαν την Ευρώπη ενωμένη και βοήθησαν στη διαχείριση της Γερμανίας αποδομούνται με την πρώτη σημαντική οικονομική κρίση και τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις και έτσι επαναφέρεται και πάλι, όπως και πριν από το 1914, το γερμανικό ζήτημα.
Ας μην ξεχνάμε ότι η σημαντικότερη μονομαχία για το μέλλον της Ευρώπης τοποθετούταν εξαρχής μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας. Οι Μεγάλοι Πόλεμοι άρχισαν την 1η Αυγούστου του 1914 στη γερμανική καγκελαρία, όταν ο κάιζερ κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας, και έληξαν στις 8 Μαΐου του 1945 στο αρχηγείο του σοβιετικού στρατού στο Βερολίνο-Κάρλσχορστ, όταν ολοκληρώθηκε εν τέλει η άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας με την τρίτη πράξη συνθηκολόγησης.
Βρισκόμαστε και σήμερα στην ανάδειξη ανάλογων νέων ανταγωνισμών;
 

Η ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ
Στα αποτελέσματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου περιλαμβάνεται και η διάλυση δύο ισχυρών τότε αυτοκρατοριών, της αυστροουγγρικής και της οθωμανικής.
Η πολιτική της Γερμανίας μετά το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο αποσκοπούσε στη συγκρότηση ενός αντισλαβικού μετώπου, αποτελούμενου από την Ελλάδα, τη Ρουμανία και το οθωμανικό κράτος.
Ειδικά για την οθωμανική αυτοκρατορία βασική παράμετρος της γερμανικής πολιτικής στην εποχή του Βίσμαρκ ήταν η αποτροπή μιας ταχείας κατάρρευσής της, διότι πίστευε πως θα ανέτρεπε το σύστημα ισορροπιών που διαμορφώθηκε στην Ευρώπη και θα επηρέαζε την πολιτική των άλλων δυνάμεων απέναντι στη Γερμανία.
Οι διάδοχοί του όμως μετέβαλαν αυτήν την πολιτική. Ο γερμανός αυτοκράτορας δελεάστηκε από τα θέλγητρα της Ανατολής και επιδίωξε να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτή η νέα γερμανική τάση προκάλεσε αντιδράσεις τόσο στη Ρωσία όσο και στην Αγγλία.
Η γερμανική πολιτική προσδιόρισε τα γερμανικά συμφέροντα στο χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας κυρίως γύρω από τον άξονα και την ενδοχώρα της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης και έτσι στήριξε τον οθωμανό σουλτάνο. Παράλληλα όμως, διαβλέποντας τις εξελίξεις με την εμφάνιση των Νεότουρκων, άφησε ανοικτές θύρες και προς την κατεύθυνση των τούρκων εθνικιστών.
Είναι γνωστό ότι η κυριαρχία των Νεότουρκων οδήγησε στην εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας συγκρότησης οθωμανικής ταυτότητας σε μη εθνοτική και θρησκευτική βάση.
Iδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στη συγκρότηση μιας τουρκικής εθνικής ταυτότητας και ενός ομοιογενούς εθνικού τουρκικού κράτους με την ταύτιση του κάθε μουσουλμάνου στη Μικρά Ασία με τον Τούρκο, με την εκδίωξη των Χριστιανών ή τον εξισλαμισμό τους και την εγκατάσταση μουσουλμάνων προσφύγων από τα Βαλκάνια.
Η Ανατολία θεωρήθηκε ως η καρδιά του Τουρκισμού.
Το έτος 1913 και όχι το 1923 μπορεί να θεωρηθεί ως η απαρχή της συγκρότησης ενός ομοιογενούς τουρκικού κράτους στη Μικρά Ασία σύμφωνα με τον ιστορικό Σπυρίδωνα Σφέτα. Πατέρας δε του σύγχρονου τουρκικού εθνικισμού θεωρείται ο κουρδικής καταγωγής κοινωνιολόγος Ζιγιά Γκεκάλπ (Ziya Gökapl) με το τρίπτυχο τουρκισμός, ισλαμισμός, δυτικός τεχνολογικός εκσυγχρονισμός.
Στις 14 Δεκεμβρίου 1913 έφτασε στην Κωνσταντινούπολη γερμανική στρατιωτική αποστολή υπό τον Λίμαν φον Σάντερς.
Είναι ο στρατιωτικός ο οποίος σύμφωνα με την άποψη ιστορικών καθοδήγησε τους διωγμούς και τις διώξεις Αρμενίων και Ελλήνων από τους Νεότουρκους με σκοπό την εξαφάνιση κάθε χριστιανικού στοιχείου από τα εδάφη της αυτοκρατορίας ή τον εκμουσουλμανισμό τους, δηλαδή γενοκτονία.
Η στενή αυτή σχέση της οθωμανικής αυτοκρατορίας με τη Γερμανία έθεσε τους Οθωμανούς στο πλευρό του Βερολίνου κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τα γνωστά επακόλουθα της Συνθήκης των Βερσαλλιών και αργότερα των Σεβρών. Η οθωμανική αυτοκρατορία κατέρρευσε και σε υλοποίηση των αποφάσεων των Σεβρών η Ελλάδα άρχισε τη Μικρασιατική εκστρατεία, η οποία οδήγησε σε καταστροφή.
Με το τέλος της εκστρατείας αυτής συγκροτήθηκε το σύγχρονο τουρκικό κράτος από τον Κεμάλ Ατατούρκ στη βάση των αρχών που προαναφέρθηκαν.
Ο ισλαμισμός ως πολιτική έκφραση αναδύθηκε και πάλι στις ημέρες μας και εκφράστηκε κυρίως από τον τούρκο πρωθυπουργό Ταγίπ Ερντογάν και θεωρητικά από τον υπουργό Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, οι οποίοι προσπαθούν να αναβιώσουν τα παλιά οθωμανικά οράματα, ίσως τον πανισλαμισμό του Αβδούλ Χαμίτ Β!
Η προσπάθειά τους βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο. Πάντως και μόνο το γεγονός ότι βρήκε έστω και μερική ανταπόκριση παραπέμπει σε συνθήκες πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο κούρδος κοινωνιολόγος Ζιγιά Γκεκάλπ διαμόρφωσε το ιδεολογικό πλαίσιο του τουρκικού εθνικισμού. Ένας άλλος Κούρδος, ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ίσως συνδιαμορφώσει σήμερα τη νέα Τουρκία.
Το ερώτημα εν τέλει είναι αν η ιστορία έκανε τον κύκλο της και τα πράγματα επανέρχονται εκεί όπου ήταν πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την απάντηση θα τη δώσουν οι επιλογές για το μέλλον της Ευρώπης.
Αναδημοσίευση από: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

12) Το ξεχασμένο Ανατολικό Ζήτημα ως υπόστρωμα των γεγονότων στο Ιράκ
 του Δρ. Γεωργίου Κ. Φίλη

Τα τρομαχτικά και συγχρόνως εντυπωσιακά που λαμβάνουν χώρα στη Μέση Ανατολή με κέντρο – αυτή τη στιγμή – το Ιράκ και την Συρία επιβεβαιώνουν όλα αυτά που γράφουμε τόσο καιρό συνδέονται αναπόσπαστα με δύο τρεις βασικές παραδοχές…
Πρώτον, ο υδάτινος άξονας Μαύρη Θάλασσα-Στενά-Αιγαίο-Ανατολική Μεσόγειος θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μία ενιαία γεωπολιτική χωρική οντότητα όπου οτιδήποτε συμβαίνει μέσα σε αυτόν, έχει άμεση συνέπεια στην συνολική κατανομή και ισορροπία ισχύος με αποτέλεσμα να υπάρχουν «αντίρροπες» – «εξισορροπητικές» κινήσεις σε μία άλλη γωνία του σημαντικότερου άξονα της Ευρασίας.
Με βάση τη συγκεκριμένη παρατήρηση θα υπενθυμίσουμε τα γραφόμενά μας με το ξέσπασμα της κρίσης στην Ουκρανία, όπου επιστήσαμε την προσοχή στο ότι το πιθανότερο σενάριο θα είναι η κρίση αυτή να αναζωπυρώσει το μέτωπο της Μέσης Ανατολής, αφού οι όροι του παιχνιδιού στη στέπα της Ουκρανίας είναι «σκανδαλωδώς» υπέρ της Μόσχας. Με άλλα λόγια, εκεί, η «Δύση» (αγγλοσαξονική και γερμανική) παίζουν στην ουσία «εκτός έδρας».
Και ω του θαύματος, βλέπουμε η προσοχή της διεθνούς κοινότητας να στρέφεται σταδιακά αλλά σταθερά, πρώτα στη Συρία – την οποία από τη συμφωνία του Σεπτεμβρίου του 2013 την είχαμε «όγδοη είδηση», κάτι που αλλάζει μετά τον Μάρτιο του 2014 και την ενσωμάτωση της Κριμαίας στην Ρωσία, ενώ τώρα επιστρέφουμε στη Μέση Ανατολή.

Δεύτερον, η κατάσταση στη Συρία βαίνει όλο και περισσότερο υπέρ των δυνάμεων της Δαμασκού, ενώ οι ισλαμοφασίστες του ISIL και όλων των άλλων «ευαγών ιδρυμάτων» που συντηρούσαν την κατάσταση επί του εδάφους χάνουν συνεχώς έδαφος.
Μπροστά στο φάσμα την ολοκληρωτικής ήττας στην Συρία, εκτιμούμε ότι το ISIL προβαίνει σε μία κίνηση η οποία μπορεί και να ανατρέψει τις ισορροπίες και να ανακατέψει την τράπουλα σε τέτοιο σημείο, ώστε από ένα σημείο και μετά να αρχίσει να δρέπει ακόμα και καρπούς επιτυχίας: H κίνηση των δυνάμεών του να καταλάβουν στην ουσία ολόκληρη την περιοχή με σουνιτική πλειοψηφία στο Ιράκ, δηλαδή τις δυτικές περιοχές και τις κεντρικές, μόνο ως εντυπωσιακή αλλά και καλά μελετημένη και σχεδιασμένη μπορεί να χαρακτηριστεί.
Ακόμα και η υπόνοια πως θα εγκατασταθεί στην περιοχή της Νινευή και της πλούσιας σε πετρέλαιο Μοσούλης, ενώ θα απειληθεί και η ίδια η Βαγδάτη μόνο «ανατριχίλα» μπορεί να φέρει σε όλους τους εμπλεκόμενους, αλλά και να θέσει σε κίνηση όλες τις δυνάμεις που συγκρούονται σε έναν πόλεμο «όλων εναντίον όλων» στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Τρίτον, το τι θα μπορούσε να συμβεί στην ευρύτερη περιοχή μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο εάν κάποιος κατανοήσει ότι η περιοχή προσιδιάζει την Ευρώπη του μεσαίωνα, όπου στον πόλεμο για την εξουσία λάμβαναν μέρος εθνικοί δρώντες (έθνη-κράτη, Γαλλία, Βουλγαρία, Ουγγαρία), υπερεθνικά κράτη (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, Αγία Ρωμαίκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους) και θεσμοί (Καθολική εκκλησία και Πάπας, Ορθόδοξοι και Πατριάρχης), υποεθνικοί σχηματισμοί και δομές (διάφοροι αριστοκράτες με τους προσωπικούς τους στρατούς, φεουδάρχες, μοναστικά τάγματα «Σταυροφόροι»), ενώ την όλη εικόνα συμπλήρωναν και εξωγενείς παράγοντες όπως επιδρομείς τουρκογενών φίλων από την Ασία, οι Σκανδιναβοί, οι Μογγόλοι κ.λπ.
Με άλλα λόγια η όλη κατάσταση στην περιοχή προσιδιάζει των χειρότερων εποχών της γνωστής σε εμάς ιστορικής περιόδου. Όπως έχουμε αναφέρει και στο παρελθόν, ο όρος έχει αναφερθεί από τον μεγάλο στοχαστή και καθηγητή Χέντλεϊ Μπουλ και λέγεται «Νέο-Μεσαιωνισμός» (neo-Medievalism), δηλαδή οδηγούμαστε σε μία περίοδο όπου υποεθνικές, εθνικές, μεταεθνικές, υπερεθνικές και άλλες μορφές εξουσίας θα δημιουργήσουν ένα χαοτικό πλέγμα, το οποίο όταν θα συγκρουστεί, θα οδηγήσει σε μία κατάσταση πλήρους αναρχίας και ενός πολέμου «όλων εναντίον όλων».
Για να το «ελαφρύνουμε ολίγον τι, κάτι δηλαδή παρεμφερές με το… «Game of Thrones», όπου ο τηλεθεατής βλέπει στον «φανταστικό» κόσμο του έργου και της σειράς να αλλάζουν οι ισορροπίες και οι πρωταγωνιστές με έναν καταιγιστικό ρυθμό – οι αποχωρούντες φυσικά δεν το κάνουν εκούσια, αλλά επειδή κάποιο μέλος του σώματός τους αποχωρίζετε το υπόλοιπο!

Γυρνώντας στην πραγματική κατάσταση, το «Game of Thrones» της Ευρασίας λαμβάνει αυτή τη στιγμή χώρα στον υδάτινο άξονα Μαύρη Θάλασσα-Στενά-Αιγαίο-Ανατολική Μεσόγειος και το «παιχνίδι» στην πραγματική ζωή ονομάζεται «Ανατολικό Ζήτημα», το οποίο όπως έχουμε σημειώσει από παλιά ποτέ δεν έκλεισε παρά απλά κινήθηκε μέσα στον κόσμο του Ψυχρού Πολέμου σε πολύ οριοθετημένα και απλά όρια του δίπολου «εμείς» και οι «άλλοι».
Σήμερα, σε έναν κόσμο ο οποίος μπορεί να χαρακτηριστεί ως πολιτικά πολυπολικός και οικονομικά παγκοσμιοποιημένος, μοιάζει πολύ με την «νέο-μεσαιωνική» οπτική του Χ. Μπούλ και το Ανατολικό Ζήτημα έχει επανέλθει στην πολυπλοκότητα του 18ου και 19ου αιώνα.
Με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις μπορεί να γίνει κατανοητό πως οι εξελίξεις στο Ιράκ και την Συρία θα φέρουν σε άμεση επαφή (συγκρουσιακή ή/και συνεργατική) δυνάμεις όπως: Σιιτική Κυβέρνηση του Ιράκ, Κούρδοι του Βορείου Ιράκ, Σουνίτες του Ιράκ, ISIL, κάθε εκδοχή ισλαμικού εξτρεμιστικού… τάγματος κάθε δόγματος, τους Κούρδους της Συρίας, την Δαμασκό, την Τεχεράνη, την Άγκυρα (η οποία από τη μία βοήθησε και εξέθρεψε τους δολοφόνους του ISIL από την άλλη ζητάει τώρα μέτρα εναντίον τους), και φυσικά σε έναν δεύτερο κύκλο, το Ισραήλ, τον Λίβανο, την Ιορδανία, την Σαουδική Αραβία και τα σουλτανάτα του Κόλπου καθώς φυσικά και τις ΗΠΑ, την Ρωσία την Κίνα και την ΕΕ.
Το πώς θα «σταυρώσουν» τα διάφορα από αυτά τα «ζευγάρια» και το πώς θα δημιουργηθούν οι συμμαχίες θα το δούμε στο άμεσο μέλλον, ενδιαφέρον θα έχει φυσικά να δούμε τι θα γίνει στην περίπτωση που επίλεκτες δυνάμεις του Ιράν εμπλακούν στον πόλεμο κατά του ΙSIL και για αεροπορική υποστήριξη σπεύσουν μαχητικά από το αεροπλανοφόρο George W. Bush! Όπως μπορεί να γίνει κατανοητό κάτι τέτοιο θα αποτελούσε σενάριο επιστημονικής φαντασίας, όμως εάν λάβουμε τοις μετρητοίς όσα δημοσίως λέει ο καθένας, τότε οι ΗΠΑ και το Ιράν σε αυτή την υπόθεση δείχνουν να βρίσκονται στην ίδια πλευρά
Εδώ βέβαια να θυμίσουμε πως εάν κάτι τέτοιο συνέβαινε, μόνο ως τακτική κίνηση θα μπορούσε να εκληφθεί με τα σημερινά δεδομένα. Υπενθυμίζουμε, ότι στους Βαλκανικούς Πολέμους η Βουλγαρία δέχτηκε την Ελλάδα στην συμμαχία θέλοντας να εκμεταλλευτεί το Ναυτικό της, ενώ εκτιμούσε ότι μας είχε «του χεριού της» στον δεύτερο γύρο που θα ακολουθούσε για το μοίρασμα των εδαφών της Μακεδονίας. Άρα, ενώ λίγα χρόνια πριν σκοτωνόμασταν στην λίμνη των Γιαννιτσών, για έξι μήνες πολεμήσαμε μαζί τον κοινό εχθρό και μετά γυρίσαμε στα ίδια…
Το επιχείρημα, με άλλα λόγια είναι πως οι συμμαχίες επί του πεδίου θα διαμορφωθούν σε σχέση με το που θα «σκάσει» πρώτα η ιστορία. Δηλαδή, άλλο θα συμβεί εάν οι Κούρδοι για παράδειγμα αφού ελέγχουν το Κιρκούκ το συμπεριλάβουν στην αυτόνομη περιοχή τους και κηρύξουν ανεξαρτησία και άλλο θα συμβεί εάν οι Κούρδοι σε αγαστή συνεργασία με τη Βαγδάτη χτυπήσουν αποφασιστικά το ISIL. H Τουρκία για παράδειγμα θα έχει μεγάλο πρόβλημα στην πρώτη περίπτωση αφού θα αναγκαστεί να θεωρήσει ως πρωτεύοντα κίνδυνο του Κούρδους και όχι το ISIL, ενώ στην δεύτερη περίπτωση θα της είναι πιο εύκολο να ενισχύσει τους Κούρδους σε σχέση με το ISIL.
Οι ΗΠΑ τι θα κάνουν σε περίπτωση που η Βαγδάτη καλέσει τους Φρουρούς της Επανάστασης από την Τεχεράνη (εννοούμε επίσημα και με τις σημαίες τους) για να χτυπήσουν το ISIL; Θα βομβαρδίσει τους ισλαμοφασίστες βοηθώντας τη Βαγδάτη και το Ιράν; Θα βομβαρδίσει και το ISIL και τους Ιρανούς μαλώνοντας την Βαγδάτη; Θα τους βομβαρδίσει… όλους; Οι ισορροπίες είναι ήδη εξαιρετικά ευαίσθητες.
Μπορούμε να απαριθμήσουμε δεκάδες σενάρια και «ζευγαρώματα» (μιας και είμαστε και σε εποχή Μουντιάλ), αυτό όμως το «ζευγάρι που δεν πρόκειται να το δούμε να συνεργάζεται με τίποτα είναι οι Σιίτες με το ISIL και οι Κούρδοι με το ISIL, όλα τα άλλα μπορούμε να τα δούμε…
Κλείνουμε το σημείωμα αυτό, με ένα ακόμα «σίγουρο», το οποίο εάν κάποιος τα αντιλαμβάνεται – θα προετοιμαστεί κατάλληλα, έτσι ώστε «να πάει ταμείο» και όχι στον «κουβά»: To Ανατολικό Ζήτημα, εξ ορισμού σημαίνει αλλαγή συνόρων στην περιοχή και στην εμπλοκή εξωτερικών παραγόντων σε έναν προαιώνιο εσωτερικό πολιτισμικό πόλεμο, τον οποίο και θα φουντώσουν για τα δικά τους συμφέροντα.
Θα πρέπει λοιπόν ως χώρα, έστω και την δωδεκάτη ώρα, να αντιληφθούμε ότι η περιοχή μας είναι έτοιμη να τιναχτεί στον αέρα συνολικότερα, αφού κι εμείς στον υδάτινο χώρο Μαύρη Θάλασσα-Στενά-Αιγαίο-Ανατολική Μεσόγειος βρισκόμαστε και μάλιστα ακριβώς στο κέντρο του. Εμείς μαζί με την Τουρκία, της οποίας η πολεμική εμπλοκή στο ζήτημα της Συρίας-Ιράκ είναι πλέον θέμα χρόνου να συμβεί.
 
 Αναδημοσίευση από: defence-point.gr

13) Η ανολοκλήρωτη επανάσταση και το νέο Ανατολικό Ζήτημα
 του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Γιατί ανολοκλήρωτη η Επανάσταση;
 Καθώς ετοίμαζα την ομιλία αυτή διαπίστωσα την εκπληκτική ομοιότητα της προσπάθειας που γίνεται σήμερα για την ανασυγκρότηση της χώρας εκ του μηδενός, με αφορμή μια τεραστίων διαστάσεων οικονομική και κοινωνική κρίση, με τις αντίστοιχες προσπάθειες που κατέβαλε το ελληνικό κράτος αμέσως μετά τον ατυχή και καταστρεπτικό πόλεμο του 1897.
Υπήρξαν περίοδοι καμπής στην ελληνική ιστορία μετά την απελευθέρωση.
Η αρχή της δεδηλωμένης, το 1875 υπήρξε μια στιγμή που καθόρισε το τέλος της κυριαρχίας των δυνάμεων που πραγματοποίησαν τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας και την είσοδο σε μια εποχή που προσπαθούσε να συγκροτήσει το κράτος σε πιο θεσμική βάση.
Η δημιουργία των άλλων βαλκανικών κρατών στην περιοχή μετά το Συνέδριο του Βερολίνου, το 1878 είναι επίσης μια τέτοια στιγμή.
Είναι, όμως και ο καταστροφικός πόλεμος του 1897. Παρά την κρίση, η χώρα μπήκε σε μια εποχή μεταρρυθμίσεων με στόχο να ενισχύσει την παρουσία της στη γεωπολιτική πραγματικότητα της περιοχής. Η κοινωνία μετασχηματιζόταν αν και υπέφερε. Το αποτέλεσμα το εισέπραξε με τις νικηφόρες προσπάθειες που κατέβαλε τα επόμενα χρόνια που φάνηκε να ολοκληρώνονται με την ήττα του 1922. Όμως, παρά την ήττα, η Ελλάδα του 1922 δεν είχε καμιά σχέση με την Ελλάδα του 1897. Οι πληγές είναι ακόμα υπαρκτές. Όπως και το στοίχημα. Γι αυτό μιλάμε για την ανολοκλήρωτη επανάσταση, χωρίς να προτείνουμε μια νέα προσφυγή στη βία.
Η διπλωματία μπορεί να αποδώσει περισσότερα, φτάνει να μην οδηγηθούμε σε έναν νέο εθνικό διχασμό, πράγμα καθόλου απίθανο.  
Η Ελλάδα, υπήρξε προϊόν μιας ερευνητικής περιέργειας αλλά και οικονομικών συναντήσεων όσο και πολιτικών αντιθέσεων. Από τα μέσα δε του 18ου αιώνα και μετά , και κρατικών αντιπαραθέσεων στο πλαίσιο του περίφημου Ανατολικού ζητήματος.
Ή, με άλλα λόγια υπήρξε προϊόν μιας συγκυρίας που γέννησε τον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο, χωρίς, ωστόσο να ανήκει σ αυτόν. Ίσως, εδώ να βρίσκεται η εξήγηση της συχνής αντιμετώπισής της από τους Δυτικοευρωπαίους ως μιας σπαζοκεφαλιάς και ασφαλώς των αντικρουόμενων σχολίων και παρατηρήσεων των Δυτικοευρωπαίων για τους Έλληνες.
Η Ελλάδα υπήρξε προϊόν και των σημαντικών μετασχηματισμών που γνωρίζει η Οθωμανική αυτοκρατορία κατά το 17ο και 18ο αιώνα. Και εδώ δεν υπονοείται μόνο η ανάπτυξη του εμπορίου και το άνοιγμα της οικονομίας της Ανατολικής Μεσογείου στη δύση. Εξίσου σημαντική υπήρξε η διαδικασία ανασύνταξης του οθωμανικού κράτους προκειμένου να αντιμετωπίσει τους εσωτερικούς και εξωτερικούς αντιπάλους του.
Η εν λόγω διαδικασία θα οδηγήσει σε μορφές διακυβέρνησης, οι οποίες επέτρεψαν στις ελληνόφωνες ορθόδοξες ελίτ που είχαν συγκροτηθεί γύρω από το Πατριαρχείο να συγκροτήσουν ένα επικοινωνιακό και πολιτικό δίκτυο πρωτοφανές για τα δεδομένα της νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η ίδρυση, λοιπόν, του ελληνικού κράτους υπήρξε προϊόν τόσο διεθνών όσο και εγχώριων διεργασιών που αναδιέταξαν τη θέση των ορθόδοξων πληθυσμών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Οι εξελίξεις, όμως, του αγώνα, περιόρισαν, από κάθε άποψη, τις φιλοδοξίες και τελικά οδήγησαν στην καταστροφή, ενώ οι γεωγραφικές και στη συνέχεια οι κρατικές διαστάσεις της ελληνικής ελευθερίας περιορίστηκαν σε ένα μικρό κομμάτι του νότου της Βαλκανικής Χερσονήσου. Το λόγο, τώρα, είχαν όχι οι Φαναριώτες αλλά οι τοπικοί προύχοντες που διεκδίκησαν ο κάθε ένας για λογαριασμό της ομάδας στην οποία ανήκε την εξουσία, για να οδηγήσουν τελικά τον αγώνα στα πρόθυρα της ήττας.  Η ναυμαχία του Ναυαρίνου οδήγησε στη δημιουργία του ελληνικού κράτους και γνωρίζουμε όλοι από ποιους έγινε.
Από πολλές απόψεις το ελληνικό κράτος που γεννιέται το 1833 αποτελεί προέκταση της οθωμανικής πραγματικότητας, στην οποία κυριαρχούν οι προύχοντες. Κομβικό σημείο, όπως είπα και παραπάνω είναι η αρχή της δεδηλωμένης το 1875. Η οποία οδηγεί στη θεσμοποίηση της πολιτικής. Ο βασιλιάς παίρνει υπόψη τη δύναμη των κομμάτων για να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. 
Το 1875, ή ίσως το 1862 με την πτώση του βασιλιά Όθωνα, αποτελεί και το σημείο κατάληξης, το τέλος του Πολέμου της Ανεξαρτησίας.   Οι πολιτικές πρακτικές αλλάζουν και η συνέχιση του πολέμου για την επέκταση του ελληνικού κράτους θα γίνεται στο εξής κατανοητή με διαφορετικό τρόπο, ο οποίος περιλάμβανε και την ανάγκη μεταρρύθμισης του τρόπου διακυβέρνησης των πληθυσμών.
Η εποχή των ηρώων του Πολέμου της Ανεξαρτησίας και της Μεγάλης Ιδέας έχει ανεπιστρεπτί περάσει. Βρισκόμαστε πια στην περίοδο οικοδόμησης του «Προτύπου Βασιλείου». Ενός δηλαδή βασιλείου στην Ανατολή, κατά το πρότυπο των δυτικών κρατών.
Φοβάμαι πως στην περίοδο αυτή βρισκόμαστε ακόμη. Απλώς, αντί για Βασίλειο μιλάμε για Δημοκρατία.
Οι προσδοκίες για την επάνοδο της Ελλάδας στον πολιτισμό ήταν μεγάλες. Παρά τις κρίσεις που πέρασε η χώρα θα συγκλίνει προοδευτικά προς τις δυτικοευρωπαϊκές πραγματικότητες.
Χαρακτηριστικό της πολιτικής κουλτούρας της άρχουσας τάξης της είναι το γεγονός ότι ουδέποτε έθεσε υπό αμφισβήτηση το δυτικό μοντέλο πολιτικής και οικονομικής ανάπτυξης, ανεξάρτητα από τις επιμέρους αναγνώσεις του.
Ενώ το 1897 η Ελλάδα μοιάζει να πιστοποιεί την αποτυχία του φιλελληνικού ονείρου, αλλά και του εκσυγχρονιστικού οράματος της τρικουπικής περιόδου μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, δεκαπέντε μόλις χρόνια αργότερα, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι τη δικαιώνουν τελικά, ο δε Α! Π.Π. την αποθεώνει. Το ελληνικό κράτος δείχνει να μετατρέπεται σε περιφερειακή δύναμη και οι φιλοδοξίες του ελληνικού αλυτρωτισμού να ικανοποιούνται.
Η επιτυχία, όμως, διήρκεσε λίγο. Και δεν ήταν μόνο η καταστροφή στον ελληνοτουρκικό πόλεμο που έκλεισε τη μακρόχρονη πολεμική περίοδο, αλλά και οι απαρχές ενός εμφυλίου πολέμου που έχει τις ρίζες του στον Εθνικό Διχασμό του 1915.
Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 υπήρξε ασφαλώς η ολοκλήρωση αυτής της αντιπαράθεσης που έχει τις ρίζες της στο 1914. Κατέληξε σε μια τραγωδία στην Κύπρο και στη χρεοκοπία των πολιτικών που είχαν ως πρόταγμα τον πολιτικό αποκλεισμό στο όνομα του εθνικού συμφέροντος.
Η περίοδος από το 1974 ως το 2000 περίπου οπότε άρχισε και πάλι να γίνεται αισθητή μια κρίση που αποκορυφώθηκε στις ημέρες μας, υπήρξε μια προσπάθεια προσαρμογής της Ελλάδας στα δυτικά πρότυπα. Δυστυχώς, δεν έγινε κατορθωτό στο μέτρο που θα μπορούσε.
 Δεν είναι αυτονόητο πως τα «ευρωπαϊκά επιτεύγματα» της Ελλάδας θα διατηρηθούν. Γιατί αυτά ακριβώς τα επιτεύγματα προκάλεσαν εφησυχασμό σε μια εποχή που το διεθνές σύστημα απαιτούσε μεγάλο βαθμό προσαρμοστικότητας και ευελιξίας προκειμένου μια χώρα να διατηρεί τη θέση της στην ιεραρχία του.
Η συγκρότηση ενός σοβαρού ελληνικού κράτους είναι ακόμη ανολοκλήρωτη. Το δίλλημα είναι: δυτικοευρωπαϊκού τύπου κράτος ή «δημοκρατία των φίλων».
Φοβάμαι πως το δίλλημα δεν έχει απαντηθεί και δεν γίνεται προσπάθεια να απαντηθεί επί της ουσίας.

Τα προβλήματα εξωτερικής πολιτικής και η ανολοκλήρωτη λύση τους
Η δημιουργία του ελληνικού κράτους ήταν αποτέλεσμα της βούλησης των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Οι έλληνες αγωνίστηκαν για την ανεξαρτησία τους αλλά ασκώντας τα χαρακτηριστικά της φυλής με τη διχόνοιά τους έφθασαν πολλές φορές στα πρόθυρα της διάλυσης του αγώνα τους.
Από την αρχή της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, από το πρωτόκολλο του Λονδίνου, οι όποιες επεκτάσεις του γίνονταν με παραχωρήσεις, μετά από αγώνες βεβαίως, αλλά με παραχωρήσεις.
Η πρώτη συνοριακή γραμμή ένωνε τους ποταμούς Αχελώο και Σπερχειό, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 και στη συνέχεια η Σύμβαση του Λονδίνου του 1832 την οποία αποδέχτηκε ο Σουλτάνος μετέθετε βοειότερα το σύνορο στον άξονα Αμβρακικός Παγασητικός.
Το 1864 παραχωρήθηκαν τα επτάνησα ως δώρο για την έλευση του Γεωργίου Α! και το 1881 η Θεσσαλία, παρά τον ατυχή για την Ελλάδα πόλεμο που προηγήθηκε με αφορμή την κρητική εξέγερση.
Οι Δυνάμεις έσωσαν την Ελλάδα και στον πόλεμο του 1897.
Στον 20ο αιώνα τα πράγματα γίνονταν πιο περίπλοκα.
Η Ελλάδα υπήρξε το μήλον της έριδος μεταξύ των δυνάμεων, κυρίως των αγγλογαλλικών από τη μια πλευρά και της Ρωσίας από την άλλη.
Η αρχική γεωπολιτική διακύβευση ήταν το άνοιγμα του εμπορίου και οι θαλάσσιες οδοί της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Ρωσία επεδίωκε ρόλο και παρουσία και η επιθυμία της αυτή περνούσε μέσα από τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και την υποστήριξη της Ελλάδας.
  Η υποστήριξη αυτή παρέχεται από την εποχή των ορλοφικών δια της επίκλησης του θρησκεύματος, βοήθεια στους χριστιανικούς λαούς της αυτοκρατορίας.
Αργότερα, όμως, όταν η Ρωσία διαπιστώσει ότι δεν μπορεί να πετύχει τους στόχους της μέσω της Ελλάδας, θα αλλάξει πολιτική και θα αναπτύξει τη θεωρία του πανσλαβισμού. Θα παρέχει στο εξής υποστήριξη στους σλαβικούς χριστιανικούς λαούς της Αυτοκρατορίας. Η ρωσική πολιτική θα αναπτύσσεται, πλέον με τη βοήθεια για τη δημιουργία του βουλγαρικού και σερβικού κράτους, κάτι που προκάλεσε μεγάλο πονοκέφαλο στην Αθήνα,
Η Ελλάδα, δεν ήταν, πλέον, το μόνο χριστιανικό κράτος στη νοτιοανατολική Ευρώπη που αναζητούσε την ανεξαρτησία του από τον τουρκικό ζυγό. Και όχι, μόνον αυτό, Η ρωσική πολιτική για δημιουργία του Βουλγαρικού κράτους προϋπέθετε, για να είναι προς το συμφέρον της Ρωσίας, την έξοδο της Βουλγαρίας, στο Αιγαίο.
Το 1870 η ρωσική εκκλησία αποσχίζεται από το Πατριαρχείο και δημιουργείται η Βουλγαρική εξαρχία ενώ η Ρωσία, με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877 δημιουργεί, στην αποκορύφωση του Ανατολικού ζητήματος, με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου τη Μεγάλη Βουλγαρία, με έξοδο στο Αιγαίο και με πολλά εδάφη που διεκδικούνταν από την Ελλάδα, εδάφη με ελληνικούς πληθυσμούς, αλλά ευτυχώς, η πολιτική αυτή ερχόταν σε αντίθεση με το σύνολο των δυτικών Μεγάλων δυνάμεων και αναιρέθηκε αμέσως, το 1878 με τη Συνθήκη του Βερολίνου που περιόριζε κατά πολύ τη Βουλγαρία.
Με την προσάρτηση δε, και της Ανατολικής Ρωμυλίας η παρουσία της Βουλγαρίας είναι μια διαρκής απειλή για την Ελλάδα. Η ισορροπία θα επέλθει μόνο με τους αιματηρούς βαλκανικούς πολέμους, αφού προηγήθηκε ο Μακεδονικός Αγώνας, ιδίως με τον δεύτερο Βαλκανικό, όταν η Βουλγαρία έχοντας υπερβολική εμπιστοσύνη στις στρατιωτικές δυνάμεις της πίστεψε πως θα μπορούσε να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα. Δεν πέτυχε και περιορίστηκε στα σημερινά της σύνορα.
Στους δύο Μεγάλους πολέμους, όμως, συντάχθηκε με τις δυνάμεις του άξονα και είχε παρουσία ως κατακτητής σε ελληνικά εδάφη. Ήταν ένας βάρβαρος κατακτητής, ο οποίος επεδίωξε οφέλη και κατά τον ελληνικό εμφύλιο.
Σήμερα, είμαστε εταίροι στην Ευρωπαϊκή ‘Ενωση και γίνεται μια αγωνιώδης προσπάθεια να κρυφτούν οι πληγές του παρελθόντος.
Προς το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, την περίοδο, δηλαδή, του Τρικούπη, θα εμφανιστούν οι ρίζες και των άλλων προβλημάτων της σημερινής εξωτερικής πολιτικής.
Οι Βούλγαροι διεκδικούν ισχυρή παρουσία στη Μακεδονία. Οι Ρουμάνοι εμφανίζονται και αυτοί και προσπαθούν να στήσουν ένα πλέγμα διεκδικήσεων στον Μακεδονικό χώρο με βάση τους βλάχικους πληθυσμούς ενώ και η Σερβία μετά την κατάληψη της Βοσνίας Ερζεγοβίνης από τους Αυστριακούς θα στραφεί προς το νότο για να ικανοποιήσει το όραμα της Μεγάλης Σερβίας και θα προστεθεί στους εμπλεκόμενους στο Μακεδονικό ζήτημα.
Λύσεις, μετά από αιματηρούς πολέμους θα δοθούν αλλά φοβάμαι πως οι πληγές παραμένουν ανοικτές. Το δείχνουν άλλωστε και τα εκκρεμή σήμερα ζητήματα.
Οι δρόμοι που είχε η Ελλάδα να επιλέξει μετά το Συνέδριο του Βερολίνου και τις νέες ρυθμίσεις που θα επιβάλει στα βαλκάνια ήταν δύο: Είτε συμπαράσταση με την Τουρκία προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο σλαβικός κίνδυνος και βεβαίως μέχρις ότου η χώρα ετοιμαστεί για να αντιμετωπίσει το Μεγάλο Ασθενή είτε η σύμπλευση με τους σλάβους προκειμένου να αντιμετωπιστεί η Τουρκία.
Αναλόγως των συνθηκών η Ελλάδα κινήθηκε. Στο Μακεδονικό Αγώνα πολέμησε κατά των σλάβων, στους βαλκανικούς πολέμους συνεργάστηκε με τους σλάβους κατά της Τουρκίας και στον Πρώτο Μεγάλο Πόλεμο συντάχθηκε εν τέλει με την Entente.
Παρά τη συμμετοχή της στον Α! Π.Π. η Ελλάδα δεν έχει ημερομηνία που να τον γιορτάζει ίσως διότι ο πόλεμος αυτός αποτέλεσε συνέχεια των βαλκανικών πολέμων της χώρας. Τον συνέχισε δε μέχρι την ήττα του 1922.
Το τέλος του Α! Π.Π. με τη Συνθήκη των Σεβρών ικανοποιούσε το ελληνικό όνειρο της Μεγάλης ιδέας αλλά το σαράκι του διχασμού κατέστρεψε και την ιδέα και την ελληνική παρουσία διόμιση χιλιάδων χρόνων στη Μικρά Ασία.
Η ελληνική Μεγάλη Ιδέα δεν είχε να κάνει μόνο με την αίσθηση των ορίων του ελληνισμού αλλά και με μια προσπάθεια διαδοχής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, την οποία, τουλάχιστον γεωγραφικά φαίνεται να διαδέχθηκε η οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η Τουρκία που προέκυψε το 1923 με ελάχιστους τούρκους και πολλές λαότητες που ζούν στην περιοχή από παλαιοτάτων χρόνων, διεκδίκησε αυτήν τη διαδοχή.
Προσπάθησε να δημιουργήσει την έννοια του τουρκισμού σε λαούς που δεν είχαν τουρκική συνείδηση και ως ένα βαθμό το κατάφερε.
Οι δυσκολίες για την Τουρκία αρχίζουν εκί που φαίνεται να πετυχαίνει το νέο της όραμα.
Ο νεοοθωμανισμός της και η προσπάθειες να επιβληθεί απελευθέρωσε δυνάμεις που μπορεί να αποτελέσουν τον εφιάλτη της.
Δεν εννοώ μόνο τους Κούρδους και τους Αλεβίτες.
Ανατολικό ζήτημα ονομάστηκε η προσπάθεια των Μεγάλων Δυνάμεων να διαμοιράσουν τα ιμάτια της οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το νέο Ανατολικό ζήτημα είναι οι νέες ισορροπίες που διαμορφώνονται εδώ και μερικά χρόνια στη Μέση Ανατολή της Τουρκίας περιλαμβανομένης.
Τι γίνεται τώρα;

Το νέο Ανατολικό ζήτημα
-Ποιοι είναι οι παίκτες; ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Ε.Ε. με προεξάρχουσα τη Γερμανία. 

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ
 Οι γερμανοί είχαν τεράστια συμφέροντα στην οθωμανική αυτοκρατορία, οικονομικά και στρατιωτικά γι αυτό την ήθελαν ενωμένη. Πίστευαν πως έτσι θα ανταγωνίζονταν καλύτερα άγγλους, Γάλλους και Γερμανούς.
 Θέλουν να εξασφαλίσουν, μεταξύ άλλων, τη σιδηροδρομική γραμμή Βερολίνο-Κωνσταντινούπολη-Βαγδάτη, και βεβαίως αντιδρούν Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι.
Ο γερμανός συνταγματάρχης Σάντερς ήταν αυτός που καθοδήγησε τις  διώξεις κατά των χριστιανικών λαών της αυτοκρατορίας.  Ήταν ο ίδιος που παρότρυνε τους τούρκους να μην εκτελέσουν τους Έλληνες και Αρμενίους αλλά να τους στείλουν στη γνωστή εξορία όπου πέθαιναν από τις κακουχίες.
Αργότερα, βεβαίως, δεν ήρκεσε η εξορία για την επιτυχία του στόχου τους και είχαμε τις γνωστές σε όλους, άμεσες, γενοκτονίες.
Οι Γερμανοί αφού βοήθησαν στην εξόντωση 1,5 εκατομμυρίου Αρμενίων και 350 χιλιάδων ελλήνων του Πόντου, οδήγησαν την ανθρωπότητα στον Α! Π.Π.  με την Τουρκία στο πλευρό τους, η οποία Τουρκία, κατάφερε την κρίσιμη στιγμή μετά τον πόλεμο να συμμαχήσει με τη Σοβιετική Ρωσία και να νικήσει τα ελληνικά στρατεύματα στη Μικρά Ασία. 

ΗΠΑ:
Αντιμετωπίζουν την πρόκληση της πρωτοκαθεδρίας.
Σε οικονομικό επίπεδο κίνδυνος ήταν το ευρώ.
Το υποβάθμισαν με την ελληνική κρίση.
Γιατί ήταν κίνδυνος;
Διότι χρησιμοποιείτο ως διεθνές νόμισμα.
Σε διατεταγμένη υπηρεσία πολιτικοί στην Ελλάδα.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο κύριος αντίπαλος η Κίνα όχι η Ρωσία.
Οι ΗΠΑ επιδιώκουν τη διαμόρφωση μιας γεωπολιτικής ισορροπίας στη Μέση Ανατολή και γενικότερα στη Μεσόγειο ευνοϊκή για τα συμφέροντά τους την οποία θα συνεχίσουν να διατηρούν οι πιστοί τους σύμμαχοι.
Πρωτίστως το Ισραήλ, δευτερευόντως η Ε.Ε. της οποίας το γενικότερο πολιτικό και οικονομικό μενταλιτέ ταιριάζει με των ΗΠΑ.
Μια ακόμη δύναμη που θα μπορούσε να είναι σημαντικός και αποφασιστικός σύμμαχος των ΗΠΑ είναι οι Κούρδοι.
Με την αραβική άνοιξη προσπαθούν να εντάξουν τις αραβικές χώρες οτυ Μαγκρέμπ και της Μέσης Ανατολής στη λογική της οικονομικής και πολιτικής παγκοσμιοποίησης. Χρησιμοποιούν γι αυτό το μαλακό ( soft) ισλαμ της Τουρκίας του Ερνοτγάν αλλά και των Αδελφών Μουσουλμάνων, αλλά το σχέδιο δεν τελεσφορεί.
Στην Αίγυπτο ο Μόρσι ξεφεύγει από τα αποδεκτά όρια και ανατρέπεται και ο Ερντογάν, με την οίηση της εξουσίας που απέκτησε έχει την εντύπωση πως μπορεί να ακολουθήσει ανεξάρτητη πολιτική. Έγινε ενοχλητικός, απέτυχε στην πολιτική του προς το Ισραήλ και τη Συρία, η συμμαχία του με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους δεν είναι, πλέον, επιθυμητή, το ζήτημα των Κούρδων δεν μπορεί να το χειριστεί αποτελεσματικά άρα πρέπει να περιοριστεί.
Η επίσκεψή του στο λευκό Οίκο έγινε με τα φώτα της δημοσιότητας να εστιάζουν επάνω του αλλά η έξοδός του από εκεί δεν πρέπει να ήταν και τόσο ευχάριστη ως προς τα αποτελέσματά της.
Οι κοσμικοί προσπάθησαν να κρατήσουν ενωμένη την Τουρκία στο όνομα της ιδεολογίας ενός τουρκισμού που επέβαλε ο Κεμάλ δια της βίας, αλλά στις ημέρες μας η βία δεν μπορεί να είναι καλός σύμβουλος.
Ο Ερντογάν για να επιβάλει το ισλαμικό του πρόγραμμα, έστω και το μαλακό, έπρεπε να διαλύσει τις δομές του κεμαλικού κράτους και να επιτρέψει κάποια στοιχειώδη δημοκρατία, εν ονόματι της οποίας θα δικαιολογούσε και τη δική του παρουσία.
Αυτό, όμως, ήταν και η αδυναμία του. Η δημοκρατία και η διάλυση των κεμαλικών δομών απελευθέρωσαν τις δυνάμεις που υπάρχουν στην Τουρκία οι οποίες αρχίζουν να συνειδητοποιούν πως ο τουρκισμός είναι μια ψευδής συνείδηση που τους έχει επιβληθεί.    Αναζητούν, λοιπόν, την ταυτότητά τους. 

ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΚΟ
Οι Κούρδοι δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν κράτος μετά τον Α! Π.Π. με τη συμφωνία Σάικς Πικό. Μετά τον πόλεμο του 1922, στον οποίο υποστήριξαν τον Κεμάλ, παρασύρθηκαν από τον Ατατούρκ και εγκλωβίστηκαν στον τουρκισμό χωρίς να πάρουν αυτά που ανέμεναν. Ήταν, όμως, και ένας λαός που δύσκολα μπορούσε να συνεννοηθεί μεταξύ του.
Η κουρδική συνείδηση δεν είναι απλώς υπαρκτή σήμερα αλλά και το όνειρο της δημιουργίας μιας ενιαίας κρατικής οντότητας αρκετά κοντά.
Τη δημιουργία της οντότητας αυτής βοηθούν και οι ΗΠΑ και το Ισραήλ και αυτός είναι ένας λόγος έντασης του Ερντογάν με τους συμμάχους του.
Το τι γίνεται με τους κούρδους στην Τουρκία, το Ιράκ και τώρα τη Συρία είναι γνωστό.
Έχουν αποκτήσει ένα προχωρημένο μόρφωμα κρατικής οντότητας στο Βόρειο Ιράκ, έχουν φέρει σε πολύ δύσκολη θέση την Τουρκία με τις επιχειρήσεις τους και έχουν διαμορφώσει υποτυπώδεις, ακόμη, θεσμικές διαδικασίες στη Νοτιοανατολική Τουρκία αλλά με θετική δυναμική και κρατούν αυτονομημένη από τις δυνάμεις του Άσσαντ και τις ισλαμικές τρομοκρατικές ομάδες μια περιοχή στη Συρία. 
 Δυστυχώς, η μόνη δυνατότητα που έχει ένα δυνάμει κουρδικό κράτος στην περιοχή για επικοινωνία με τον έξω κόσμο και κυρίως τη δύση είναι μέσω Τουρκίας.
Και οι καλοί σύμμαχοί, όπως έκαναν και με την Ελλάδα όταν διακυβεύονταν τα συμφέροντά τους θα φροντίσουν για την εξεύρεση ενός νέου δρόμου πέραν του τουρκικού. Η δυνατότητα εξόδου των κούρδων της Συρίας στη θάλασσα είναι μια καλή λύση που διευκολύνει και άλλα προβλήματα. 

ΤΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ
Στην περιοχή μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ αλλά και στη Νοτιοοανατολική Μεσόγειο σε περιοχές που ανήκουν ή σε άλλες που διεκδικούνται από την Ελλάδα, ανακαλύφθηκαν σεβαστά κοιτάσματα πετρελαίου και αερίου τα οποία θα μπορούσαν να διευκολύνουν την ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης για πολλά χρόνια.
Πετρέλαια επίσης υπάρχουν στο Κιρκούκ, μια περιοχή που διεκδικείται από τους Κούρδους του Ιράκ.
Η προώθηση αυτών των ενεργειακών αποθεμάτων προς τη δύση είναι ένα ζητούμενο.
Ο ορθός λόγος οδηγεί στη σκέψη ότι η προώθηση αυτή θα πρέπει να γίνει με έναν αγωγό που θα ξεκινά από τι Ισραήλ, θα περνά από την Κύπρο και την Ελλάδα και θα καταλήγει σε κάποια δυτική χώρα.
Πρέπει να γίνουν ορισμένες διευθετήσεις προς την κατεύθυνση αυτή οι οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη.
Η τελευταία επίσκεψη του έλληνα ΥΠΕξ στην Αίγυπτο έχει σημαντικό ενδιαφέρον.
Για την παρουσία και την πολιτική άλλων δυνάμεων, όπως η Κίνα και η Ρωσία, θα μιλήσουμε σε μια άλλη ευκαιρία. 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η ομιλία πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου στην Εύξεινο Λέσχη Φλώρινας και είναι προϊόν στοιχείων από διάφορα βιβλία και άρθρα αλλά επειδή ελήφθησαν εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο το οποίο διάβασα τελευταία «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας» του κ. Κώστα Κωστή, πρέπει να γίνει συγκεκριμένη αναφορά.

Αναδημοσίευση από: ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ


14) Ανατολικό ζήτημα (από Βικιπαίδεια)


Το Ανατολικό Ζήτημα αφορά τα διπλωματικά και πολιτικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν από τις εγγενείς αδυναμίες στη διατήρηση της συνοχής του Οθωμανικού Κράτους που παρουσιάστηκαν από τα μέσα του 18ου μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ο ένας μετά τον άλλο οι υπόδουλοι υπο τους Οθωμανούς λαοί εξεγέρθηκαν κατά της Αυτοκρατορίας και η Οθωμανική Αυτοκρατορία ηττήθηκε από τη Ρωσία κατά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο το 1774.

Καθορισμός του όρου

Ο όρος αυτός πρωτοκαθιερώθηκε στη γλώσσα της Διπλωματίας το 1822, κατά τις συζητήσεις στη Βερόνα με αναφορά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, που είχε εν τω μεταξύ ξεσπάσει σε σχέση με τα δυσεπίλυτα πολιτικά αλλά και οικονομικά προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί με την εξάπλωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια και Μέση Ανατολή και με κύρια έμφαση την σταθερή πλέον υποχώρηση από τις κτίσεις αυτές.

Οι αρχές και τα αίτια

Η σταδιακή κάμψη της ισχύος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία κατείχε μια πολύ σημαντική για τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των συμμάχων περιοχή, έθεσε τις ευρωπαϊκές δυνάμεις αντιμέτωπες με το δίλημμα της διανομής της κληρονομιάς του μεγάλου ασθενούς. Στους συσχετισμούς των μεγάλων δυνάμεων, η μεν Ρωσία υποστήριζε τη διάλυση και διανομή των εδαφών των Οθωμανών, επιδιώκοντας να καταλάβει τα στενά και να αποκτήσει έξοδο στη Μεσόγειο. Από την άλλη, η Αγγλία με τη Γαλλία, έχοντας ισχυρά συμφέροντα στην περιοχή, επιδίωκαν τη διατήρηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία τους εξυπηρετούσε με την παρουσία της, λειτουργώντας ως ανάχωμα κατά των Ρώσων. Οι Κεντρικές Δυνάμεις (Αυστρία, Γερμανία) είχαν μικρές εδαφικές επιδιώξεις έναντι των Οθωμανών και μόλις τις εξασφάλισαν άρχισαν σταδιακά να στρέφονται προς την πολιτική της συντήρησης του Οθωμανικού κράτους.

Σταθμοί


Η Ρωσία, η Αγγλία και η Αυστρία ασχολούνται με το Ανατολικό Ζήτημα, γελοιογραφία του 1878.
Οι σταθμοί στην πορεία του Ανατολικού ζητήματος προς την επίλυσή τους είναι οι συνθήκες της Αδριανουπόλεως (1829), στην οποία οι Αγγλογάλλοι βρέθηκαν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με τον κίνδυνο κατάρρευσης του Οθωμανικού κράτους. Η συνθήκη των Παρισίων , στην οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά τόσο κατηγορηματικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο το δόγμα της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η συνθήκη του Βερολίνου (1878) που σήμανε την είσοδο των Γερμανών στη Μέση Ανατολή. Και τέλος οι συνθήκες που τερμάτισαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) και διαμόρφωσαν τη σημερινή κατάσταση στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Βιβλιογραφία

  • Μιχαήλ Λάσκαρι, Το Ανατολικό Ζήτημα, 1800-1923, Θεσσαλονίκη 1978.
  • Driault Edouard, Ιστορία του ανατολικού ζητήματος, μετάφραση Μ. Δεπάστα, Αθήνα 1900.
  • Κατσούλης Γιώργης, Στρατής Αντώνιος, Η Ευρώπη απέναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η θέσις των Ελλήνων, 1940.
  • Anderson M.S., The Eastern Question, 1774-1923, london 1966.
 15) Ανατολικό ζήτημα (από Dictionary of greek)

Ονομάστηκε έτσι η πολύπλοκη πολιτική κατάσταση που δημιουργήθηκε στη Βαλκανική χερσόνησο και στην Εγγύς Ανατολή από τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων οι οποίες, παρακολουθώντας την εξασθένηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κυρίως μετά την ειρήνη του Κάρλοβιτς (1699) και του Πασάροβιτς (1718), επιδίωξαν την εξασφάλιση προνομίων και κυριαρχικών θέσεων στην αυτοκρατορία του σουλτάνου, την απόσπαση σημαντικών περιοχών, τόσο από στρατηγική όσο και από οικονομική άποψη, ή τη διατήρηση της ακεραιότητας της αυτοκρατορίας, ανάλογα κάθε φορά με τα συμφέροντά τους. Οι Μεγάλες Δυνάμεις που έπαιξαν ξεχωριστό ρόλο στο Α.Ζ. ήταν η Ρωσία, η Αυστρία, η Αγγλία και η Γαλλία. Η Αυστρία ήταν η δύναμη που κυρίως αναχαίτιζε τον τουρκικό κίνδυνο, όταν ακόμα η Τουρκία προσπαθούσε να διεισδύσει στην Ευρώπη. Μετά την ειρήνη του Πασάροβιτς, αρχίζει νέα φάση των τουρκο-ευρωπαϊκών σχέσεων, που χαρακτηρίζεται από τις επεκτατικές τάσεις της Αυστρίας (πόλεμος κατά των Τούρκων που καταλήγει στη συνθήκη του Βελιγραδίου, 1739) και κυρίως της Ρωσίας, που το δεύτερο μισό του 18ου αι. παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στον αγώνα εναντίον της Τουρκίας με τον Α’ (1768-74) και τον Β’ (1788-92) Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Σημαντικό σταθμό για την ευρωπαϊκή διείσδυση στην Οθωμανική αυτοκρατορία και την ενίσχυση της ρωσικής επιρροής αποτελεί η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), που σφραγίζει το τέλος του Α’ Ρωσοτουρκικού πολέμου. Σύμφωνα με αυτήν, η Ρωσία προσαρτά το Κερτς και το Γενή-Καλέ στην Κριμαία, αναγκάζει την Πύλη να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Κριμαίας, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για να την προσαρτήσει αργότερα, πετυχαίνει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στον Εύξεινο Πόντο και την προστασία των ορθοδόξων που ζουν κάτω από τον τουρκικό ζυγό.

Στους χρόνους του Μεγάλου Ναπολέοντα, τα πράγματα παίρνουν νέα τροπή με την αλλαγή της γαλλικής πολιτικής προς την Τουρκία. Έως τότε, και από την εποχή του Φραγκίσκου Α’ και του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (16ος αι.), η Γαλλία, χάρη στα προνόμια (διομολογήσεις) που είχαν παραχωρηθεί στους Γάλλους υπηκόους της αυτοκρατορίας από την Τουρκία, διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την Τουρκία και είχε δεχτεί το δόγμα της οθωμανικής ακεραιότητας. Τώρα, η πολιτική του Ναπολέοντα έχει κύριο στόχο να πλήξει τα αγγλικά συμφέροντα στην Ανατολή και ειδικότερα στις Ινδίες. Έτσι, εκστρατεύει εναντίον της Αιγύπτου (1798) και έρχεται σε σύγκρουση με τους Τούρκους. Αντίθετα, η όλη πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας ρυθμίζεται με βάση ακριβώς τα συμφέροντά της αυτά, που είναι κυρίως οοικονομικός έλεγχος της Ανατολής και η προστασία των θαλάσσιων δρόμων προς τις Ινδίες. Έτσι, υποστηρίζει το δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όσο τη θεωρεί αξιόλογο παράγοντα ισορροπίας στην Ανατολή, και επιδιώκει να επωφεληθεί σε βάρος της, όταν πια η διάσπαση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι γεγονός.

Toν 19o αι. τοΑ.Ζ. γίνεται ακόμα πιο πολύπλοκο, λόγω της εμφάνισης ενός νέου στοιχείου, των υπόδουλων πληθυσμών της Βαλκανικής για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Τώρα, η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων περιπλέκεται περισσότερο, όταν τις αρχές της Ιεράς Συμμαχίας έρχονται να ταράξουν τα απελευθερωτικά κινήματα της χερσονήσου. Παρά τα αντίθετα συμφέροντα των Δυνάμεων στο Α.Ζ., το ρεύμα φιλελληνισμού που δημιουργήθηκε στην Ευρώπη για τα κατορθώματα και τις θυσίες των Ελλήνων οδηγεί το 1827 τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Ρωσία και Γαλλία) στην Τριπλή Συμμαχία, που αναλαμβάνει τη μεσολάβηση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία για τη δημιουργία αυτόνομου ελληνικού κράτους υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου. Η άρνηση της Τουρκίας να δεχτεί τις συμμαχικές προτάσεις οδηγεί στη ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827) και στην ήττα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου από τον ενωμένο συμμαχικό. Ακολουθούν ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1828) και η συνθήκη της Αδριανούπολης (1829), που επιβάλλει στην Τουρκία την αναγνώριση της ελληνικής αυτονομίας. Το γόητρο που αποκτά στη Βαλκανική χερσόνησο η Ρωσία, με τη διπλωματική της επιτυχία προς όφελος των Ελλήνων, οδηγεί την αγγλική διπλωματία στο πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830), με το οποίο το ελληνικό κράτος κηρύσσεται ανεξάρτητο με κληρονομικό βασιλιά.

Ο Κριμαϊκός πόλεμος σημειώνει τη μεγάλη κρίση του Α.Ζ., στα μέσα του 19ου αι. Η επιδίωξη της Ρωσίας να αυξήσει ακόμα περισσότερο την επιρροή της στην Ανατολή ωθεί την Αγγλία και τη Γαλλία σε συμμαχία με την Τουρκία και σε πόλεμο εναντίον της Ρωσίας (1854). Η ειρήνη των Παρισίων, που σφραγίζει το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου, έχει ιδιαίτερη σημασία στην ιστορία του Α.Ζ, γιατί μειώνει αποφασιστικά τη ρωσική δύναμη. Τη θέση της Ρωσίας στην προστασία των προνομίων της Βλαχίας και της Μολδαβίας παίρνουν τώρα όλες οι Δυνάμεις· το ίδιο συμβαίνει και για τα προνόμια της Σερβίας. Παράλληλα, o Δούναβης κηρύσσεται ελεύθερος στην εμπορική ναυτιλία όλων των κρατών και o Εύξεινος Πόντος ουδέτερος. Με την ουδετεροποίηση του Εύξεινου Πόντου η Ρωσία δέχεται βαρύ πλήγμα, και όχι μόνο ηθικό, αφού τα νότια παράλιά της μένουν ακάλυπτα. Οι Μεγάλες Δυνάμεις αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εγγυηθούν την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και o σουλτάνος της αντιμετωπίζεται ως ομότιμος των χριστιανών ηγεμόνων, ενώ με το Χάτι Χουμαγιούν υπόσχεται περισσότερες μεταρρυθμίσεις προς όφελος των χριστιανών, που όμως δεν πραγματοποιούνται και οι εις βάρος τους διακρίσεις συνεχίζονται. Ο τρόπος που αντιμετωπίστηκαν τόσο τα ανταρτικά κινήματα στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο όσο και η επανάσταση της Κρήτης (1866) μετά την ειρήνη των Παρισίων δείχνει πως κάθε ελληνική απόπειρα απελευθέρωσης των υποδούλων είναι καταδικασμένη, γιατί η απόφαση των Δυνάμεων είναι να διατηρήσουν την οθωμανική ακεραιότητα.

To δεύτερο μισό του 19ου αι. χαρακτηρίζεται από την προβολή του σλαβικού στοιχείου και των σλαβικών αξιώσεων. H Ρωσία, που επωφελήθηκε από τον Γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870-71 για να απαλλαγεί από τους περιοριστικούς όρους της ειρήνης του 1856 ως προς τον Εύξεινο, αρχίζει να κινείται με εξαιρετική δραστηριότητα για την επικράτηση του σλαβικού στοιχείου στον Αίμο. Το Α.Ζ. οξύνεται με τη δημιουργία της βουλγαρικής εξαρχίας (1870), που οδηγεί σε ανθελληνικές αξιώσεις των Βουλγάρων, με την επανάσταση της Ερζεγοβίνης και της Βοσνίας –αποτέλεσμα των άγριων μέσων που χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι για την είσπραξη των φόρων– που εξαπλώνεται και στους υπόλοιπους σλαβικούς πληθυσμούς, με την κήρυξη πολέμου Σερβίας-Μαυροβουνίου εναντίον των Τούρκων, που καταλήγει, ύστερα από τη σερβική ήττα, με την επέμβαση πάλι των Δυνάμεων, στη Συνδιάσκεψη των Πρεσβευτών και στην παραχώρηση συντάγματος από μέρους των Τούρκων, το οποίο όμως, όπως και οι μεταρρυθμίσεις που εξαγγέλθηκαν κατά καιρούς, δεν εφαρμόστηκε.

Αποκορύφωμα της ταραγμένης αυτής εποχής είναι ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1877-78) με τις μεγάλες επιτυχίες των Ρώσων, οι οποίοι στις αρχές του 1878 φτάνουν στην Αδριανούπολη και τελικά εγκαθιστούν το στρατηγείο τους έξω από την Κωνσταντινούπολη, στον Άγιο Στέφανο, όπου και υπογράφεται συνθήκη. H συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (Μάρτιος 1878) αποτελεί την πραγματοποίηση των πανσλαβιστικών επιδιώξεων της Ρωσίας και των σλαβικών λαών της Βαλκανικής. Σύμφωνα με αυτήν, η Σερβία και το Μαυροβούνιο ανακηρύσσονται ανεξάρτητα κράτη με μεγάλη εδαφική επέκταση και ιδρύεται μεγάλη αυτόνομη βουλγαρική ηγεμονία με διέξοδο στο Αιγαίο και στον Εύξεινο. H συνθήκη του Αγίου Στεφάνου προκαλεί την αντίδραση των υπόλοιπων λαών της Βαλκανικής, αλλά κυρίως των Μεγάλων Δυνάμεων, και ειδικότερα της Αγγλίας και της Αυστρίας που θορυβούνται από την αύξηση της ρωσικής δύναμης και επιρροής. H Αγγλία, πριν ακόμα υπογραφεί η συνθήκη, στέλνει μοίρα του στόλου της στην Προποντίδα και ύστερα από την υπογραφή δηλώνει επίσημα πως οι όροι της συνθήκης είναι ασυμβίβαστοι με τα συμφέροντά της. Τελικά, αποφασίζεται σύγκληση ευρωπαϊκού συνεδρίου για τη ρύθμιση των βαλκανικών υποθέσεων. Το συνέδριο του Βερολίνου, που συγκαλείται κυρίως χάρη στις αγγλικές και αυστριακές ενέργειες και διεξάγεται υπό την προεδρία του Βίσμαρκ, καταλήγει στη συνθήκη του Βερολίνου (1878), που καταλύει τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και αποτελεί μεγάλο σταθμό στην ιστορία του Α.Ζ. H συνθήκη του Βερολίνου καθορίζει τη νέα μορφή των Βαλκανίων, συγχρόνως όμως δημιουργεί μεγάλες αντιθέσεις ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη και στις Μεγάλες Δυνάμεις· σύμφωνα με αυτήν, στη θέση της μεγάλης βουλγαρικής ηγεμονίας ιδρύεται μικρή αυτόνομη Βουλγαρία στα βόρεια, υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου, και η Ανατολική Ρωμυλία στα νότια, υπό τουρκική κυριαρχία αλλά με χριστιανό διοικητή. H Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Ρουμανία κηρύσσονται ανεξάρτητα κράτη, ενώ στην Αυστρία δίνεται το δικαίωμα να καταλάβει τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη. H Ελλάδα εγκαταλείπεται από τους Άγγλους αντιπροσώπους του συνεδρίου και το μόνο που επιτυγχάνει, κυρίως χάρη στη Γαλλία, είναι η επέκταση των βόρειων συνόρων της, σύμφωνα με την απόφαση του συνεδρίου, κάτι που θα πραγματοποιηθεί με την υποστήριξη της αγγλικής κυβέρνησης μόνο μετά την επιστροφή στην εξουσία του Γλάδστον, όταν με τη σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (1881) παραχωρούνται στην Ελλάδα η Θεσσαλία και η περιοχή της Άρτας. Η προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας από τη Βουλγαρία (1885) και οι έντονες διαμαρτυρίες της Ελλάδας –που καταπνίγονται από τις Δυνάμεις– και της Σερβίας, που καταλήγουν σε Σερβοτουρκικό πόλεμο, είναι η επόμενη κρίση του Α.Ζ. Παράλληλα, μένει πάντα οξύ το πρόβλημα της Κρήτης, που παρά τις ελληνικές προσπάθειες δεν λύθηκε στο συνέδριο του Βερολίνου, ενώ τα διάφορα φιρμάνια που κατά καιρούς εκδίδονται δεν το αμβλύνουν. Τελικά, η Κρητική επανάσταση (1897) έχει ως συνέπεια τον ατυχή Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 με σοβαρότατες οικονομικές συνέπειες για την Ελλάδα και την επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου.

Το βασικό πρόβλημα όμως του Α.Ζ. στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αι. είναι το Μακεδονικό ζήτημα. Βούλγαροι και Σέρβοι προβάλλουν αξιώσεις για την ελληνική Μακεδονία, ενώ οι Μεγάλες Δυνάμεις, εξυπηρετώντας δικά τους συμφέροντα, ευνοούν τα σχέδια των Βουλγάρων. Η ελληνική αντίδραση –με τον Μακεδονικό αγώνα– στην τρομοκρατική δράση των Βούλγαρων κομιτατζήδων πετυχαίνει τη μείωση της βουλγαρικής τρομοκρατίας, δεν λύνει όμως το μακεδονικό πρόβλημα. Στο μεταξύ, η προσάρτηση της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης από την Αυστρία και οι επιδιώξεις της για οικονομική επικράτηση στη Μακεδονία δημιουργούν ισχυρές δυσαρέσκειες εναντίον της στη Σερβία, τη Ρωσία και την Ελλάδα, ενώ η πολιτική της στρατιωτικής κυβέρνησης των Νεότουρκων (1908), που έχει βασικό στόχο να εκτουρκίσει τις ξένες εθνότητες, συντελεί στην άμβλυνση των διαφορών και στην προσέγγιση των διαφόρων βαλκανικών κρατών για την αντιμετώπιση του κοινού εχθρού. Ο Ιταλοτουρκικός πόλεμος για τη Λιβύη και η συμφωνία Ρωσίας, Γαλλίας και Αγγλίας εναντίον των Κεντρικών Δυνάμεων, στην οποία τις οδηγεί o γερμανικός κίνδυνος που γίνεται διαρκώς σαφέστερος στην Ανατολή, δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την προσέγγιση των βαλκανικών λαών. Την ίδια εποχή, η προσέγγιση Τουρκίας-Γερμανίας και η αναδιοργάνωση της Ελλάδας ενισχύουν την αλλαγή της αγγλικής πολιτικής, που είχε αρχίσει μετά το συνέδριο του Βερολίνου. Το όλο κλίμα οδηγεί σε συνεννόηση τα βαλκανικά κράτη, Ελλάδα, Βουλγαρία και Σερβία. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι που ακολουθούν, παρά την προσπάθεια των Μεγάλων Δυνάμεων να αποτρέψουν τον πόλεμο για να μη δημιουργηθούν διεθνείς περιπλοκές, αποτελούν κρίσιμη φάση για τη λύση του Α.Ζ.

Ο A’ Βαλκανικός πόλεμος των συμμάχων εναντίον της Τουρκίας (1912), που τελειώνει με τη συνθήκη του Λονδίνου (Μάιος 1913) και τον καθορισμό των τουρκικών συνόρων στον Έβρο, αφήνει εκκρεμή ζητήματα, όπως τον οριστικό διακανονισμό των αλβανικών συνόρων, την τύχη των νησιών του Αιγαίου και τη διανομή ανάμεσα στους συμμάχους του μεγαλύτερου μέρους των ευρωπαϊκών κτήσεων της Τουρκίας. Το πρόβλημα της διανομής αυτής δυσχεραίνεται από τις υπερβολικές αξιώσεις των Βουλγάρων, που τις ενθαρρύνει η Αυστρία,η οποία έχει θορυβηθεί για την αύξηση του σερβικού γοήτρου· οι αξιώσεις αυτές οδηγούν, με την επίθεση της Βουλγαρίας εναντίον των πρώην συμμάχων της, στον B’ Βαλκανικό πόλεμο. Η ειρήνη του Βουκουρεστίου (υπογράφεται τον Αύγουστο του 1913) διαρρυθμίζει τα νέα σύνορα της ηττημένης Βουλγαρίας προς την Ελλάδα, τη Ρουμανία και τη Σερβία, και επικυρώνει την παραχώρηση της Καβάλας στην Ελλάδα, ύστερα από διπλωματικό αγώνα. Με την ήττα των Βουλγάρων ακυρώνεται το σχέδιό τους για ηγεμονία στον Αίμο και μένει ανεκπλήρωτη η επιθυμία της Αυστρίας να εξουδετερωθεί η σερβική δύναμη.

Οι διαφορές μεταξύ των Δυνάμεων στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή, που εξακολουθούν και μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, αποτελούν μία από τις αιτίες που οδηγούν στον A’ Παγκόσμιο πόλεμο. Με τη συνθήκη των Σεβρών διαμελίζεται το ηττημένο τουρκικό κράτος και περιορίζεται στο εσωτερικό της Ασίας. Στον ευρωπαϊκό χώρο διατηρεί μόνο την Κωνσταντινούπολη. Αντίθετα, η Ελλάδα παίρνει την Ανατολική Θράκη, τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο και τη διοίκηση της Σμύρνης, με τμήμα της ενδοχώρας, το οποίο θα μπορεί να προσαρτήσει μετά από μία πενταετία. Τα Στενά ουδετεροποιούνται, η δίοδος των πολεμικών σκαφών κανονίζεται με λεπτομερείς όρους και ορίζεται διεθνής επιτροπή για την παρακολούθηση της εφαρμογής της σχετικής σύμβασης. Ωστόσο, η επανάσταση των Τούρκων εθνικιστών, με αρχηγό τον Μουσταφά Κεμάλ (μετέπειτα Ατατούρκ) δεν αναγνωρίζει τη συνθήκη, αρχίζει αγώνα για την εξουδετέρωσή της και αποκηρύσσει τον σουλτάνο. Στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο που ακολουθεί, η αντίδραση σε βάρος της Ελλάδας των Μεγάλων Δυνάμεων (Γαλλία, Ιταλία και Ρωσία), σε συνδυασμό με σοβαρές εσωτερικές πολιτικές διαφορές, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την ελληνική ήττα. Ωστόσο, η Μικρασιατική καταστροφή (1922) θα θορυβήσει ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη και ιδιαίτερα τη Μεγάλη Βρετανία, που θεωρεί εξαιρετικά επικίνδυνη την τουρκική νίκη για τα συμφέροντά της στην Ανατολή. Με τη συνθήκη της Λοζάνης (1923) ο Έβρος ορίζεται σύνορο της Τουρκίας, στην οποία επιστρέφονται τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος. Το 1936 υπογράφεται στο Μοντρέ νέα συμφωνία για τα Στενά, σύμφωνα με την οποία παραχωρείται και πάλι ο στρατιωτικός τους έλεγχος στην Τουρκία. Η συμφωνία αυτή ισχύει και μετά τον B’ Παγκόσμιο πόλεμο έως τις ημέρες μας.

Περισσότερα: http://www.antibaro.gr/article/10878, Ἀντίβαρο

Δεν υπάρχουν σχόλια: