ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

ΑΚΕΠ: "Στον Κορυδαλό", Πέρσι Μπίσι Σέλλεϋ

Το ποίημα του Σέλλεϋ "Στον Κορυδαλό" το αφιερώνουμε σε όσες και όσους αγωνίζονται για αξιοπρέπεια και ελευθερία, σε όσες και όσους αγωνίζονται για την ανατροπή της σημερινής οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης.

Στην γενική απεργία 27-11-2014, να μη λείψει καμιά, να μη λείψει κανείς!


«...Ένας μικρός κορυδαλός, ένα πουλάκι ταπεινό, γίνεται ο κάτοχος του πιο ευδαιμονικού μυστικού. Το σύμβολο μιας τελειωμένης κοσμοαντίληψης. Γίνεται το πιο σοφό πλάσμα, για τούτο και το πιο λεύτερο∙ ο μόνος ικανός εκτιμητής του δώρου της ζωής, για τούτο και η δόξα του τραγουδιού του. Αυτό κάνει η Ποίηση. Πλάθει κόσμους ολάκερους, ολοκληρωμένους, που αναδύονται μπροστά στα μάτια μας, τραγουδούνε στ’ αφτιά μας, σπαρταράνε στα χέρια μας και μας μεθούν με τ’ άρωμά τους. Το απόσταγμά τους κολλάει στον ουρανίσκο μας. Γιατί ο ποιητής τέκνο είναι του Έρωτα και της Ψυχής. Κρατάει στην άκρη των δαχτύλων του το ακριβό δώρο της δημιουργίας. Όχι μια σκέψη αποκομμένη, ξεστρατισμένη, όσο κι αν είναι σοβαρή· όχι έναν χτύπο της καρδιάς αδύναμο ή άχρωμο, μα έναν κόσμο ολόκληρο. Τη γνώση τη βαθιά του Ωραίου. Και το διυλισμένο, ποιοτικό συναίσθημα που σαρκώνει το Ωραίο στην ποίηση, πιστεύουμε με όλη μας τη δύναμη, είναι συμπυκνωμένη πνευματικότητα, γι’ αυτό και προοδευτικότητα. Σαν αυτή που μεγαλόδωρα απλώνει μπροστά μας ο Σέλλεϋ με την (...) ωδή του. Μ’ αυτή την τρέλα την αρμονική που ραίνει το στόμα του κι εμείς την κοινωνούμε...» (Μαρία Λαέρτη)


Στον Κορυδαλό, Π.Μ.Σέλλεϋ 

(Απόδοση: Αργύρη Εφταλιώτη)


Γειά σου, χαρούμενη ψυχή, -πουλί δεν είσαι,-γειά σου!
Σε ποιον ουράνιο τόπο
Γεννήθηκες και μας σκορπάς απ’ τη χρυσή καρδιά σου
Ένα τραγούδι ατέλειωτο, με τέχνη δίχως κόπο!

Κάθε στιγμή και πειο ψηλά σαν φλόγα από ’δω πέρα
Ελεύθερη ανεβαίνεις.
Απλόνεις τα φτερούγια σου στα βάθη του αιθέρα,
Κι’ όσο πηγαίνεις μας λαλείς, όσο λαλείς πηγαίνεις.



Εκεί που η Δύσι ουρανό και σύννεφα χρυσόνει
Με την αναλαμπή της,
Εκεί πετάς, σαν μια ψυχή που αγγέλους ανταμόνει,
Σαν μιαν ασώματη χαρά που αρχινά η ζωή της.

Η χλωμοκόκκινη θωριά που καίει τον αιθέρα
Ξεχνιέται ολόγυρά σου.
Κι’ αν ήσαι και αθώρητο, σαν άστρο την ημέρα,
Το λυγερό τραγούδι σου διηγάται τη χαρά σου.

Χαρά ψιλή και φωτεινή σαν τ’ άστρο ’ναι κ’ εκείνη,
Που σαν γλυκοχαράζη,
μαζόνει ταις αχτίδες του∙ που ακόμα κι’ όταν σβήνει,
Θαρρούμε πως κυττάζουμε τη γλύκα του να στάζη.

Η μαγεμένη σου φωνή γη κι’ ουρανό χορταίνει,
Σαν το λαμπρό φεγγάρι
Που έξαφν’ από σύννεφο μοναχικό σαν βγαίνη
Λούζει τη γης, και πλημμυρά τον ουρανό με χάρι.

Τι είσαι, δεν το ξέρουμε. Ταίρι στην γη δεν έχεις.
Τα σύννεφα δεν ραίνουν
Σταλαγματιές, σαν το λαμπρό κελάιδημα που βρέχεις,
Σαν ψιχαλίζουν αντικρύ στον ήλιο και διαβαίνουν.

Σαν ποιητής που κρύβεται, στο φως των λογισμών του,
Και μοναχός του ψάλλει,
Ως που να μάθη να πονή ο κόσμος τώνειρόν του,
Και να γροικάει αγνώριστα αισθήματα και κάλλη,

Σαν κόρη ολομόναχη σε πύργο σφαλισμένη,
Που θέλει να ξεσκάση,
Κ’ ένα τραγούδι φλογερό απ’ την καρδιά της βγαίνει,
Κι’ αντιλαλεί ο πύργος της, κι’ αντιλαλούν τα δάση,

Ωσάν δροσάτου λειβαδιού χρυσή πυγολαμπίδα,
Που εδώ κ’ εκεί σκορπάει
Τη νύχτα μια γλυκόφωτη και μαλακήν αχτίδα,
Ανάμεσα ‘ς τα λούλουδα καθώς κρυφοπετάει,

Σαν ρόδο μεσ’ ‘ς τα φύλλα του τα πράσινα κρυμμένο,
Που με το φύσημά του
Ζεστό αγεράκι τ’ άνοιξε, το ρίχτει μαδημένο,
Ως που κι’ αυτή τη μέλισσα μεθάει η μυρωδιά του,

Σαν μπόρα καλοκαιρινή ‘ς τα χόρτα, σαν λουλούδι
Απ’ τη βροχή λουσμένο,
-Και πάλι, πάλι ξεπερνά το θείο σου τραγούδι
Ό,τι γνωρίζω δροσερό, λαμπρό, χαριτωμένο.

Ή τ’ ουρανού είσαι ουρί, ή γης πουλί, ο νους σου
Τι συλλογιέται, πες μου.
Μηδέ ‘ς αγάπης βάσανα τη χάρι του σκοπού σου,
Μηδέ σε ξεφαντώματα δεν άκουσα ποτές μου.

Κανένας ύμνος λευθεριάς, πανηγυριού ή γάμου,
Μπρος ‘ς το κελάιδημά σου
Δεν παραβγαίνει. Γλύκαναν κ’ εκείνοι την καρδιά μου,
Μα δεν την πλημμυρίσανε καθώς το λάλημά σου.

Πες μου, πού βρήκες κ’ έμαθες τη χάρι σου την τόση;
Ποιο δάσος ή λαγκάδι,
Ή ουρανός ή θάλασσα την τέχνη σώχει δώση;
Ποια αγάπη χωρίς στεναγμό, ποιο φως χωρίς σκοτάδι;

Μεσ’ ‘ς την καθάρια σου χαρά δεν βρίσκει τόπο η πλήξι.
Κοντά σου ίσκιος πόνου
Δεν ήλθε. Την αγάπη σου δεν ‘μπόρεσε να πνίξη
Μεσ’ ‘ς τη μικρή καρδούλα σου η δύναμις του χρόνου.

Στον ύπνο και ‘ς το ξύπνο σου γνωρίζεις τ’ είν’ ο Χάρος,
Και δεν τον έχεις έννοια·
Ο κρύος φόβος από μας αν έκλεψε το θάρρος,
Εσύ με κελαϊδήματα το δίνεις κρυσταλλένια.

Πίσω κ’ εμπρός θωρούμ’ εμείς και λαχταρούμε μόνο
Ονείρατα χαμένα.
Το γέλοιο μας το πειο γλυκό έχει ένα κρύφιο πόνο,
Τα πειο γλυκά τραγούδια μας είναι τα πιο θλιμμένα.

Μα κι’ αν δεν μας ετρώγανε τα πάθη και τα μίση,
Δεν θάμαστε κοντά σου.
Και δάκρυ αν δεν ήξερε το μάτι μας να χύση,
Δεν θα γνωρίζαμε ποτέ την άδολη χαρά σου.

Κι’ από την τέχνη την κρυφή που χάρι κι’ αρμονία
Σε λόγια και ήχους δίνει,
Κι’ απ’ όλα τα μυστήρια που κλείνουν τα βιβλία,
Το χάρισμά σου ο ποιητής ανώτερο το κρίνει.

Δος μου, πουλάκι, τη μισή χαρά που σε τρελλαίνει,
Και τα μισά σου δώρα,
Και τέτοια τρέλλ’ αρμονική το στόμα μου θα ραίνη,
Που ο κόσμος θα μ’ ακούη, καθώς εγώ σ’ ακούω τώρα.

                                   (Απόδοση: Αργύρη Εφταλιώτη)

ΥΓ 1: Το απόσπασμα της Μαρίας Λαέρτη για το ποίημα του Σέλλεϋ "Στον Κορυδαλό", που χρησιμοποιήσαμε παραπάνω, είναι από το κείμενο της Μαρίας Λαέρτη με τίτλο "Cor Cordium (Τι είπαν για τον Σέλλεϋ)", δημοσιευμένο στο περιοδικό "ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ" (τεύχος 199, Γενάρης-Φλεβάρης 2003).

ΥΓ 2: Κελάιδισμα κορυδαλού.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: