ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

ΑΚΕΠ: Απάντηση στην "Σέχτα Επαναστατών"

Οι αντιλήψεις για την κοινωνία, την ιστορία και το κίνημα που ενυπάρχουν στην προκήρυξη της «Σέχτας Επαναστατών», είναι αντιεπιστημονικές και διαπνέονται από ένα εκλεκτικιστικό συνονθύλευμα διαφόρων φιλοσοφικών ρευμάτων του σύγχρονου φιλοσοφικού ιδεαλισμού και εν γένει του μεταφυσικού τρόπου αντιμετώπισης των προβλημάτων της κοινωνίας και της ιστορίας. Για παράδειγμα, η θέση του Νέγκρι στο βιβλίο του «Πλήθος» όπου αντικαθιστά την εργατική τάξη από το «πλήθος των πολλαπλών εκμεταλλευομένων μοναδικοτήτων», είναι η άποψη που υποβόσκει στις θέσεις της «Σέχτας» για τις κοινωνικές τάξεις, την κοινωνία και τον μαρξισμό. Οι θέσεις αυτές του Νέγκρι, όπως κι άλλες ανάλογες της αστικής κοινωνιολογίας, είναι αρκετά διαδεδομένες σήμερα κι έχουν συμβάλει σημαντικά στον αποπροσανατολισμό και την παθητικοποίηση της νεολαίας και του λαού. Όποιον και να ρωτήσεις σήμερα θα σου πει : «η εργατική τάξη…ποια εργατική τάξη; Ακόμη εκεί βρίσκεσαι; Οι καιροί έχουν αλλάξει, δεν υπάρχει εργατική τάξη» κλπ.

Ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους -και ο δρόμος προς την κόλαση είναι πάντα σπαρμένος με καλές προθέσεις- οι συντάκτες της προκήρυξης προπαγανδίζουν ένα τρόπο δράσης αντιδραστικό, ρεφορμιστικό και ατελέσφορο, που εναντιώνεται απροκάλυπτα στις αντιλήψεις του επαναστατικού μαρξισμού και στην προοπτική ενός κινήματος ικανού να ανατρέψει το σημερινό γερασμένο και παρηκμασμένο καπιταλιστικό σύστημα.

Σήμερα μάλιστα, που η κρίση του παγκόσμιου οικονομικοκοινωνικού συστήματος και του φιλελεύθερου μοντέλου ανάπτυξης της καπιταλιστικής κοινωνίας, ήρθε να προστεθεί στην αποτυχία των αντιλήψεων του κρατισμού στις χώρες του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού και στην αποτυχία των δογμάτων της μικτής οικονομίας και της σοσιαλδημοκρατίας, και επικαιροποίησε τις αντιλήψεις του μαρξισμού για την κοινωνία και την ιστορία, η ατομική τρομοκρατία γενικά και η «Σέχτα» ειδικά έρχεται να εξυπηρετήσει ιδεολογικά-πολιτικά μόνον τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Η ατομική τρομοκρατία γενικά και η «Σέχτα» ειδικά, μεταφέρει το πεδίο της δράσης και της αντιπαράθεσης στο ρεφορμιστικό πεδίο της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής, όχι μόνον επειδή έχει χάσει την εμπιστοσύνη της στην δυνατότητα αφύπνισης των λαϊκών στρωμάτων και της εργατικής τάξης, όχι μόνον επειδή υποκλίνεται όπως ο οικονομισμός μπροστά στο αυθόρμητο, αλλά και επειδή είναι φορέας των ιδεών του φιλοσοφικού ιδεαλισμού.

Η «Σέχτα Επαναστατών» αντιμετωπίζει φιλοσοφικά την «συνείδηση» σαν αυτόνομη κατηγορία αποξενωμένη από το κοινωνικό Είναι και την υλική δομή. Με αυτόν τον τρόπο, εμφανίζεται το εποικοδόμημα και το Κράτος σαν μοναδικός υπεύθυνος της εκμετάλλευσης και των προβλημάτων της κοινωνίας, κι εξαφανίζεται η υλική δομή και οι νομοτέλειες που διέπουν την καπιταλιστική παραγωγή και την εκμετάλλευση. Το Κράτος, εδώ, δεν είναι το ιστορικό αποτέλεσμα του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και του χωρισμού της κοινωνίας σε τάξεις, αλλά μια υπερβατική δύναμη που θεσμικά εκπροσωπεί το βιβλικά «διαβολικό», το ανήθικο και την άρχουσα τάξη, ένα Κράτος που εκπροσωπεί την «μυθική βία» -όπως την ορίζει ο Walter Benjamin, και στο οποίο αντιπαρατίθεται η ατομική τρομοκρατία και ο -κατά Benjamin-«άγγελος της ιστορίας» και η «θεϊκή βία». Επίσης, η «Σέχτα» αναγορεύει την φιλοσοφική κατηγορία «συνείδηση» σε ατομική ενόραση που εκδηλώνει την αγωνία, τον πόνο και την απόγνωση του ατομικού υποκείμενου, πράγμα που παραπέμπει και θυμίζει την φιλοσοφική κατηγορία της «ύπαρξης» στον Κίρκεγκωρ και τον Σαρτρ. Για τους υπαρξιστές, η ελευθερία δεν εννοιολογείται ως κοινωνική σχέση, αλλά ως φυσική ατομική επιλογή. Ας θυμηθούμε τα λόγια του Σαρτρ: «είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι» - «η κόλασή μας είναι οι άλλοι».

Πέραν τούτου, οι φιλοσοφικές αντιλήψεις του Benjamin, ένα κράμα εβραϊκού μυστικισμού και γερμανικού ιδεαλισμού, που ανέγνωσε τον ιστορικό υλισμό, ιδίως στο δοκίμιό του «Η κριτική της βίας» επηρεασμένος από τον Σορέλ και την ήττα του γερμανικού κινήματος, μαζί με τις αντιλήψεις του Ιταλού Τόνυ Νέγκρι για την παγκοσμιοποίηση, την «Αυτοκρατορία», «το πλήθος» και τις αυτόνομες απελευθερωμένες περιοχές μέσα στο ίδιο το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα πραγμάτων, αποτελούν το βασικό, ρεφορμιστικό οπλοστάσιο των συγγραφέων της προκήρυξης της «Σέχτας Επαναστατών». Στις φιλοσοφικές και πολιτικές αντιλήψεις του Benjamin για τον «άμεσο επαναστατικό σκοπό» και το «επαναστατικό μέσον», για τις οποίες δέχτηκε κριτική ακόμη και από τον ιδεολογικό του σύμμαχο Αντόρνο - βασικό εκπρόσωπο της «Κριτικής Φιλοσοφίας», αναβαπτίζονται οι αντιλήψεις του αναρχοσυνδικαλισμού για την επανάσταση και το επαναστατικό υποκείμενο.

Οι ιδεολογικές αντιλήψεις της «Σέχτας» είναι οπωσδήποτε πιο αντιεπιστημονικές, πιο καθυστερημένες και πιο μικροαστικές, ακόμη κι από τις ιδέες του 19ου αιώνα για την κοινωνία, την ιστορία και το κίνημα. Τις ιδέες αυτές, με διάφορες παραλλαγές, εκδοχές κι επικαλύψεις, εκπροσωπούσαν ο Μπλανκί, ο Στίρνερ, ο Προυντόν, ο Μπακούνιν, ο Κροπότκιν, ο Νετσάγιεφ κλπ. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λένιν άσκησαν συντριπτική κριτική στις αντιλήψεις αυτές και θεμελίωσαν τις επιστημονικές ιδέες του επαναστατικού μαρξισμού.

Σήμερα, η ιδεολογική βάση της τρομοκρατίας και των αντιεξουσιαστικών ρευμάτων σκέψης εκφράζει τα κοινωνικά στρώματα που γεννάει ο καπιταλισμός που σαπίζει, κι όχι τις κοινωνικές τάξεις και τα στρώματα που έχει γεννήσει η ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Σήμερα, η ατομική τρομοκρατία και η πλειοψηφία της λεγόμενης προοδευτικής διανόησης, έχουν ασπαστεί τα κυρίαρχα ρεύματα της αστικής φιλοσοφίας, έχουν ευνουχιστεί ιδεολογικά κι έχουν καταστεί ακίνδυνοι για το καπιταλιστικό κοινωνικό σύστημα.

Σήμερα, ακόμη και στον χώρο της μαρξιστικής σκέψης χρησιμοποιούνται μεθοδολογικά σχήματα ανάλυσης της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης, που περισσότερο προσιδιάζουν, παρά την χρήση μαρξιστικής ορολογίας, στις φιλοσοφικές αντιλήψεις του μεταφυσικού ρεαλισμού, του Κύκλου της Βιέννης, του κριτικού ορθολογισμού, του υπαρξισμού, της Σχολής της Φρανκφούρτης κλπ. Έτσι, πίσω από την επαναστατική φρασεολογία εμφανίζεται σε νέα σύγχρονη μορφή ο ρεφορμισμός και ο οπορτουνισμός, που εύκολα θα μπορούσε να ονομαστεί νεο-μπερνσταϊνισμός.

«Ο αγώνας για τον αγώνα», που θυμίζει όχι μόνο τον Μπερνστάϊν αλλά και τις αντιλήψεις του Θεόφιλου Γκοτιέ «η Τέχνη για την Τέχνη», και τα τριαδικά σχήματα «καπιταλιστές-ιμπεριαλιστές, ρεφορμιστές-οπορτουνιστές και ριζοσπάστες-επαναστάτες», αποτελούν δυστυχώς το αλατοπίπερο και το μονότονο ρεφραίν της σημερινής επαναστατικότητας.

Στην σημερινή κοινωνία, στην σημερινή Ελλάδα ορθώνονται ως άλλες στήλες του Ηρακλέους οι δύο διακριτές και κυρίαρχες όψεις της πραγματικότητας, που περιγράφουν ανάγλυφα τις συνθήκες της ιδεολογικοπολιτικής ηγεμονίας της άρχουσας τάξης:

- στην μια όψη ορθώνεται ο υποταγμένος οικονομικά, ιδεολογικά, πολιτικά και πολιτιστικά, αλλοτριωμένος και ταπεινωμένος μισθοσυντήρητος και οικονομικά ασθενέστερος πληθυσμός,

- στην άλλη όψη ορθώνεται η πολυχρονεμένη κι αυταπόδεικτη αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων που ομνύουν στο όνομα της εργατικής τάξης και του λαού, ν’ αφυπνίσουν, να συνειδητοποιήσουν και να καθοδηγήσουν τον ταπεινωμένο, φοβισμένο και συμβιβασμένο λαό στον δρόμο της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της επανάστασης.

Μετά την Μεταπολίτευση και μέχρι σήμερα, οι πολιτικές δυνάμεις που ομνύουν στο όνομα της εργατικής τάξης -κοινοβουλευτικές και εξωκοινοβουλευτικές- επιχειρούν ν’ αφυπνίσουν και να συνειδητοποιήσουν την εργατική τάξη και το λαό με οικονομικούς διεκδικητικούς αγώνες και με αγώνες για αστικοδημοκρατικά δικαιώματα, χωρίς να κατορθώνουν ν’ αλλάζουν τους πολιτικούς συσχετισμούς υπέρ των δυνάμεων της εργασίας.

Στον αντίποδα της αποτυχίας και της αδυναμίας του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης να παράγει ποιοτικά αποτελέσματα και προοπτική ανατροπής της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης, αναπτύχθηκαν μια σειρά κινήματα αναρχικά και αντιεξουσιαστικά, καθώς και πολύμορφες και ποικίλες οργανώσεις που άσκησαν και ασκούν ατομική τρομοκρατία στο όνομα του αντικαπιταλιστικού αγώνα. Κατά την αντίληψη και την διατύπωση της πάντα επίκαιρης μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, οι εξτρεμιστικές εκδηλώσεις και η ατομική τρομοκρατία είναι εκδήλωση «της πιο φλογερής αγανάκτησης διανοουμένων και μη που δεν ξέρουν ή δεν έχουν την δυνατότητα να συνδέσουν σ’ ένα ενιαίο σύνολο την επαναστατική δουλειά με το εργατικό κίνημα». Όσοι έχασαν την πίστη τους, ή δεν πίστεψαν ποτέ, στην δυνατότητα της σύνδεσης της επαναστατικής δουλειάς με το εργατικό κίνημα, «είναι πραγματικά δύσκολο να βρουν άλλη διέξοδο για το αίσθημα της αγανάκτησής τους και για τον επαναστατικό τους δυναμισμό εκτός από τον εξτρεμισμό και την ατομική τρομοκρατία».

Κατά την μαρξιστική κοσμοθεωρία, ανάμεσα στην πολιτική που επιχειρεί ν’ αφυπνίσει και να συνειδητοποιήσει την εργατική τάξη και το λαό με οικονομικούς διεκδικητικούς αγώνες, και στην πολιτική της ατομικής τρομοκρατίας, δεν υπάρχει τυχαία, αλλά αναγκαία εσωτερική σχέση, μια κοινή ρίζα, που είναι ο χειροτεχνισμός και η υπόκλιση μπροστά στο αυθόρμητο. «Εδώ υπάρχει η επίδραση των γενικών αιτιών που γεννούν τον οπορτουνισμό γενικά, ο οποίος θυσιάζει τα βασικά συμφέροντα του εργατικού κινήματος για στιγμιαία κέρδη».

Η ατομική τρομοκρατία, ακόμα κι όταν καταφέρεται ενάντια σε στόχους με έντονο συμβολισμό, όπως τράπεζες, μεγαλοεπιχειρηματίες, πολιτικά πρόσωπα κλπ., όχι μόνον θυσιάζει τα ουσιώδη συμφέροντα του κινήματος σε στιγμιαίες εντυπώσεις, όχι μόνον δεν συμβάλλει στην συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης και του λαού, αφού αντικαθιστά την πολιτική ζύμωση με τρομοκρατικές πράξεις διεγερτικού συμβολισμού που τραβάνε προς τα πίσω πολιτικά και οργανωτικά το κίνημα, όχι μόνον δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του λαού, αλλά αντίθετα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, που βρίσκει άλλοθι να περνάει μια σειρά αντιδραστικά νομοσχέδια, να συκοφαντεί με τρόπο απροκάλυπτο το αντικαπιταλιστικό κίνημα και, για να θυμηθούμε την έκφραση του Λένιν, «να σκαλίζει αδιάφορα τη μύτη της» μαζί με τον παθητικοποιημένο λαό που παρακολουθεί χωρίς να συμμετέχει την μονομαχία και την βεντέτα της Αστυνομίας με μια χούφτα τρομοκράτες.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την δολοφονία του Άλντο Μόρο κλπ. Ας πάρουμε για παράδειγμα τις δολοφονίες Γουέλς, Μπάμπαλη, Μάλλιου κλπ. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη δράση της RAF, της Action directe κλπ. Όλες αυτές οι οργανώσεις που άσκησαν ατομική τρομοκρατία και κατάφεραν να προσβάλλουν στόχους με έντονο συμβολισμό, όχι μόνον απέτυχαν οικτρά να ενεργοποιήσουν τις λαϊκές μάζες, αλλά αντίθετα συνέβαλαν αποφασιστικά στον αποπροσανατολισμό της ταξικής πάλης.

Τις τελευταίες δεκαετίες, στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα, από την μία η δράση των οργανώσεων που άσκησαν ατομική τρομοκρατία, και από την άλλη η ρεφορμιστική πολιτική των κομμάτων της αριστεράς που έκανε τον οικονομισμό κυρίαρχη πολιτική, είναι οι δυο άξονες που ευθύνονται για την πολιτική καθυστέρηση και την κρίση του εργατικού και επαναστατικού κινήματος.

Να γιατί υποστηρίζουμε πως, η αντίφαση της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, με τα πολιτικά γεγονότα που λέγεται και υποστηρίζεται ότι την εκφράζουν, αποτελεί το βασικό κατηγόρημα, δηλαδή την βασική ιδιότητα, της κρίσης του πολιτικού κινήματος των μισθοσυντήρητων και των συμμάχων τους στην Ελλάδα και τον κόσμο.

Ακόμη και στην πρώην Σοβιετική Ένωση, με το πρόσχημα του γιακωβινισμού, η τρομοκρατική φυσική εξόντωση των ηγετών της Οκτωβριανής επανάστασης που σαν μέθοδος δεν απέχει απ’ αυτήν της ατομικής τρομοκρατίας, μαζί με την ρεβιζιονιστική πολιτική στα ζητήματα της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας που δεν απέχει από την πολιτική του δυτικοευρωπαϊκού οικονομισμού και ρεφορμισμού, συνέβαλαν αποφασιστικά στην ήττα της Οκτωβριανής επανάστασης και στην παλινόρθωση του καπιταλισμού στην Ρωσία.

Η επαναστατική βία βρίσκεται σε απόλυτη αντιδιαστολή με την βία που ασκεί ο καπιταλισμός στις υπό εκμετάλλευση τάξεις, καθώς και με την βία που ασκεί η ατομική τρομοκρατία σε επιλεγμένους συμβολικούς στόχους.

Η βία που ασκεί ο καπιταλισμός δεν είναι μόνο η ένοπλη βία αλλά και η οικονομική, η κοινωνική, η πολιτική και η θεσμική βία, και είναι μια βία που ασκείται αυθόρμητα από την δράση των νόμων κίνησης της καπιταλιστικής παραγωγής και ανταλλαγής, και συνειδητά από την νομοθετική, την δικαστική και την εκτελεστική εξουσία του καπιταλιστικού κράτους.

Η βία που ασκεί η ατομική τρομοκρατία είναι η ένοπλη βία που ασκούν μεμονωμένοι τρομοκράτες, αποκομμένοι από την λαϊκή βάση.

Αντίθετα, η επαναστατική βία «…παίζει έναν επαναστατικό προοδευτικό ρόλο, δηλαδή, σύμφωνα με τα λόγια του Μαρξ, είναι η μαμή, που από κάθε παλιά κοινωνία ξεγεννά μια καινούρια κοινωνία, είναι το όργανο με το οποίο επιβάλλεται η κοινωνική εξέλιξη και σπάζει τις αποστεωμένες, τις νεκρές πολιτικές μορφές» (Ένγκελς). Η επαναστατική βία εκδηλώνει το ιστορικό προτσές της μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα, εκδηλώνει το διαλεκτικό ιστορικό άλμα.

Η ανατροπή του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού ούτε μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της δράσης μιας μονοσήμαντης φαταλιστικής νομοτέλειας (νοησιαρχία), ούτε το αποτέλεσμα της μηχανικής συνένωσης των ατομικών θελήσεων ενός κοινωνικού συνόλου –έστω ταξικού, ούτε ακόμη της θέλησης –έστω χαρισματικών - πολιτικών ομάδων ή προσώπων (βουλησιαρχία). Η ανατροπή του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά η απόρροια μιας καθολικής αλληλεξάρτησης των αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών του κοινωνικού γίγνεσθαι, που εκδηλώνει και ολοκληρώνει στο πεδίο της υποκειμενικότητας, στο πολιτικό εποικοδόμημα, την νομοτελειακή αντίφαση-σύγκρουση των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας προς τις σχέσεις παραγωγής και προς την νομική τους έκφραση, τις σχέσεις ιδιοκτησίας κλπ.

Η σχεδιοποιημένη δράση του υποκειμένου-της συνείδησης που «ανακλά και διαμορφώνει το αντικείμενο» (Λένιν), καθώς και η σχεδιοποιημένη δράση που αλλάζει τις κοινωνικές συνθήκες και μαζί με αυτές τον ίδιο τον άνθρωπο (Μαρξ), υποδηλώνει την αναγκαιότητα της ύπαρξης συλλογικού οργανωτή-καθοδηγητή και υπογραμμίζει τα καθήκοντα των ιστορικών προσώπων και τον ρόλο των πρωτοπόρων ηγετών του κινήματος.

Όλοι οι μαρξιστές γνωρίζουν την διατύπωση του Μαρξ στον Πρόλογο της «Κριτικής της Φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ»: «η φιλοσοφία βρίσκει στο προλεταριάτο τα υλικά της όπλα, όπως το προλεταριάτο βρίσκει στην φιλοσοφία τα πνευματικά του όπλα… Η φιλοσοφία δεν μπορεί να πραγματωθεί χωρίς να εξαλείψει το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν μπορεί να εξαλειφθεί χωρίς να πραγματώσει την φιλοσοφία». Όλοι οι μαρξιστές γνωρίζουν την τόσο παρεξηγημένη και σκοπίμως διαστρεβλωμένη διατύπωση του Μαρξ «αναμφίβολα, το όπλο της κριτικής δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κριτική των όπλων, η υλική δύναμη δεν μπορεί να νικηθεί παρά μόνο από την υλική δύναμη, αλλά και η θεωρία γίνεται κι αυτή δύναμη αφότου κατακτήσει τις μάζες». Και ο Μαρξ συνεχίζει: «η θεωρία είναι ικανή να κατακτήσει τις μάζες όταν αποδεικνύει ad hominem και προβαίνει σε ad hominem αποδείξεις, αφότου γίνει ριζοσπαστική. Ριζοσπαστική σημαίνει να πιάνει τα πράγματα από τη ρίζα. Η ρίζα όμως για τον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος».

Την κατανόηση της χρήσης, στην ριζοσπαστική μαρξιστική θεωρία, του «ad hominem» επιχειρήματος (γνωστού και ως argumentum ad hominem, που κατά λέξη σημαίνει «επιχείρημα που απευθύνεται στον άνθρωπο», και στο είδος της ρητορικής τακτικής που απευθύνεται κυρίως στο συναίσθημα παρά στη λογική, κι εξετάζει τον χαρακτήρα του αντιπάλου παρά το προς συζήτηση θέμα κλπ κλπ) μπορεί να την αντλήσει ο καθένας μας στο «Τι να κάνουμε;», όπου ο Λένιν αναπτύσσει με τρόπο διεξοδικό κι επιστημονικό την διαλεκτική πολιτική μέθοδο, με την οποία η θεωρία θα κατακτήσει τις μάζες, με την οποία η θεωρία θα γίνει υλική δύναμη, με την οποία η εργατική τάξη θα αποκτήσει συνείδηση και θα καταστεί από τάξη καθεαυτό σε τάξη δι’ εαυτόν. Ο Λένιν ως γνωστόν, την διαλεκτική μέθοδό του για την συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης και την οργάνωση του επαναστατικού κόμματος, την αντιπαραθέτει στις αντιδιαλεκτικές και ρεφορμιστικές εκδοχές της ατομικής τρομοκρατίας και του οικονομισμού, τις οποίες μάλιστα θεωρεί επικίνδυνες και εχθρικές για το κίνημα, τα συμφέροντα και την ιστορική προοπτική της εργατικής τάξης.

Η ατομική τρομοκρατία είναι το απαύγασμα του διανοητικού και ηθικού μαρασμού της καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι το αποτέλεσμα των λαθών και της κρίσης του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης και δεν μπορεί, με κανένα τρόπο, να ταυτιστεί με την επαναστατική βία.

Η ατομική τρομοκρατία, πέραν του ότι δίνει άλλοθι και διευκολύνει τις αντιλαϊκές μεθοδεύσεις της κρατικής εξουσίας, υιοθετεί και διαδίδει τις φιλοσοφικές ιδεαλιστικές αντιλήψεις της άρχουσας τάξης για την κοινωνία και την ιστορία, το κοινωνικό Είναι και την Συνείδηση, και αναγορεύει την συνείδηση του ατομικού υποκείμενου σε υπερβατολογική κατηγορία - ρυθμιστή της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Η αντιπαράθεση του επαναστατικού μαρξισμού ενάντια στις φιλοσοφικές ιδέες της ατομικής τρομοκρατίας, είναι ταξική πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στην αστική τάξη στον χώρο της θεωρίας, είναι αγώνας της θεωρίας να γίνει υλική δύναμη κατακτώντας τις μάζες.

Η εργατική τάξη…αντί το συντηρητικό σύνθημα: «ένα δίκαιο μεροκάματο για μια δίκαιη εργάσιμη μέρα», θα πρέπει να γράψει στη σημαία της το επαναστατικό σύνθημα: «Κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας».
(Κάρλ Μάρξ, «Μισθός, τιμή και κέρδος», Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή 1998, σελ.78)

Μάκης Παπαπέτρου

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση τόσο γι αυτό το κείμενο (το οποίο διάβασα ολόκληρο) όσο και για άλλα κείμενα. (Τα οποία δεν άντεξα να τα διαβάσω, όλα, ολόκληρα). Η παρατήρησή μου δεν έχει να κάνει τόσο με το περιεχόμενο του συγκεκριμένου και των άλλων κειμένων στα οποία κατά κανόνα, νομίζω, συμφωνώ. Έχει κυρίως να κάνει με το πνεύμα και τη γλώσσα γραφής τους. (και εδώ εξηγείται το παραπάνω “νομίζω”).

Πότε αγαπητοί ακούσατε την εργατική τάξη να κάνει πολιτική ανάλυση βασισμένη σε τσιτάτα του Μάρξ, της σχολής της Βιένης ή έστω του Λένιν; Ή πότε ακούσατε εργάτες να μιλούν με όρους όπως “ρεφορμισός”, “ρεβιζιονισμός”, “οπορτουνισμός” και πολλά ακόμα σε -ισμός, και όχι μόνο, που συναντά κανείς στα κείμενά σας;

Ο ελιτισμός (να ένα “-ισμός” και απο εμένα!!!!) δεν είναι, κατά την γνώμη μου -που είναι προφανώς ορθή-, μέρος της κομμουνιστικής-λαϊκής κουλτούρας. Η εργατική τάξη, όχι γιατί είναι ανίκανη ή ανώριμη αλλά γιατί απλώς είναι, προς το παρόν τουλάχιστον, τέτοια, μιλάει με όρους παρόμοιους με αυτούς που χρησιμοποιεί η Δεξιά ή το ΠΑΣΟΚ. Ίσως ακόμα, κομμάτι της, να μιλάει στο ύφος της πρώτης προκύρηξης της Σέχτας ή στο ύφος που συναντάμε στο δεύτερο μισό της δεύτερης προκύρηξης.

Όταν λοιπόν συναντούνται τα διάφορα, πολλά, αριστερά ρεύματα, κινήσεις, οργανώσεις κτλ και αναρωτιούνται γιατί ο κόσμος δεν τους στηρίζει ίσως θα έπρεπε απλά να κοιτάξουν τις θέσεις τους και τα κείμενα που κυκλοφορούν με στόχο τον κόσμο αυτό(;). Αν δεν σε καταλαβαίνει ο άλλος τι του λες γιατί να σε ψηφίσει; Επειδή έχεις πάει στη Σορβόνη; Καθώς διάβαζα το κείμενό σας συνειδητοποίησα πως ο μόνος λόγος που το κατάλαβα είναι το ότι δεν ανήκω στην τάξη στη οποία, υποτίθεται, πως απευθύνετε το κείμενο. Έσεις είστε σίγουρος πως ανήκετε; Αν ναι τότε είστε μειοψηφία -αν και αυτό το γνωρίζεται ήδη φαντάζομαι.

Στόχος μου δεν είναι να σας προσβάλω, άλλωστε δεν νομίζω πως εξυπηρετεί ούτε εσάς, ούτε εμένα και κυρίως ούτε την τάξη την οποία προσπαθείτε να προσεγγίσετε. Ο μόνος στόχος μου είναι να σας δώσω να μια εικόνα για το πως σας βλέπουν, μη οργανωμένοι σε παρατάξεις, άνθρωποι που διαβάζουν τα κείμενα σας. Ίσως λοιπόν θα ήταν πιο χρήσιμο για το παρόν και το άμεσο μέλλον να δώσετε στον κόσμο στον οποίο απευθύνεστε να καταλάβει τι του λέτε και ύστερα μπορείτε να ασχοληθείτε με όλα τα υπόλοιπα.

Α.Σ.

Υ.Γ. : Παρακαλώ μην πιαστείτε από το προφανές επιχείρημα: “Αφού μόνος σου λες πως δεν ανήκεις στην εργατική τάξη πως γνωρίζεις το πως μας βλέπει.” Το ότι δεν ανήκω δεν σημαίνει πως είμαι αποκομένος κάθε επαφής μαζί της.

ΑΚΕΠ είπε...

Φίλε Α.Σ.,
Οι παρατηρήσεις σου για τα κείμενά μας, αλλά και τα κείμενα άλλων οργανώσεων του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου, επειδή είναι αληθινές και λογικές, από την πλευρά που εξετάζεις το ζήτημα είναι πάρα πολύ σωστές.

Πράγματι, και εμείς αλλά κι ο υπόλοιπος ριζοσπαστικός πολιτικός χώρος, πρέπει να κατορθώσουμε να χρησιμοποιούμε και τις δύο μορφές προβολής των πολιτικών απόψεων και των πολιτικών ιδεών, αν θέλουμε, όπως ορθά τονίζεις, να γίνουμε κατανοητοί στην εργατική τάξη και τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα.

Σύμφωνα με την καθιερωμένη πολιτική ορολογία, οι δύο μορφές προβολής και διάδοσης πολιτικών απόψεων και πολιτικών ιδεών είναι η αγκιτάτσια και η προπαγάνδα.

Αγκιτάτσια είναι η μέθοδος με την οποία μεταδίδονται μία ή μόνο μερικές ιδέες με τρόπο άμεσο κι απλό σε πάρα πολλούς ανθρώπους. Π.χ. στο ζήτημα της ανεργίας, η αγκιτάτσια θα πάρει ένα γνωστό στους «πολλούς» και χτυπητό παράδειγμα –λ.χ. την αύξηση της αθλιότητας κλπ.- και χρησιμοποιώντας ένα πασίγνωστο γεγονός θα προσπαθήσει να προσφέρει στους «πολλούς» μία μόνο ιδέα και συγκεκριμένα: την ιδέα πόσο παράλογη είναι η αντίθεση ανάμεσα στην αύξηση του πλούτου και στην αύξηση της αθλιότητας, θα προσπαθήσει να ξυπνήσει στους «πολλούς» την δυσαρέσκεια και την αγανάκτηση έναντι στην κατάφορη αδικία κλπ., αφήνοντας στην προπαγάνδα την ολοκληρωμένη εξήγηση αυτής της αντίθεσης.

Προπαγάνδα είναι η μέθοδος με την οποία μεταδίδονται πολλές ιδέες σε μια περιορισμένη ομάδα ανθρώπων. Στο παραπάνω παράδειγμα για το ζήτημα της ανεργίας, η προπαγάνδα πρέπει να εξηγήσει την κεφαλαιοκρατική φύση των κρίσεων, να δείξει τους λόγους που αυτές οι κρίσεις είναι αναπόφευκτες στην καπιταλιστική κοινωνία, να δείξει την ανάγκη για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας κλπ. Με δύο λόγια πρέπει να δώσει «πολλές» ιδέες, τόσο πολλές που μόνο λίγα (σχετικά) πρόσωπα θα μπορούν μονομιάς ν’ αφομοιώσουν όλες αυτές τις ιδέες στο σύνολό τους.

Οπωσδήποτε όμως, κυρίως η αγκιτάτσια αλλά και η προπαγάνδα, πρέπει να αποφεύγουν την εκζήτηση, τον ελιτισμό και την επιτήδευση. Δεν πρέπει όμως, με το πρόσχημα της απλούστευσης, να οδηγηθούμε στην απλοϊκοποίηση και στην υποβάθμιση του πολιτικού λόγου στο επίπεδο της μαζικής υποκουλτούρας. Κάτι τέτοιο είναι εξίσου επιζήμιο -και πολλές φορές περισσότερο επιζήμιο- από τον ελιτισμό και την επιτήδευση.

Πολλοί, πολλές φορές λένε: «μιλάτε πιο απλά» κι είναι σαν να λένε: «μην μιλάτε καθόλου». Πολλοί, πολλές φορές λένε: «δεν μπορούμε να σας καταλάβουμε» κι είναι σαν να λένε: «πέστε αυτά που έχουν συνηθίσει ν’ ακούνε τ’ αυτιά μας, κι όταν πείτε αυτά που θέλουμε ν’ ακούσουμε, ίσως συμφωνήσουμε, ίσως ακολουθήσουμε».

Εμείς, σε πολλά κείμενα που έχουμε ανεβάσει στο διαδίκτυο, έχουμε επιχειρήσει να υπάρχουν ταυτόχρονα στο ίδιο κείμενο και στοιχεία αγκιτάτσιας και στοιχεία προπαγάνδας, επειδή τα μέσα που διαθέτουμε είναι ελάχιστα κι επειδή θέλουμε να δώσουμε στον αναγνώστη την δυνατότητα να ελέγξει από πολλές πλευρές τις αντιλήψεις μας, τις θεωρητικές αφετηρίες μας και τις προθέσεις μας. Άλλο βέβαια η θεωρία κι άλλο η πράξη. Γι’ αυτό και σ’ ευχαριστούμε για τις υποδείξεις σου τις οποίες θα λάβουμε σοβαρά υπ’ όψη στα επόμενα κείμενά μας.

playmo είπε...

εκτελοντας μπατσους και δημοσιογραφους εξυπηρετης τα συμφεροντα της αρχουσας ταξης? δεν πας καλα