ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

ΑΚΕΠ: Η Αριστερά και «ο όνος του Μπουριντάν»

Αντώνης Χάλαρης

Η Αριστερά και ο εν γένει ριζοσπαστικός χώρος και τα τμήματά του, βλέπουν την διάχυτη και καθολική αποφατικότητα του πληθυσμού στα μέτρα μνημονίου ΠΑΣΟΚ-ΤΡΟΪΚΑΣ, που ανατρέπουν συλλήβδην τα δικαιώματα των δυνάμεων της εργασίας. Βλέπουν, ν’ αυξάνεται αλματωδώς η ανεργία, να μειώνονται δραματικά οι μισθοί, τα ημερομίσθια, οι συντάξεις. Βλέπουν, τα μικρομεσαία στρώματα και τα μικρομεσαία αγροτικά νοικοκυριά να καθαιμάζουν και να ρημάζουν. Βλέπουν, την πλησμονή των αντικειμενικών κοινωνικών συνθηκών για τη σύσταση ενός προοδευτικού ριζοσπαστικού μαζικού κινήματος και για συντονισμένη δράση των κοινωνικών ομάδων ισχύος που πλήττονται από τη σημερινή κατάσταση.

Όμως, παρ’ όλα αυτά, αντί να καλούν, «στο όνομα των γενικών δικαιωμάτων της κοινωνίας», σε ενωτική πανστρατιά το λαό, ν’ αντιμετωπιστεί ο ολοκληρωτικός ταξικός πόλεμος που έχει κηρύξει η ελίτ του χρήματος και η πολιτική του έκφραση, προβάλουν με τρόπο απόλυτο και αδιαπραγμάτευτο τις ιδιαίτερες πολιτικές θέσεις τους σαν προϋπόθεση ενότητας και σύμπραξης, και θέτουν στα λαϊκά στρώματα μια σειρά διλήμματα, και επιλέγουν σαν τον «όνο του Μπουριντάν» «όχι ανάμεσα σε δυό δεμάτια σανό για το ποιό είναι πιο ορεκτικό, αλλά ανάμεσα σε δυό ξυλοφορτώματα ποιό είναι πιο σκληρό»: π.χ. «μέσα ή έξω από την ΕΕ», «μέσα ή έξω από τη ζώνη του ευρώ», κλπ κλπ.
Διαβάστε περισσότερα... 

Το δίλημμα του νομιναλιστή φιλοσόφου Μπουριντάν, που έμεινε στην ιστορία σαν «όνος του Μπουριντάν» -αν και έλκει την καταγωγή του από τον Αριστοτέλη- εξετάζει το ζήτημα της ελευθερίας της βούλησης, όπου: στην αδράνεια της βούλησης (αίτιο εξωτερικό) αντιπαρατίθεται το αυτεξούσιο της αδιαφορίας (αίτιο εσωτερικό), κλπ.

Όταν ο γάιδαρος του Μπουριντάν ξεπερνά την αδράνεια της «βούλησής» του -που προέρχεται από διλημματικά εξωτερικά ερεθίσματα- κι επιλέγει δεμάτι σανό, διασώζεται από την πείνα. Όταν ο υπήκοος αυτής της χώρας, ο μισθωτός, ο συνταξιούχος, ο μικρομεσαίος κλπ., ξεπερνά το διλημματικό ερώτημα «μέσα ή έξω από την ΕΕ», «μέσα ή έξω από τη ζώνη του ευρώ» κλπ. κι επιλέγει μια απ’ αυτές τις εκδοχές, καμία από τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης δεν αντιμετωπίζει: ούτε την οικονομική και κοινωνική υποβάθμιση, ούτε την ανεργία, ούτε την εξαθλίωση.

Μάλιστα, και εκείνοι που επιλέγουν «ΕΕ και ζώνη του ευρώ», και εκείνοι που επιλέγουν «έξοδο από την ΕΕ και τη ζώνη του ευρώ», συγκροτούν αντίπαλα στρατόπεδα, που αντιμάχονται το ένα το άλλο με τέτοια ένταση και με τέτοιο τρόπο, που αποκλείει κάθε συνεργασία και κάθε σύμπραξη ενάντια στο ΠΑΣΟΚ και στην «πολιτική ΠΑΣΟΚ». Έτσι, δημιουργείται σύγχυση και κλίμα αποσυσπείρωσης στα ταξικά διαρθρωμένα τμήματα του πληθυσμού που πλήττονται από τη σημερινή κατάσταση, κι εντείνεται η κοινωνική παθητικότητα και η πολιτική αδράνεια.

Όσο περισσότερο διαφαίνεται, ακόμη και δημοσκοπικά, η υποφώσκουσα ανάγκη ενός μεγάλου –και διαρκώς διογκούμενου- τμήματος του πληθυσμού, να υπάρξουν πολιτικές πρωτοβουλίες, έξω απ’ τα σημερινά κομματικά σχήματα και τις σημερινές πολιτικές και συνδικαλιστικές περιχαρακώσεις, που, με «το βουερό κέρας του κυνηγού», θα σημάνουν, στο όνομα των γενικών δικαιωμάτων της κοινωνίας, «το κυνήγι» της σημερινής εξαχρειωμένης οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, τόσο περισσότερο ο κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός αντικαπιταλιστικός πολιτικός χώρος «κοπαδοποιείται», αλληλοσπαράσσεται και προσφέρει, με τη στάση του αυτή, «καλές υπηρεσίες» στο καθεστώς.

«O Χέγκελ κάνει κάπου την παρατήρηση ότι όλα τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα και πρόσωπα παρουσιάζονται σα να λέμε δύο φορές. Ξέχασε όμως να προσθέσει: τη μια φορά σαν τραγωδία, την άλλη σαν φάρσα» (Μαρξ).

Αν τα κινήματα της περιόδου του ψυχρού πολέμου -και εκείνα που υιοθετούσαν το σύνθημα «έξω από την ΕΟΚ», και εκείνα που υιοθετούσαν την άποψη «δημοκρατικός, αντικαπιταλιστικός αγώνας μέσα στην ΕΟΚ»- παρουσιάστηκαν στο ιστορικό προσκήνιο, εκ των αποτελεσμάτων τους κι ανεξάρτητα από την ιδέα που είχαν τα ίδια για τον εαυτό τους, σαν τραγωδία, τότε σήμερα, εποχή της δομικής κρίσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και της παράλληλης κρίσης του ελληνικού και παγκόσμιου αντικαπιταλιστικού κινήματος, τα διλήμματα «μέσα ή έξω από την ΕΕ», «μέσα ή έξω από τη ζώνη του ευρώ» κλπ. αποτελούν μεταλλαγμένη παράδοση του παρελθόντος, και παρουσιάζονται αυτή την φορά, όχι σαν τραγωδία αλλά, σαν φάρσα.

Οι παροικούντες στο ριζοσπαστικό πολιτικό χώρο γνωρίζουμε ότι, η ένταξη στην ΕΕ και την ζώνη του ευρώ ήταν επιλογές του κυρίαρχου τμήματος της ελληνικής άρχουσας τάξης, και έγιναν αποδεκτές από την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Οι επιλογές αυτές της άρχουσας τάξης δεν έπεσαν από τον ουρανό, δεν συνέβησαν απλά όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είπε το «ανήκομεν εις την Δύσιν». Η στάση του Κ. Καραμανλή ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας και μιας προετοιμασίας ιδεολογικοπολιτικής και πολιτισμικής. Τώρα, το αν οι επιλογές αυτές της άρχουσας τάξης την διευκόλυναν να πετύχει τους στόχους της και να υπηρετήσει αποτελεσματικότερα τα συμφέροντά της, ή το αν συνεχίζουν οι επιλογές αυτές να την εξυπηρετούν πρακτικά, κρίνεται από το αποτέλεσμα.

Η στροφή προς την Εσπερία της εξωτερικής πολιτικής του ελληνικού κράτους συνοδοιπόρησε με τη μεγάλη στροφή που έγινε στο πεδίο της κουλτούρας, στη φιλοσοφία, στις τέχνες κλπ., και ήρθε ν’ αντικαταστήσει την αποτυχία της «Μεγάλης Ιδέας» μετά την μικρασιατική καταστροφή. Τον μεγαλο-ιδεάτικο κλασικισμό του Τσίλλερ κλπ., ακολούθησε η νεωτερικότητα του Πικιώνη και ο επαναστατικός μοντερνισμός του Παναγιωτάκου. Το «Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα, μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα, λυπητερά, πώς η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας! Είναι χυμένη από τη μουσική σας και πάει με τα δικά σας τα φτερά» του Κ. Παλαμά, τον ελληνοκεντρισμό του «Καπετάν Μιχάλη» και του «Ζορμπά» του Ν. Καζαντζάκη, το οικουμενικό δελφικό όραμα του Αγγ. Σικελιανού κλπ., αντικατέστησε σαν ελαύνουσα κοσμοαντίληψη το «Ελεύθερο πνεύμα» του Γ. Θεοτοκά (1929) –ουσιαστικά το μανιφέστο της διανόησης της «γενιάς του ’30», που τελικά επικράτησε και στεφανώθηκε με δύο Νόμπελ. Γράφει ο Σεφέρης: «Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια και μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ΄ ακουμπήσω».

Οι παροικούντες στο ριζοσπαστικό πολιτικό χώρο γνωρίζουμε ότι, όταν ο Κ. Καραμανλής υπέγραφε στο Ζάππειο τη συμφωνία ένταξης στην ΕΟΚ, ο διπολισμός στις παγκόσμιες σχέσεις και η ψυχροπολεμική εφαρμογή των συμφωνιών της Γιάλτας όριζαν τις πολιτικές συνθήκες στην Ευρώπη και τον κόσμο. Η Ελλάδα είχε μόλις απαλλαγεί από μια αμερικανοκίνητη δικτατορία και είχε υποστεί απώλεια εθνικού χώρου με τη διχοτόμηση της Κύπρου. Η κόκκινη σημαία δεν είχε ακόμη υποσταλεί από το Κρεμλίνο. Το τείχος του Βερολίνου δεν είχε πέσει και η Γερμανία ήταν ακόμη διχοτομημένη. Στην Ευρώπη, ήδη από το 1957 με τη συνθήκη της Ρώμης (μεταξύ Βελγίου, Γαλλίας, Ιταλίας, Ολλανδίας, Λουξεμβούργου, Δυτικής Γερμανίας), με τη μετέπειτα στάση του Ντε Γκωλ έναντι των ΗΠΑ, με την «οστπολιτίκ» του Βίλλυ Μπράντ, είχε εκδηλωθεί η έμπρακτη βούληση των αστικών τάξεων της Ευρώπης ν’ απαλλαγούν από την κηδεμονία των ΗΠΑ, τις συμφωνίες της Γιάλτας και τις συνέπειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ουσιαστικά, η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ ήταν το έμπρακτο βούλημα της κοσμοπολίτικης μερίδας της άρχουσας τάξης της χώρας, να εντάξει τα συμφέροντα του ελληνικού κράτους στη σφαίρα επιρροής των ευρωπαϊκών δυνάμεων που αμφισβητούσαν το διπολισμό στις παγκόσμιες σχέσεις κι επιχειρούσαν να συγκροτήσουν έναν νέο παγκόσμιο πόλο οικονομικο-πολιτικής δύναμης. Με αυτό τον τρόπο, η άρχουσα τάξη επιχειρούσε, μαζί με τα οικονομικά και πολιτικά πλεονεκτήματα της ένταξης, να εξασφαλίσει, και εσωτερική κοινωνική σταθερότητα, και τα σύνορα προς την Τουρκία (που, όπως είχε αποδείξει η πείρα, η ένταξη στο ΝΑΤΟ δεν τα εξασφάλιζε), κλπ.

Την περίοδο της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ και την δεκαετία που προηγήθηκε, είχαν αναπτυχθεί στην Ευρώπη μια σειρά κινήματα ειρήνης που αμφισβητούσαν το διπολισμό στις παγκόσμιες σχέσεις, αλλά και μια σειρά κινήματα και πολιτικές ευρωκομμουνιστικές που αμφισβητούσαν την ηγεμονία της Μόσχας στο παγκόσμιο κίνημα -άρα, τις συμφωνίες της Γιάλτας για την τύχη της Ευρώπης και του κόσμου. Σταθμός των κινημάτων αυτών ήταν ο Μάης του ’68. Στους δρόμους του Παρισιού, για να καταπνίξουν την εξέγερση, δεν κατέβηκαν μόνο οι κρατικές δυνάμεις καταστολής του Ντε Γκωλ, αλλά και οι δυνάμεις του ΚΚ Γαλλίας υπό τον Μαρσαί που βρίσκονταν τότε στην επιρροή της Μόσχας, κλπ.

«Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σα βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών» (Μαρξ).

Πράγματι, όταν π.χ. το ΚΚΕ και άλλες δυνάμεις, που βρίσκονταν στην επιρροή της Μόσχας, αγωνίζονταν για «μη ένταξη» και, κατόπιν, «για έξοδο από την ΕΟΚ», είχαν την ψευδαίσθηση ότι πραγμάτωναν την λενινιστική αντίληψη που καταγράφεται στο άρθρο «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», είχαν την ψευδαίσθηση ότι υπηρετούσαν τα συμφέροντα του λαού ενάντια στο ευρωπαϊκό κεφάλαιο. Στην πραγματικότητα, υπηρετούσαν τις συμφωνίες της Γιάλτας και τα συμφέροντα των δύο υπερδυνάμεων: πρωτογενώς της Μόσχας, και δευτερογενώς των ΗΠΑ, που ήθελαν τη διατήρηση του status quo στην Ευρώπη -κι αυτό ήταν τραγωδία.

Επίσης σαν τραγωδία στο ιστορικό προσκήνιο παρουσιάστηκαν και τα κινήματα, που έβλεπαν στην ύπαρξη της ΕΟΚ την αναγκαία συνθήκη για τη δημιουργία λαϊκών κινημάτων, ικανών ν’ ανατρέψουν πρακτικά τις συμφωνίες της Γιάλτας και να επιβάλλουν έναν «ιστορικό συμβιβασμό» κατακτώντας την πολιτική εξουσία. Στην πραγματικότητα, τα κινήματα αυτά, συνέβαλαν να παραχθούν γεγονότα status quo ante και να επιτευχθούν οι στόχοι των αστικών κεντρικών ευρωπαϊκών δυνάμεων, χωρίς να παραχθεί κανένα ουσιαστικό όφελος για την εργατική τάξη και τους λαούς της Ευρώπης.

Σήμερα, η Σοβιετική Ένωση και το σύμφωνο της Βαρσοβίας δεν υπάρχουν πια। Η ηγέτιδα δύναμη του καπιταλισμού, οι ΗΠΑ, έχουν αποστερηθεί, σχετικά και απόλυτα, πάνω από το 50% της οικονομικής και στρατιωτικής δύναμης που διέθεταν στο τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου.Η Γερμανία έχει ενοποιηθεί και επικυριαρχεί στην ΕΕ και στη ζώνη του ευρώ.Η Κίνα, από ηγέτιδα δύναμη των κινημάτων του «Τρίτου Κόσμου», είναι πλέον μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. και αποτελεί ανερχόμενο πόλο στις παγκόσμιες σχέσεις, κλπ.

Σήμερα, ο ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών κέντρων δύναμης για ανακατανομή των οικονομικο-πολιτικών σφαιρών επιρροής, που συντελείται υπό την δεσποτεία της δομικής κρίσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, έχει περάσει από τον πόλεμο επιτοκίων στον πόλεμο νομισματικών ισοτιμιών, ενώ, ο εμπορικός πόλεμος σοβεί και διαμορφώνει συνθήκες θερμοπολεμικών πολιτικών και στρατιωτικών συγκρούσεων σε αρκετές περιοχές του πλανήτη. Όλα όσα βλέπουμε να συμβαίνουν στις χώρες του Μαγκρέμπ κλπ., τον τελευταίο καιρό, αποτελούν σοβαρή ένδειξη ενάσκησης πολιτικής δυνάμεως από ιμπεριαλιστικά κέντρα για ανακατανομή ζωνών επιρροής -που αφορούν άμεσα και την Ελλάδα, αφού εμπλέκεται, πέραν των άλλων, στον καθορισμό των ΑΟΖ στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, κλπ.

Σήμερα, θέσεις του τύπου: «μέσα στην ΕΕ ευνοούνται τα λαϊκά συμφέροντα και διευκολύνεται η ενότητα των ευρωπαϊκών κινημάτων» κλπ., ή: «έξω απ’ την ΕΕ περιορίζεται η εκμετάλλευση και διευκολύνεται ο αγώνας ενάντια στην άρχουσα τάξη» κλπ., παρουσιάζονται στο ιστορικό προσκήνιο σαν φάρσα. Δημιουργούν αυταπάτες, αφού ενσωματώνουν τα λαϊκά στρώματα στις εκάστοτε επιλογές της άρχουσας τάξης, κι εξυπηρετούν, αφελώς, άλλοτε τη συμμαχική σχέση ορισμένων τμημάτων της εγχώριας αστικής τάξης με τα στρατηγικά συμφέροντα ΗΠΑ/δολαρίου, κι άλλοτε τη συμμαχική σχέση άλλων τμημάτων της εγχώριας αστικής τάξης με τα στρατηγικά συμφέροντα των κεντρικών ευρωπαϊκών δυνάμεων. Μάλιστα, εγκλωβίζουν -καταφατικά ή αποφατικά- την προοπτική του κινήματος στην κοσμοαντίληψη της «παγκοσμιοποίησης» και στις αντιφάσεις του ιδεολογικού δόγματος «σκέψου παγκόσμια, δράσε τοπικά» (που μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τις ταξικές κοινωνικές σχέσεις στις σχέσεις ιθαγένειας-υπηκοότητας, από την εθνική ιδιομορφία στον τοπικισμό, από το διεθνισμό στον κοσμοπολιτισμό και στις μεταμοντέρνες εκδοχές του πραγματισμού, κλπ).

Είναι βέβαιο, και «μέσα στην ΕΕ και τη ζώνη του ευρώ» και «έξω από την ΕΕ και από τη ζώνη του ευρώ», η εκμεταλλευτική φύση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ούτε αλλοιώνεται ούτε μεταλλάσσεται. Είναι βέβαιο, τα δημοσιονομικά προβλήματα (δημόσιο χρέος, κρίση δανεισμού κλπ.), δεν είναι απόρροια της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΕ και στη ζώνη του ευρώ, αλλά αποτέλεσμα της δομικής οικονομικής κρίσης του συστήματος. 
Είναι βέβαιο, στις σημερινές συνθήκες, οι φιλο-ευρωπαϊκές πολιτικές θέσεις ή οι αντι-ευρωπαϊκές πολιτικές αντιλήψεις δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν ποιοτικά κανένα κόμμα και κανένα κίνημα, παρά μόνο τακτικές αστικοδημοκρατικές εκδοχές της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και στις χώρες της Ευρώπης.

Άλλωστε, ο αγώνας ενάντια στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ενάντια στα μέτρα του μνημονίου ΠΑΣΟΚ-ΤΡΟΪΚΑΣ, είναι αγώνας ενιαίος, ενάντια και στην ελληνική ολιγαρχία, και στο ευρωπαϊκό και αμερικάνικο πολυεθνικό κεφάλαιο. Άλλωστε, το ΠΑΣΟΚ, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, προσωποποιεί και υπηρετεί οικονομικά ταξικά συμφέροντα. Προσωποποιεί και υπηρετεί κοινωνικές ταξικές σχέσεις, όμοιες ποιοτικά με αυτές προσωποποιούν και υπηρετούν τα πολιτικά κόμματα ΝΔ και ΛΑΟΣ. Ο αγώνας για την ανατροπή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, είναι αγώνας για την ανατροπή της πολιτικής που ασκεί το ΠΑΣΟΚ, είναι αγώνας ενάντια στα οικονομικά ταξικά συμφέροντα και στις κοινωνικές ταξικές σχέσεις που υπηρετεί αυτή η πολιτική. Ο αγώνας για την ανατροπή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ ταυτίζεται με τον αγώνα για την ανατροπή της «πολιτικής ΠΑΣΟΚ». Όποιοι ισχυρίζονται ότι μπορεί ν’ ανατραπεί η «πολιτική ΠΑΣΟΚ» χωρίς ν’ ανατραπεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, όχι μόνο παραλογίζονται, αλλά στηρίζουν τα συμφέροντα που υπηρετεί αυτή η πολιτική…
Σήμερα, εκείνο που επείγει είναι να προπαγανδιστεί άμεσα κι όσο το δυνατό πλατύτερα και με μεγαλύτερη ένταση, και να γίνει συνείδηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων πως, χωρίς την ύπαρξη μαζικού ταξικού λαϊκού κινήματος είναι αδύνατον να εκπροσωπηθούν και να υπηρετηθούν αποτελεσματικά τα λαϊκά συμφέροντα (και σε περιόδους οικονομικής κρίσης και σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης, και μέσα στην ΕΕ κι έξω απ’ την ΕΕ, και με ευρώ και χωρίς ευρώ, κλπ), είναι αδύνατον να προκύψουν συνθήκες για ένα καλύτερο παρόν κι ένα ελπιδοφόρο μέλλον.

Η ξεκάθαρη θέση του ΑΚΕΠ, για την αντιμετώπιση της σημερινής πολιτικής συγκυρίας, είναι:
Α) Η διαρκώς εντεινόμενη αγανάκτηση του λαού, στη σημερινή οικονομική, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, για να παράξει ρεαλιστικό αποτέλεσμα, πρέπει να υπάρξουν πολιτικές πρωτοβουλίες, που θα υπερβαίνουν τα σημερινά κομματικά σχήματα και τις σημερινές συνδικαλιστικές περιχαρακώσεις, που θα δίνουν νόημα και προοπτική στον αγώνα ενάντια στην καταστροφή που μας απειλεί, που θ’ ανατρέψουν την απαισιοδοξία και το αίσθημα της ματαιότητας του αγώνα για ένα καλύτερο, για ένα ελπιδοφόρο μέλλον, που θα δώσουν την δυνατότητα σε κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνα, ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση, να ενεργοποιηθεί και να συμβάλει στον κοινό αγώνα για το κοινό συμφέρον.
Β) Στη σημερινή πολιτική συγκυρία, οι διαφορετικές προσεγγίσεις του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου στα ζητούμενα και στα «δια ταύτα» του κινήματος, στα ζητούμενα και στα «δια ταύτα» της αντιμετώπισης της καταστροφής που απειλεί τους μισθοσυντήρητους και τα λαϊκά στρώματα, το σύνθημα ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ, ο αγώνας για την ανατροπή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ο αγώνας για την ανατροπή του μνημονίου ΠΑΣΟΚ-ΤΡΟΪΚΑΣ κλπ., υπερβαίνει τις διαφορετικές προσεγγίσεις πάνω στα προβλήματα της συγκυρίας και λειτουργεί ενοποιητικά, επειδή εμπεριέχει την κύρια πλευρά της κύριας αντίθεσης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής με τις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις, επειδή δίνει κατεύθυνση στην αυθόρμητη αρνητικότητα του λαού ως προς τις συνθήκες ύπαρξής του, επειδή υπονοεί μορφικά το περιεχόμενο της ταξικής συνείδησης που ετοιμάζεται να αναφανεί. Σήμερα, στις συνθήκες ανωριμότητας του υποκειμενικού παράγοντα, στις συνθήκες πολυδιάσπασης του αντικαπιταλιστικού ριζοσπαστικού χώρου, το σύνθημα ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ οφείλει να γίνει ιαχή ταξικού πολέμου, κάλεσμα αγωνιστικής ενότητας των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού. Σύνθημα μάχης.
Γ) Το αίτημα ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ αποτελεί τακτική πολιτική πρόταση, που εστιάζει στην κυρίαρχη αντίθεση της σημερινής πολιτικο-οικονομικής συγκυρίας. Στον ένα πόλο της αντίθεσης βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ, οι συμμαχίες του και τα ταξικά πολιτικο-οικονομικά συμφέροντα που υπηρετεί η σημερινή πολιτική πρακτική του. Στον άλλο πόλο της αντίθεσης βρίσκονται η εργατική τάξη, οι μισθοσυντήρητοι και τα λαϊκά στρώματα, καθώς και τμήματα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, που δεν ανήκουν στην εργατική τάξη αλλά πλήττονται καθοριστικά από τα μέτρα ΠΑΣΟΚ-ΔΝΤ-ΕΕ. Έτσι, το αίτημα ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ, αν προβληθεί και προπαγανδιστεί κεντρικά, θα διαμορφώσει τακτικά τη στρατηγική διάταξη των κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης -που σήμερα είναι εγκλωβισμένη στα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα ή απέχει από την πολιτική- με τα στρώματα και τις κατηγορίες του πληθυσμού που πλήττονται από τα μέτρα του ΠΑΣΟΚ και τη σημερινή πολιτικο-οικονομική συγκυρία. Έτσι, θα δημιουργηθούν οι υποκειμενικές συνθήκες ενός ρωμαλέου αντικαπιταλιστικού κοινωνικού κινήματος, που θα επιβάλει και θα καθορίσει τις πολιτικές εξελίξεις προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού. Έτσι, θα συγκροτηθεί η ηγεμονική δύναμη, δηλαδή η ταξική πολιτική συνείδηση, με όρους πρακτικά συνεκτικούς στο εποικοδόμημα, και θα καλυφθεί, με όρους μαζικού κινήματος, το πολιτικό κενό εκπροσώπησης των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό.

Πρωτοβουλίες όπως αυτές, της συλλογικότητας του «Πολιτικού Καφενείου», της «Σπίθας» του Μίκη Θεοδωράκη και, ιδίως, του «Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής» του σ. Α. Αλαβάνου, αποτελούν ελπιδοφόρα ένδειξη ότι το ιστορικά νέο, το ακατανίκητο, ετοιμάζεται σύντομα ν’ αναφανεί στο εποικοδόμημα. Το «ιδίως», δεν αφορά μόνο τις προσωπικές πολιτικές ιδιότητες του σ. Α. Αλαβάνου, αλλά αφορά πρωτίστως την κεντρική πολιτική του κατεύθυνση στη συγκυρία. Το «ΜΑΑ-Α. Αλαβάνος», για την κινητοποίηση στις 23/2/2011, δήλωσε: «Το αίτημα που μπορεί να πολιτικοποιήσει, να ενοποιήσει, να βαθύνει τους αγώνες είναι: Να πέσει τώρα η κυβέρνηση Παπανδρέου», κλπ.

Ας εκφράσουμε, με τα λόγια του Ένγκελς, την ελπίδα που αναφύεται μέσ' από την καταχνιά της σημερινής συγκυρίας: «Πάνω στα θεμέλια των μεγάλων ιδεών της εποχής αναφύονται μικρά και μεγάλα πολιτικά εποικοδομήματα, όλα τ’ άλλα ξεφτίζουν, τα αισθηματικά τραγουδάκια μένουν χωρίς ακροατές, και το βουερό κέρας του κυνηγού περιμένει εκείνον που θα σημάνει το κυνήγι των τυράννων».

Αντώνης Π. Χάλαρης

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ποια εργατική τάξη βρε παιδιά;...
Δεν υπάρχει πια.

Τα ανώτερα στρώματά της, η "αριστοκρατική υπαλληλία", τα στελέχη, έγιναν συναυτουργοί στην παγκοσμιοποίηση, τα καλύτερα τσουτσέκια του κεφαλαίου.

Τα χαμηλότερα στρώματα της, οι χειρώνακτες, εξαλείφθηκαν στην Ευρώπη. Αντικαταστάθηκαν από τους λάθρο, που η Αριστερά εθνοπροδοτικά αγκάλιασε για να δημιουργήσει νέο επαναστατικό υποκείμενο. Ή οι θέσεις εργασίας τους πήγαν στην Κίνα.
Πάπαλα. Κάνετε αναλύσεις με ιστορικούς όρους του 1880.έχουν περάσει 130 χρόνια .

Οι ώριμοι άνθρωποι γνωρίζουν ότι η εργατική τάξη είναι ανάξια να κυβερνήσει. Αν ο εργάτης είχε τα προσόντα δεν θα ήταν εργάτης, θα ήταν κεφαλαιούχος. Βλέπε πόσοι παλιοί "κομμουνιστές" έγιναν "νέο χρήμα".

Κι αν ελπίζετε στον πάμπλουτο Αλαβάνο ...χαχαχαχαχαχα

Ανώνυμος είπε...

"Εθνοπροδοτικά"???? Ο χωρισμός σε έθνη είναι ιδεολόγημα της αστικής τάξης. Εσύ τι είσαι και το χρησιμοποιείς εδώ? Φασίστας? Προφανώς είσαι φασίστας αφού μιλάς για "λαθρό" και προδότες αριστερούς, και για εργατική τάξη που είναι ανάξια να κυβερνήσει τον εαυτό της.
Ε λοιπόν οι επαναστάτες θεωρούν τους μετανάστες ισότιμο τμήμα της εργατιάς και είναι πολύ περήφανοι που προδίδουν την αστική τάξη.
Και όσο για το αν η εργατική τάξη είναι άξια να κυβερνήσει αυτό θα το κρίνει η ιστορία και όχι ένας βολεμένος φασίστας στα χρόνια του καπιταλισμού.