ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Λόγος-Γλώσσα-Μουσική και καθαρή ποίηση

(Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, τεύχος 193)
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

ΛΟΓΟΣ – ΓΛΩΣΣΑ – ΜΟΥΣΙΚΗ
και καθαρή ποίηση

της Μαρίας Λαέρτη

Μια μέρα είπε ο Ντεγκά στον Μαλλαρμέ: «το επάγγελμά σας είναι κόλαση, δεν κατορθώνω να κάνω αυτό που θέλω κι όμως είμαι γεμάτος ιδέες».
Κι ο Μαλλαρμέ του ανταποκρίθηκε: «Οι στίχοι, αγαπητέ μου Ντεγκά, δεν γίνονται με ιδέες αλλά με λέξεις».(1)

Ο Μαλλαρμέ όταν λέει λέξεις, όπως είναι γνωστό, δίνει το βάρος στους ήχους των λέξεων, στη μουσικότητά τους.

«Ο Μαλλαρμέ είχε δίκιο» επικροτεί ο Βαλερύ. Και διευκρινίζει: «Ο ποιητής όμως δεν διαθέτει τα τεράστια πλεονεκτήματα του μουσικού. Δεν έχει μπροστά του έτοιμο, για μια περίτεχνη χρήση, ένα σύνολο από μέσα δημιουργημένα επίτηδες για την τέχνη του. Πρέπει να δανειστεί τη γλώσσα –τη δημόσια φωνή, μια συλλογή από όρους και κανόνες, παραδοσιακούς και ά-λογους, οι οποίοι δημιουργήθηκαν και διαμορφώθηκαν περίεργα, και ακούγονται και προφέρονται με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά. Στην ποίηση δεν υπάρχει ο φυσικός να καθορίσει τις σχέσεις αυτών των στοιχείων, ούτε η διαπασών, ούτε οι μετρονόμοι, ούτε οι δημιουργοί της κλίμακας, ούτε οι θεωρητικοί της αρμονίας. Αντίθετα υπάρχουν οι φωνητικές και σημαντικές διακυμάνσεις του λεξιλογίου. Τίποτα το καθαρό».(2)

Ας προσπαθήσουμε τώρα να διαβάσουμε την παραπάνω διατύπωση αντίστροφα: Η γλώσσα –η δημόσια φωνή, ο λόγος δηλαδή, ακάθαρτος ως εμπειρικό δημιούργημα πρακτικού προορισμού, δεν είναι το κατάλληλο μέσο –αντίθετα απ’ το αντίστοιχο (ενν. συνολικό μέσο) της μουσικής- για ν’ αποδώσει τους καθαρούς ήχους της ποίησης. Τούτη η πρόταση δε μπορεί να διεκδικήσει αξιωματικό δικαίωμα γιατί: στηρίζει τη συλλογιστική της στον αναιρετικό άξονα σύγκρισης δύο τεχνών που είναι διάφορες μεταξύ τους· κι ακόμα περισσότερο γιατί: το κρινόμενο ως μη κατάλληλο –αλλά οπωσδήποτε υποτιμώμενο- μέσο, ο λόγος, είναι το μόνο μέσο της ποίησης.

Το ποιητικό μέσο είναι ο λόγος. Κι εννοείται πως ο λόγος δεν είναι tabula rasa, ο καθένας όμως καταλαβαίνει τη διαφορά μεταξύ καθημερινού και ποιητικού λόγου. Το πλήθος των όρων που, αποποιούμενο την καθημερινή λειτουργία του, αναγεννάται μέσα στον ποιητικό λόγο και συγκροτεί αυτό που λέμε ποιητικό όργανο. Το πολυσήμαντο και διαρκώς εξελισσόμενο ποιητικό όργανο που προόρισται να απευθύνεται όχι μόνο στο αφτί, αλλά σε όλο το εύρος του νοητικού και συγκινησιακού μηχανισμού του παραλήπτη. Που δεν γνωρίζουμε αν είναι «χυδαίας καταγωγής», γνωρίζουμε όμως το μέγεθος της αξίας του απ’ το αποτέλεσμα· χωρίς την ποίηση «ο βίος αβίωτος γίγνοιτ’ αν παράπαν». Ένα πλήθος όρων λοιπόν, αδιάφορο στην καθημερινή χρήση του λόγου, μεταμορφώνεται και διαμορφώνει τον ποιητικό λόγο, το ύφος του. Οι αναβαπτισμένες λέξεις, η ιδιαίτερη χρήση των σχημάτων του λόγου, η συμβολική του σύνθεση, η στιχοποιία του, καθώς κι ένα υποσύνολο παραγόντων οργανικής σημασίας με χαρακτήρα ζωογονητικό. Ένας γλωσσικός μικρόκοσμος –ο τονισμός, η χρονική ποσότητα των συλλαβών, η ηχητική διάρθρωση και συσχέτιση των λέξεων- έτοιμος να πάρει τη θέση του στη μουσική κλίμακα του ποιητικού λόγου, έτοιμος να του δώσει τον τόνο. Το ιδιαίτερο αίσθημά του που σφύζει στο ύφος και χορδίζεται στο τονικό ύψος της ψυχικής διάθεσης, της λάβας σα να λέμε, που ξεχύνεται απ’ τον κρατήρα της ψυχής. Που μετά από χίλιες δυο εσωτερικές διεργασίες βγαίνει λιωμένη στην επιφάνεια. Με τρόπο απόλυτα φυσικό.

Ναι, με τρόπο απόλυτα φυσικό. Αλλοίμονο αν ο ποιητής έπρεπε να’ ναι πρώτα γλωσσολόγος για να γράψει το ποίημα. Δεν χρειάζεται παρά ένα μολύβι κι ένα χαρτί, τα υπόλοιπα είναι άλλ’ ιστορία. Ας επιμείνουμε όμως λίγο ακόμη στους «καθαρούς ήχους» πάντα σε σχέση με την ποίηση, γιατί δε μπορούμε να μην επισημάνουμε μια φιλοσοφικής τάξης μετάθεση που κάνει πάνω στον όρο ο Βαλερύ. Ο ίδιος γράφει: «Το ποίημά μου «Θαλασσινό κοιμητήρι» (Le cimetière Marin), άρχισε μέσα από κάποιο ρυθμό του γαλλικού δεκασύλλαβου, διηρεμένου σε δύο ημιστίχια των τεσσάρων και έξι συλλαβών. Δεν είχα ακόμη σκεφτεί κάτι που θα γέμιζε αυτή τη φόρμα. Σιγά-σιγά λέξεις ασύνδετες σταθεροποιούνταν, καθορίζοντας σταδιακά το θέμα, και μου επιβλήθηκε μια εργασία, μια μακρόχρονη εργασία».(3)

Να μας συγχωρεί ο Βαλερύ αλλά δε βλέπουμε ότι έτσι ακριβώς μπορεί ν’ αποδοθούν καθαροί ήχοι. Το ποίημα δεν είναι απλώς προϊόν μακράς κι επίπονης διανοητικής εργασίας. Εντούτοις ο γνησιότερος και πιο διαυγής αγωγός των ήχων: η «μανία που εμπνέουν οι Μούσες», η έμπνευση, από το παραπάνω παράδειγμα –μοντέλο γραφής απουσιάζει ή έχει τόσο αδύναμη παρουσία που είναι σαν ν’ απουσιάζει. Η περιγραφή περιορίζεται σε μια αμιγώς κατασκευαστική διαδικασία και μάλιστα, με την σποραδική προσθήκη μεμονωμένου λεκτικού υλικού. Οι ήχοι όμως της ποίησης δεν βγαίνουν μόνο από κάποιες «καλοκουρδισμένες» λέξεις «καλοτεντωμένες» μέσα σε κάποια φόρμα, αλλά κι από την κίνησή τους στο συνολικό χορό των λέξεων, κι από τα σχήματα του λόγου, από τις εικόνες, κι από την ένταση των εικόνων… Στην εναντιότητα λοιπόν λόγου – ήχου όταν αυτή εμφανίζεται σ’ ένα σύνολο: σ’ ένα ποίημα ή σε μια σύνθεση ποιητική, σηματοδοτείται, κατά τη γνώμη μας, η ύπαρξη μιας άλλης εναντιότητας εσωτερικής ή δυσλειτουργίας (π.χ. ελλειματική αφομοίωση κάποιου αισθήματος έχει ρηκτική συνέπεια στη δομή).

«Αλλά θα σας θύμιζα, πρώτα, πως η μουσική της ποίησης δεν είναι κάτι που υπάρχει χωριστά απ’ το νόημα. Αλλιώς, θα μπορούσαμε νάχουμε ποίηση μεγάλης μουσικής ομορφιάς χωρίς νόημα, και ποτέ δε συνάντησα τέτοια ποίηση. Οι φαινομενικές εξαιρέσεις δείχνουν μόνο μια διαφορά βαθμού: υπάρχουν ποιήματα που μας συγκινούν με τη μουσική και παίρνουμε το νόημα σα δεδομένο, όμοια καθώς υπάρχουν ποιήματα που παρακολουθούμε το νόημά τους και μας συγκινεί η μουσική τους χωρίς να την προσέχουμε» ξεκαθαρίζει ο Έλιοτ.(4) Και στις τρείς προτάσεις υπογραμμίζουμε τη λέξη: νόημα.

«Το γλωσσικό σημείο δεν ενώνει ένα πράγμα κι ένα όνομα, αλλά μια έννοια και μια εικόνα ακουστική» παρατηρεί ο Σωσσύρ. Υπογραμμίζουμε τη λέξη: έννοια.

Ο Αλεξάντερ Πόουπ: «Ο ήχος πρέπει να φαίνεται σαν ηχώ του νοήματος». Υπογραμμίζουμε τη λέξη: νοήματος.

Στο «υπόγειο νοηματικό ρεύμα» αναφέρεται και ο Πόε. Υπογραμμίζουμε τη λέξη: νοηματικό.

Όλα τα δάχτυλα δείχνουν στο αδιαίρετο λόγου – νοήματος, μια και ο ήχος στην ποίηση έχει να κάνει με τον λόγο, και κατ’ επέκταση στο αδιαίρετο ποιήματος – νοήματος. Ή στο απλό, απλούστατο: άλλο ποίηση, άλλο μουσική. Κανείς όμως δεν λέει πως η μουσική δεν είναι εδώ.

Η τέλεια μουσική κοιμάται στο όνειρο της ποίησης. Μα είναι πάντα πρόθυμη να ξυπνήσει μ’ ένα αληθινό φιλί. Κάθε αίσθηση ρυθμού, σε διαλεκτική σχέση μέσα και με την Ιδέα, κάνει τον θεμελιακό της ρόλο στην αισθητοποίηση της μορφής. Αναζητώντας μέσα στους ήχους τους πιο κατάλληλους και βγάζοντας ήχους, στην αρχή δυσκολοξεχώριστους ίσως και συχνά επαναλαμβανόμενους, αισθητοποιείται μαζί της. Ενσωματώνεται στη μορφή. Με σφυγμούς, παλμούς και χτύπους ως την αποτύπωσή της στο λόγο. Τώρα, αν ο ποιητής κατορθώσει την ενότητα, αν θα δώσει σώμα και ψυχή στο ποίημα να υπάρξει: ολοκληρωμένος ζωντανός οργανισμός, αυτό είναι άλλη δουλειά. Εξαρτάται από την ικανότητα του ποιητή. Η δύναμη του ποιητικού πομπού είναι ανάλογη με τη δύναμη του ποιητικού δέκτη (του ίδιου του ποιητή φυσικά). Γι’ αυτό και η αληθινή ποίηση αναδύεται ολόκληρη απ’ τα βαθιά. Ξεδιπλώνει μέσα απ’ το λόγο όλους τους ήχους της, τους ρυθμούς της, τις αρμονίες της, τις δυσαρμονίες της πολλές φορές, τα σχήματά της, τις εικόνες της, την όλη αρχιτεκτονική της. Τον ίδιο το λόγο της. Και το νόημα της ύπαρξής της. Όν κανονικό, που ορίζει μια τόσο εξελιγμένη όσο και αρχέγονη συγκινησιακή γλώσσα που εμείς καλούμε: ποιητική γλώσσα. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζουμε και την μεταμόρφωση του λόγου σε ποιητική γλώσσα. Η ποιητική γλώσσα εμπεριέχει την μουσική ή αλλιώς: η μουσική κυλά στο σώμα της ποίησης. Κάποιοι, βέβαια, δεν συμφωνούν και κατά καιρούς ακρωτηριάζουν κάποιο «μέλος» του σώματός της, το απομονώνουν κι αρχίζουν να το εξετάζουν με το μικροσκόπιο. Καμιά αντίρρηση. Η ποίηση όμως ούτε ηχεί ούτε τραγουδά μηχανικά. Γι’ αυτό κι ο ποιητής δεν είναι γεννημένος ν’ ακολουθεί ένα κοπάδι σε μια συγκεκριμένη διαδρομή, αλλά για ν’ αναζητεί τα δικά του μονοπάτια προς το δικό του ξέφωτο, το δικό του βράχο.

Η ποίηση συχνά θα γέρνει προς τη μουσική όπως ο Νάρκισσος πάνω από το είδωλό του στο νερό. Πράγματι, υπάρχουν μουσικές που, αν και εξαίσιες, μας μεταφέρουν μια θολή εικόνα της μορφής τους, σαν ιδωμένη στ’ αδιάφανα νερά μιας λίμνης. Μιας μορφής κλεισμένης στον εαυτό της, απρόσιτης, σαν να μην θέλει κανένας να την κάνει δική του. Μουσικές μιας ποίησης σα φευγαλέας, σαν από θρυμματισμένο όνειρο ή κομμάτι μιας σπασμένης πολύτιμης αλήθειας. Υπάρχουν όμως κι άλλες μουσικές, που σμίγουν στους ήχους τους χιλιάδες φωνές, μουσικές σαν γνώριμες, που’ ρχοντ’ απ’ τα βάθη μιας αλήθειας πλατύτερης, που σπάν από αίσθημα και ριγούν από συγκίνηση. Μουσικές μιας ποίησης, μιας ώρας και μιας γλώσσας ώριμης, που το κελάδημά της συντονίζεται στον βαθύτερο ρυθμό του κόσμου. Ο Πόε στο « Γράμμα στον Β. (Για τους Ποιητές και την Ποίηση)» γράφει: «Η μουσική, όταν συνδυάζεται με μια ευχάριστη ιδέα, είναι ποίηση· η μουσική χωρίς την ιδέα είναι μονάχα μουσική· η ιδέα χωρίς τη μουσική είναι πεζός λόγος με την πιο οριστική του έννοια».(5)

Ξαναβρίσκουμε την «ευχάριστη ιδέα» λ.χ. της «Άναμπελ Λη» του Πόε, σε δεκάδες ποιήματα γραμμένα πριν και μετά απ’ αυτήν. Αναφέρουμε ‘δω το «Lay» (Ροντό) του Βιγιόν, δοσμένο τέσσερις αιώνες πριν από την «Άναμπελ Λη». Αφαιρετικά η ιδέα (για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο όπως θέλει ο Πόε): το ανυπέρβλητο γεγονός του θανάτου, η απώλεια του αγαπημένου κι αναντικατάστατου προσώπου: λιωμένη μέσα στο είναι και των δυο ποιητών κινείται τέλεια φυσικά κι αρμονικά σ’ όλες τις στρογγυλάδες και τις κορώνες μιας ποιητικής γλώσσας, διαφορετικά «σμιλεμένη» στον καθένα, που το τραγούδι της μπορεί να περνάει στις φλέβες των άλλων ανθρώπων και να τους συγκινεί.

Αν παίρναμε αφορμή απ’ αυτά τα δυο ποιήματα για να θέσουμε μεταφορικά (κι εντελώς σχηματικά) την εξίσωση της ποίησης, στη θέση της σταθεράς θα ‘μπαινε η ιδέα ως αλήθεια γενικού ενδιαφέροντος, στη θέση της εξαρτημένης μεταβλητής: τα ποιητικά μέσα του κάθε ποιητή, στη θέση της ανεξάρτητης μεταβλητής: ο παράγοντας χωροχρόνος, που θα μας έδιναν την αισθητική τιμή του ποιήματος ως ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ που αφορά τον άνθρωπο.

Πραγματικά, «είναι ο σκληρός νόμος της Λογοτεχνίας: ό,τι αξίζει μόνο για τον έναν δεν αξίζει τίποτε», σ’ αυτό έχει απόλυτο δίκιο ο Βαλερύ. Η ποίηση αυτοκατηγορείται μόνον ως προς την αξία της και πάντα σε σχέση με τα ανθρώπινα ενδιαφέροντα και τις βαθύτερες ανθρώπινες ανάγκες. Ζωντανή απόδειξη οι μεγάλες ποιητικές συνθέσεις των κλασικών ή δραματικών τόνων, αλλά και τα μελωδικά ή θρηνητικά ποιητικά πετράδια, που μπορεί το μέρος της γλώσσας τους που αφορά στο λόγο να ‘χει ξεπεραστεί, απολιθωθεί, ακόμη κι απονεκρωθεί, ο ζωοδότης όμως πυρήνας της ποιητικής γλώσσας, που ευδοκιμεί στην αλήθεια της συγκίνησης, παραμένει αλώβητος και μας προσφέρει μέχρι σήμερα το ακριβότερο δώρο. Ο Όμηρος, οι μεγάλοι τραγικοί, ο Βιργίλιος, ο Δάντης, ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε και τόσοι άλλοι –κι ευτυχώς που δεν μας άφησαν από κάποιους στίχους μόνο- εξακολουθούν να είναι το πιο πολύτιμο, ίσως, κομμάτι της ζωής μας. Ars longa, vita brevis.

Λέει κάπου ο Παλαμάς: «Από ένα ζίζηκα τραγουδιστή ζητάτε γνώμη; Δεν ξέρω τίποτε απ’ αυτά· δεν μου φτάνει η ζωή για να δώσω τύπο αρμονικό στους ήχους που έχω μέσα μου. Έναν παρά δε δίνω για τον κόσμο. Μα κι ο ζίζηκας καμιά φορά το καλοκαίρι, στα φύλλα της ελιάς κρυμμένος, ζη ολόκοντα στη θάλασσα. Και τότε περνάει μεσ’ στο τραγουδάκι του ο βόγγος όλης της θάλασσας».

Μαρία Λαέρτη

Σημειώσεις:
(1)Paul Valery, Ποίηση και αφηρημένη σκέψη – Η καθαρή ποίηση, μετάφρ. Χρ. Λιοντάκης, εκδ. Πλέθρον 1980, σελ. 50.
(2)Το ίδιο, σελ .56-57
(3)Το ίδιο, σελ. 77-78
(4)Τ. Σ. Έλιοτ, εφτά δοκίμια ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ, μετ. Μ. Λαϊνά, εκδ. ΚΛΕΨΥΔΡΑ 1971, σελ. 22
(5)Πόε, Τόμος Α, μετ. Στ. Μπεκατώρος, εκδ. Πλέθρον 1991, σελ. 159



Δεν υπάρχουν σχόλια: