Επιτελείται από τις «Μεγάλες
Δυνάμεις», από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα δύναμης, ανακατανομή σφαιρών
επιρροής με ψυχρά και θερμά πολιτικά μέσα (πόλεμος νομισματικών ισοτιμιών και
επιτοκίων, εμπορικός πόλεμος, περιφερειακές στρατιωτικές
συγκρούσεις βλ. «ουκρανικό», «μεσανατολικό» κλπ. κλπ.).
Οι χώρες-πόλοι του
συστήματος (υπαρκτοί ή δυνητικοί) διαγκωνίζονται για την κατάληψη
ευνοϊκότερης θέσης στον μεταξύ τους οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό
ανταγωνισμό, φροντίζοντας -προς το παρόν και κατά το δυνατόν- να εξασφαλίζουν την
συναίνεση ή ανοχή των –ευρισκόμενων πάντως σε κατάσταση «επιβραδύνουσας καθηγεμόνευσης»- Η.Π.Α.
Χώρες μικρότερης οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος, ανάλογα με την θέση τους στον παγκόσμιο καταμερισμό, τις γεωστρατηγικές τους ιδιαιτερότητες κλπ., τείνουν να ομαδοποιούνται σε περιφερειακά υποσυστήματα γύρω από κάποιον ή κάποιους πόλους, διαπραγματευόμενες ή εξαναγκαζόμενες για την ένταξή τους αυτή.
- Η de facto ανισχυροποίηση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου,
- η υποβάθμιση διεθνών και υπερεθνικών οργανισμών όπως αυτοί διαμορφώθηκαν κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και μεταψυχροπολεμικά καθώς και η σταδιακή υποκατάστασή τους από άλλα διεθνή fora,
- η απροσχημάτιστη εφαρμογή των δογμάτων του πραγματισμού-ωφελιμισμού στις σχέσεις μεταξύ των κρατών αλλά και μεταξύ των κατηγοριών του πληθυσμού στο εσωτερικό των χωρών,
επιφέρουν αναπόφευκτα περιορισμό έως και αναίρεση των κυριαρχικών
δικαιωμάτων εθνών, λαών και κυβερνήσεων, εγκυμονώντας σοβαρούς κινδύνους ιδιαίτερα
για χώρες που βρίσκονται σε κομβικά από στρατηγική άποψη σημεία του πλανήτη και
κατά συνέπεια βρίσκονται στο στόχαστρο πολλών ισχυρών (βλ. πχ «Ελλάδα των
μνημονίων» κλπ).
Το «του κρείττονος
συμφέρον» και η προσπάθεια έμπρακτης επιβολής του από τις εθνικοκρατικές
συγκροτήσεις των κυρίαρχων τάξεων -τόσο στις αναμεταξύ τους σχέσεις στο
«εξωτερικό», όσο και επί των υποτελών τάξεων στο «εσωτερικό»- καθίστανται,
εμφανώς ή συγκεκαλυμμένα, αυταξία του Νεοσυντηρητισμού.
Στην ενατενιστική αναγωγή του οράματος, της επιθυμίας και
της ανάγκης των λαών, στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο, για ειρήνη, ασφάλεια
και ευημερία, σμιλεύτηκαν, από την ιντελιγκέντσια των κυρίαρχων κύκλων ισχυρών
οικονομικά δυνάμεων(πχ της Ευρωζώνης), συγχρονικά, συνεκδοχικά και μεταμοντέρνα
συστήματα όρων και συμβόλων, στα οποία επιδαψίλευσαν χαρακτηριστικά «φιλοσοφικής
λίθου» ευμάρειας, σταθερότητας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων κλπ., επικαλύπτοντας μετωνυμικά
τις νεοσυντηρητικές οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές ιδιότητές τους.
Οι πολιτικοί και ιδεολογικοί εκπρόσωποι του
Νεοσυντηρητισμού:
- Μετονόμασαν και παρουσίασαν την αποστέρηση βαθμών
ελευθερίας από έθνη, λαούς και κυβερνήσεις -ενίοτε με την άσκηση ωμής
οικονομικής ή και στρατιωτικής βίας- ως τη μοναδική, δήθεν, εναλλακτική εκδοχή επιβίωσης στο
σημερινό άναρχο, ηθικά αδιάφορο και ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον (μια
εφιαλτική υπενθύμιση του θουκυδίδειου «δίκαια
από της ίσης ανάγκης κρίνεται»).
- Μετονόμασαν και παρουσίασαν τις διακρατικές
συμφωνίες των ηγετικών τάξεων ισχυρών εθνών και ιμπεριαλιστικών
κυβερνήσεων, όπως αυτές αποτυπώνονται στις κατά το δοκούν αποφάσεις διεθνών
οργανισμών (OHE, G7, ΟΟΣΑ, ΔΝΤ, Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, ΠΟΕ, ΕΕ, Ευρωζώνη κλπ.), ως
αποφάσεις, δήθεν, απρόσωπων
υπερεθνικών ορθολογικών και τεχνοκρατικών κύκλων μιας «παγκοσμιοποιημένης» (βλ.
κοσμοπολίτικης) οικονομίας… αποφάσεις, μάλιστα, τις οποίες τα Κράτη-έθνη και οι
λαοί οφείλουν να ακολουθούν «τυφλά» προς όφελος, δήθεν, της ανταγωνιστικότητας, της προόδου και της ειρήνης.
- Μετονόμασαν και παρουσίασαν το φαουστικό «Δίκαιο της
Ισχύος» (οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής) ως «Δίκαιο της Ανάπτυξης»
-μιας επίπλαστης όμως και φαινομενικής ανάπτυξης που καθαγιάζει, ηθικοποιεί και
εξωραΐζει την χρησιμοθηρία, την κοινωνική ανισότητα και την κοινωνική αδικία, με
άλλοθι την αναγκαιότητα που απορρέει, δήθεν,
από τις νέες οικονομικές μορφές και τις νέες τεχνοδομές.
Τα ιδεολογήματα και τα προγράμματα νεοσυντηρητικών
κομμάτων επιχειρούν να διαμορφώσουν μία εικονική πραγματικότητα: τη λαϊκιστική
ψευδαίσθηση ότι τα ετερογενή και αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα του
οικονομικο-κοινωνικά και ταξικά διαρθρωμένου λαού ταυτίζονται.
Η «οικονομική μεγέθυνση» -που
στηρίζεται στην υπερεκμετάλλευση των δυνάμεων της εργασίας και στην βίαιη
απόσυρση κοινωνικών κατακτήσεων- παρουσιάζεται ως «ανάπτυξη»ρεαλιστική, δίκαιη
και ηθική, ως «Λυδία λίθος» και πανάκεια για την αντιμετώπιση κάθε οικονομικού,
κοινωνικού και πολιτικού προβλήματος. Η δε εντεινόμενη προσοδοθηρία της
οικονομικής ολιγαρχίας και ο ιδιωφελής, αντιαναπτυξιακός, αντιπαραγωγικός υπερπλουτισμός
της, παρουσιάζονται ως επιτεύγματα εκσυγχρονισμού και προοδευτικότητας.
Ιστορικές λειτουργίες της κοινωνίας, όπως λαϊκοί,
πολιτικοί και κοινωνικοί αγώνες, επιδιώκεται να υπαχθούν θεσμικά στη
δικαιοδοσία του Κράτους και της εκάστοτε Κυβέρνησης που, έτσι, προβάλλουν «βοναπαρτικά» και κατά το «νόμο του κατέχοντος» ως δήθεν εγγυητές ενός
«συμβιβασμού των διεστώτων»… ως αμύντορες της «ισορροπίας» και της «αρμονικής
συνύπαρξης» ανάμεσα σε αντιθετικά -κοινωνικά και ιδεολογικά- ταυτοτικά δίπολα, είτε
αυτά είναι υπαρκτά και πραγματικά είτε κατασκευασμένα, διχαστικά και μανιχαϊστικά.
Προωθούνται ως πρότυπα για τους θεσμούς και την κοινωνία,
αφενός μοντέλα «ντετερμινιστικά» (όπως η μηχανιστική πολιτειοκρατία, ο «μεταεθνικός
συνταγματικός πατριωτισμός», ο θετικιστικός «νομικός δικαιωματισμός», η τεχνοκρατία
κλπ.), αφετέρου αντιλήψεις βουλησιαρχικές (όπως ο αυταρχισμός,
ο πεφωτισμένος ιδιωτικός και κρατικός δεσποτισμός, η απολυταρχία, η θεοκρατία κλπ).
Έτσι, τα έως τώρα με αγώνες κατακτημένα ανθρώπινα και
πολιτικά δικαιώματα υποβαθμίζονται και παρακμάζουν, η έστω περιορισμένη συμμετοχή
στα κοινά ευτελίζεται σε μια επίφαση αντιπροσώπευσης και κοινοβουλευτισμού, εμφανίζονται
«σωτηριολογικού» χαρακτήρα πολιτικές προσωπικότητες, και το «ο σώζων εαυτόν…»
γίνεται μοναδικός οδηγός πολιτικής και κοινωνικής επιβίωσης.
Έτσι, η λογική της κοπαδοποίησης και του «είτε-είτε», η οπαδική εχθροπάθεια κλπ., κυριαρχούν
ιδεολογικά, αποπροσανατολίζουν από τα πραγματικά προβλήματα, παθητικοποιούν και
εθίζουν τους πληθυσμούς σε στερεοτυπικά σχήματα, στον φανατισμό και την
ημιμάθεια, εδραιώνοντας εντέλει το «διαίρει και βασίλευε».
Στις ταξικά διαρθρωμένες κοινωνίες των χωρών σε Δύση και Ανατολή, σε καθεμιά από τις χώρες ξεχωριστά, υπάρχουν πάντα δύο αντιθετικές
επιθυμίες, δύο αντιθετικές θελήσεις, που «η
καθεμιά έχει το δικαίωμα να πραγματώσει την ουσία της, και το πράττει
αναιρώντας το εξίσου σημαντικό δικαίωμα της άλλης». Δεν είναι δύσκολο να
ονομάσουμε ποιες από αυτές τις επιθυμίες έχουν σήμερα πρακτικά πραγματωθεί και ποιες
έχουν πρακτικά αναιρεθεί…
Η επιθυμία των λαών να καταργηθεί η
εκμετάλλευση έθνους από έθνος, και των υπό εκμετάλλευση τάξεων να καταργηθεί οριστικά
η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, προϋποθέτει πράγματι την ανάγκη
για ειρήνη, ασφάλεια με ελευθερία, οικονομική ανάπτυξη χωρίς δυστυχία και
καταπίεση, πολιτισμική ευημερία. Όμως, είναι ουτοπικό και επιζήμιο να
υποστηρίζεται -από οποιουσδήποτε- ότι υπάρχει η δυνατότητα να καταργηθεί -με
τον οποιονδήποτε τρόπο- η εκμετάλλευση μεταξύ εθνών-κρατών πριν ακόμα
καταργηθεί η εκμετάλλευση στο εσωτερικό των εθνών.
Κατεξοχήν παράδειγμα φετιχοποιημένου
ιδεολογικού φορέα τέτοιων ουτοπικών, επιζήμιων και δογματικών αντιλήψεων
αποτελεί το θεσμοθετημένο με τις αρχές του ευρωπαϊκού νεοσυντηρητισμού «ευρώ»
(…)
Είναι καταφανής πλέον η ανάγκη, εν μέσω κοσμοϊστορικών
αλλαγών, να υπάρξουν και να αναδειχθούν στο διεθνές προσκήνιο νέες
πολιτικές και κινήματα που να εκφράζουν τις αγωνίες, τους πόθους και τα
οράματα των λαών και να επιλύουν τα σοβαρά προβλήματα της ανθρωπότητας.
Οι λαοί, που
προς το παρόν έχουν οδηγηθεί -με ελάχιστες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον
κανόνα- σε παθητική παρακολούθηση των εξελίξεων, στην μοιρολατρική αποδοχή των
πολιτισμικών προτύπων, στον πεσιμιστικό κυνισμό, στον μηδενιστικό αναχωρητισμό,
στην αυτολογοκρισία και την ηττοπάθεια… αυτοί οι ίδιοι θα οργανώσουν τις
πολιτικές που αρμόζουν στις ιστορικές συνθήκες και θα πετάξουν στον κάλαθο των
αχρήστων τα ανιστόρητα νεοσυντηρητικά
σοφίσματα περί «τέλους της ιστορίας», «παγκοσμιοποίησης» κλπ., και, μαζί μ’
αυτά, τις κατάδηλα αποτυχημένες πολιτικές του φιλελευθερισμού, της μικτής
οικονομίας και του κρατισμού.
Σε μια τέτοια ιστορική περίοδο, ο συντονισμός των εργατικών και ριζοσπαστικών κινημάτων, στην Ελλάδα,
την Ευρώπη και τον κόσμο, αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την αποτελεσματική
διεξαγωγή του αγώνα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, ενάντια σε
κάθε αρχή, εξουσία, κοινωνικο-οικονομική δύναμη ή δομή που αντιπροσωπεύει και
διαιωνίζει την φτώχεια, την δυστυχία και την καταπίεση -σε καθεμία χώρα ξεχωριστά.
Το δι-εθνιστικό καθήκον της
επαναστατικής διανόησης της κάθε ξεχωριστής χώρας, στην Ελλάδα, την Ευρώπη και
τον κόσμο, είναι να οργανώσει τις υποκειμενικές προϋποθέσεις, πρώτα και κύρια,
της ταξικής ενότητας της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, σε ξεχωριστό
πολιτικό κόμμα -το επαναλαμβάνουμε- στην
κάθε ξεχωριστή χώρα.
Γράφει ο Μαρξ: «Δεν
πρέπει να ξεχνούμε πως υπάρχει και έκτη δύναμη, η οποία σε δεδομένες στιγμές
διακηρύσσει την υπεροχή της σε σχέση με τις πέντε αποκαλούμενες "Μεγάλες
Δυνάμεις” και τις αναγκάζει να τρέμουν, και τις πέντε. Η δύναμη αυτή είναι η
επανάσταση... Ένα νεύμα χρειάζεται μονάχα κι η έκτη αυτή και μεγαλύτερη δύναμη
θα βγει στο προσκήνιο, ντυμένη την αστραφτερή της πανοπλία, κρατώντας στο χέρι
το σπαθί της, όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Ολύμπιου...»(New York Daily Tribune, 2/2/1854)
Η αναμενόμενη δράση των λαών σε μια προοδευτική, δημοκρατική,
πατριωτική και δι-εθνιστική κατεύθυνση, αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική και
ικανή διέξοδο από τη σημερινή κατάσταση.
Μανώλης Γρηγοριάδης,
μέλος της ΕΓ του ΑΚΕΠ










