ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

ΑΚΕΠ: Η πρόταση του ΚΚΕ, όρος της κρίσης του αντικαπιταλιστικού κινήματος

Αντώνης Χάλαρης

Θεωρίες για τη σχεδιοποιημένη οικονομία και τον κεντρικό σχεδιασμό
Η ιδιομορφία της δομικής πολιτικο-οικονομικής κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού, που τον καθιστά επίκεντρο της ψυχροπολεμικής σύγκρουσης ΗΠΑ/δολαρίου-Γερμανίας/Ε.Ε./ευρώ, από την μιά, και η οξύτατη πολιτική-ιδεολογική-οργανωτική κρίση του αντικαπιταλιστικού κινήματος από την άλλη, επικαθορίζουν και διαμορφώνουν τις σκληρές κι εφιαλτικές συνθήκες της σημερινής συγκυρίας.

Στην ποικιλότροπη ανωριμότητα του υποκειμενικού παράγοντα και στη θεσμική ηγεμονία της οικονομικής ολιγαρχίας και του χρηματιστικού κεφάλαιου στον Αστικό Συνασπισμό Εξουσίας, εντοπίζονται η διανυσματική ισορροπία και η πολιτική διάρθρωση των αντιθέσεων των πόλων της αδιαχώριστης διαλεκτικής ενότητας κι αντίθεσης της εργατικής τάξης προς την αστική τάξη.

Διαβάστε περισσότερα...


Στον πόλο των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού, όπου η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα είναι το ουσιαστικότερο και πολυπληθέστερο τμήμα του, η προσδιοριστικότητα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής δεν εμφανίζεται μόνο από τις γενικές και ειδικές συμπεριφορές του πληθυσμού, ούτε μόνο από την πλειοψηφική ένταξή του στα καθεστωτικά πολιτικά κόμματα, αλλά εμφανίζεται -πρωτίστως και κυρίως- στα πολιτικά προγράμματα της κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και στις πολιτικές επιλογές του ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού πολιτικού χώρου, που εμφορούνται και προπαγανδίζουν τις αντιλήψεις του κρατισμού, τη θεωρία της αναρχίας της παραγωγής κι ενίοτε τις θέσεις της μικτής οικονομίας κλπ., σαν εναλλακτικές προτάσεις στα αδιέξοδα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Έτσι δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι, χωρίς την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, ο καπιταλισμός μπορεί ν’ αποφύγει τις κρίσεις με τις κρατικοποιήσεις και τον κεντρικό σχεδιασμό και να εξασφαλίσει συνεχή ανάπτυξη, πλήρη απασχόληση κι ευημερία. Όπως πολλοί αντιεξουσιαστές, αναρχικοί κλπ. θεωρούν το Κράτος -κι όχι τις σχέσεις παραγωγής- σαν την μόνη πηγή εκμετάλλευσης κι αθλιότητας, έτσι κι αυτοί θεωρούν τους ιδιοκτήτες του κεφάλαιου και τις μορφές καπιταλιστικής ιδιοκτησίας πηγή όλων των δεινών –κι όχι αποτέλεσμα των νόμων κίνησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής- και ισχυρίζονται ότι η αλλαγή των μορφών καπιταλιστικής ιδιοκτησίας ισοδυναμεί με ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Οι αντιλήψεις αυτές είναι πολύ παλιές και υποστηρίχτηκαν -και δυστυχώς υποστηρίζονται και σήμερα- από «σοσιαλιστές-κομμουνιστές», που υιοθετούν στα μουλωχτά τις αντιλήψεις των Ρικάρντο και Προυντόν και του ηθικού τρόπου αντιμετώπισης της εκμετάλλευσης.

Η κριτική τοποθέτηση πάνω στις αντιλήψεις -κυρίως- του Κρατισμού και της σχεδιοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας είναι, λοιπόν, μια από τις προϋποθέσεις για την δημιουργία των προγραμματικών πολιτικών-ιδεολογικών-οργανωτικών όρων άρσης της κρίσης του αντικαπιταλιστικού ριζοσπαστικού κινήματος, και για την διαμόρφωση ταξικής συνείδησης στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, που πλήττονται από την σημερινή κρίση και τα μέτρα ΠΑΣΟΚ-ΔΝΤ- ΕΕ, που δυστυχώς έχουν υποστεί «πλύση εγκεφάλου» και πιστεύουν πως τα δεσποτικά εκμεταλλευτικά καθεστώτα του κρατισμού στις χώρες του ανατολικού συνασπισμού που κατέρρευσαν, είναι ο πραγματωμένος μαρξισμός-κομμουνισμός.

 
Εισαγωγικές έννοιες
Ο καπιταλισμός (σύστημα της μισθωτής εργασίας) ιστορικά έχει λειτουργήσει και λειτουργεί με πολλές διαφορετικές μορφές σχέσεων ιδιοκτησίας. Οι σχέσεις ιδιοκτησίας αποτελούν ως γνωστόν την νομική μορφή έκφρασης των σχέσεων παραγωγής. Στις καπιταλιστικές χώρες οι βασικές μορφές ιδιοκτησίας παίρνουν την μορφή Νομικών Προσώπων Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου. Τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου είναι διάκριση εσωτερική του Αστικού Δικαίου.

Η μαρξιστική πολιτική οικονομία εξετάζει τις παραγωγικές σχέσεις όχι στη νομική τους έκφραση, σαν θεληματικές σχέσεις, σαν σχέσεις ιδιοκτησίας, μα στην πραγματική τους μορφή, δηλαδή σαν σχέσεις που έρχονται οι άνθρωποι στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους, καθορισμένες, αναγκαίες κι ανεξάρτητες από τη θέλησή τους.


Η άποψη ότι η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής είναι το βασικό χαρακτηριστικό της σοσιαλιστικής κοινωνίας είναι πολύ παλιά και δεν έχει καμιά σχέση με τις απόψεις και θέσεις των ιδρυτών του επιστημονικού σοσιαλισμού, του Μαρξ και του Ένγκελς. Χαρακτηριστικά, ο Ένγκελς στο «Αντι-Ντύρινγκ» αναφέρει: «Αν φυσικά, μια κρατικοποίηση του εμπορίου του καπνού ήταν σοσιαλισμός, τότε ο Ναπολέων και ο Μέττερνιχ ακόμα, θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν ανάμεσα στους ιδρυτές του σοσιαλισμού. Αν το βελγικό κράτος, από εντελώς συνηθισμένους πολιτικούς και οικονομικούς λόγους, έφτιαξε μόνο του τη βασική σιδηροδρομική γραμμή, ή αν ο Βίσμαρκ χωρίς κανένα φαινομενικό λόγο, κρατικοποίησε τις κύριες σιδηροδρομικές γραμμές της Πρωσίας, απλώς και μόνο για να μπορεί σε ώρα πολέμου, να τις οργανώνει και να τις εκμεταλλεύεται προς το συμφέρον του, ή για να μεταβάλλει τους σιδηροδρομικούς υπαλλήλους σε αγέλη ψηφοφόρων της κυβέρνησής του και, κυρίως, για να έχει μια καινούρια κι ανεξάρτητη από τις αποφάσεις του κοινοβουλίου, πηγή εισοδημάτων, όλα λοιπόν αυτά, δεν αποτελούν καθόλου, είτε άμεσα είτε έμμεσα, είτε συνειδητά είτε μη, βήματα προς το σοσιαλισμό. Αν ήταν έτσι τα πράγματα, τότε θα μπορούσαμε ν’ αποκαλούμε σοσιαλιστικούς θεσμούς και το βασιλικό θαλάσσιο εμπόριο, τη βασιλική μανιφακτούρα πορσελάνης, ακόμα και το ράφτη του λόχου στο στράτευμα (ή ακόμα και την κρατικοποίηση των οίκων ανοχής, όπως επί Φρειδερίκου Γουλιέλμου Γ΄ πρότεινε κάποιος παμπόνηρος στα σοβαρά)».


Η άποψη ότι σοσιαλισμός σημαίνει κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής εκφράστηκε πρώτα απ’ όλους από τον αστό δημοκράτη Buchez και υιοθετήθηκε από τον Λασσάλ, που είναι ο πρώτος και κυριότερος εκπρόσωπος του κρατικού καπιταλισμού. Η άποψη όμως αυτή επιβλήθηκε και στο γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα όταν συμμάχησε με τους λασσαλιστές, δηλαδή με την Γενική Γερμανική Εργατική Ένωση. Οι Μαρξ-Ένγκελς χτύπησαν και ξεσκέπασαν αλύπητα την πρόταση του Λασσάλ και απέδειξαν με επιστημονικό τρόπο ότι οι απόψεις και οι προτάσεις του Λασσάλ δεν έχουν καμιά σχέση με τον επιστημονικό σοσιαλισμό και υπερασπίστηκαν και ανέπτυξαν τις απόψεις της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας και των στόχων της εργατικής τάξης για κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας, για την κατάργηση του αστικού κράτους και την απονέκρωση του κράτους της εργατικής τάξης.


Οι Μαρξ-Ένγκελς δεν μίλησαν ποτέ για «μονοταξική» κομμουνιστική κοινωνία, οι Μαρξ-Ένγκελς μίλησαν κι έγραψαν για την αταξική κοινωνία. Μίλησαν κι έγραψαν πως η εργατική τάξη, οι μισθοσυντήρητοι, το πολυπληθέστερο τμήμα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, οι σημαντικότερες παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, ο φορέας του εμπορεύματος εργατική δύναμη, η προσδιοριστικότητα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η άρνηση του κεφαλαιοκρατικού οικονομικοκοινωνικού συστήματος, είναι η μόνη στην ιστορία της ανθρωπότητας μη εκμεταλλεύτρια τάξη που έχει την ιστορική δυνατότητα και την κοινωνική ικανότητα να είναι φορέας νέων, ανώτερων ποιοτικά, σχέσεων παραγωγής. Μίλησαν κι έγραψαν πως η εργατική τάξη, μόλις καταλάβει την πολιτική εξουσία, θα καταργήσει τον εαυτό της σαν τάξη, κι έτσι θ’ απελευθερώσει την κοινωνία από κάθε μορφής εκμετάλλευση, από κάθε μορφής εκμεταλλευτικό προσδιορισμό των ταξικών κοινωνιών.


Μετά την αναγκαία μεταβατική περίοδο του «κράτους-μη κράτους της εργατικής τάξης» (Καρλ Μαρξ), «την σύντομη, κάπως στενάχωρη, πάντως όμως ηθικά πολύ χρήσιμη μεταβατική περίοδο, τα μέσα για τη ζωή, για την απόλαυση της ζωής, για τη διαμόρφωση και την εξάσκηση όλων των σωματικών και πνευματικών ικανοτήτων, θα είναι στη διάθεση όλων των μελών της κοινωνίας συμμετρικά και σε διαρκώς μεγαλύτερη αφθονία, χάρη σε μια σχεδιασμένη χρησιμοποίηση και παραπέρα ανάπτυξη των δημιουργημένων πια τεράστιων παραγωγικών δυνάμεων και με ίση για όλους υποχρέωση εργασίας» (Ένγκελς).


Σύμφωνα με τον Γκράμσι «οι ιδέες είναι μεγάλες στο βαθμό που είναι εφαρμόσιμες, δηλαδή στο βαθμό που φωτίζουν μια πραγματική σχέση που ενυπάρχει σε μια κατάσταση, και τη φωτίζουν στο βαθμό που δείχνουν συγκεκριμένα τη διαδικασία των πράξεων, με τις οποίες μια οργανωμένη, συλλογική θέληση φέρνει στο φως αυτή τη σχέση (τη δημιουργεί) ή αφού τη φέρει στο φως, την καταστρέφει υποκαθιστώντας την». Οι Μαρξ-Ένγκελς μετέτρεψαν τις ιδέες της έλευσης της αταξικής κοινωνίας από ουτοπία σε επιστήμη, μετέτρεψαν τον ουτοπικό σοσιαλισμό σε επιστημονικό σοσιαλισμό.


Επομένως, χωρίς την κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας, χωρίς την κατάργηση του εμπορεύματος εργατική δύναμη, χωρίς την πραγματοποίηση της ιδέας του Μαρξ «αντί του συντηρητικού συνθήματος: ένα δίκαιο μεροκάματο για μια δίκαιη εργάσιμη μέρα, θα πρέπει η εργατική τάξη να γράψει στη σημαία της το επαναστατικό σύνθημα: κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας», καμιά κοινωνία δεν μπορεί να είναι ή να λέγεται σοσιαλιστική.


Σύμφωνα με τον μαρξισμό, αυτό που ορίζει το ποιοτικό χαρακτηριστικό κάθε κοινωνικού σχηματισμού του φυσικο-ιστορικού προτσές είναι η σχέση της συνένωσης των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων της εργασίας, είναι η σχέση των άμεσων παραγωγών προς τα μέσα παραγωγής στο προτσές της κοινωνικής παραγωγής.


Στον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό, η σχέση της συνένωσης των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων της εργασίας καθορίζεται από τη συμμετοχή των υποκειμενικών όρων της εργασίας στο προτσές της κοινωνικής παραγωγής σαν μισθωτής εργασίας. Η μισθωτή εργασία προσδίδει στα μέσα παραγωγής, ανεξάρτητα από τις νομικές μορφές των σχέσεων ιδιοκτησίας που υποδύονται, τη μορφή του κεφάλαιου και ορίζει το ποιοτικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού. Το κεφάλαιο, σταθερό –μεταβλητό, σαν παραγωγική σχέση, χωρίζει το προϊόν της εργασίας από την ίδια την εργασία κι αντιπαραθέτει τους αντικειμενικούς όρους της εργασίας στον υποκειμενικό παράγοντα, την εργατική δύναμη. Η μισθωτή εργασία αποτελεί τον ειδικό τρόπο απόσπασης υπερεργασίας (υπεραξίας) από τους άμεσους παραγωγούς στον καπιταλισμό, η δε ύπαρξη και αγοραπωλησία του εμπορεύματος εργατική δύναμη αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του καπιταλισμού από την φεουδαρχία, την δουλεία κλπ. Επομένως, ένας κοινωνικός σχηματισμός είναι καπιταλιστικός όταν η μισθωτή εργασία δεν αποτελεί εξαίρεση και μια επικουρική λύση, αλλά είναι ο κανόνας και η βασική μορφή οργάνωσης όλων των τομέων και κλάδων της παραγωγής.

 
Α. ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΑΝ «ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ»
Οι οικονομικοί-κοινωνικοί σχηματισμοί των χωρών του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» προσδιορίζονταν από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, διότι η μισθωτή εργασία ήταν ο κανόνας και η βασική μορφή οργάνωσης της παραγωγής και στους τρεις τομείς της οικονομίας (πρωτογενή, δευτερογενή, τριτογενή).

Στις χώρες που ονομάστηκαν «χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού» η κρατική ιδιοκτησία, η κολχόζνικη ιδιοκτησία, η ατομική ιδιοκτησία και η μικτή ιδιοκτησία αποτελούσαν τις βασικές νομικές μορφές των σχέσεων ιδιοκτησίας, με τις οποίες λειτουργούσε η μισθωτή εργασία σε όλους τους τομείς της οικονομίας, με κυρίαρχη νομική μορφή την κρατική ιδιοκτησία.


Στις χώρες αυτές, ο απόλυτος χωρισμός της ιδιοκτησίας των εμπράγματων όρων της παραγωγής από την ζωντανή ικανότητα για εργασία αντιπαραθέτει από τη μια τους εμπράγματους όρους της παραγωγής έναντι της μισθωτής εργασίας σαν ξένη ιδιοκτησία, σαν πραγματικότητα ενός άλλου νομικού προσώπου, κι από την άλλη αντιπαραθέτει την ζωντανή ικανότητα για εργασία έναντι των εμπράγματων όρων της παραγωγής σαν ξένη εργασία.


Στις κρατικές επιχειρήσεις το κεφάλαιο προσωποποιείται στους ενεργούς κεφαλαιοκράτες, που λειτουργούν το κεφάλαιο στο προτσές της παραγωγής. Την τάξη των κεφαλαιοκρατών στις χώρες του ονομαζόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» αποτελούσαν κυρίως οι ενεργοί κεφαλαιοκράτες και οι γραφειοκράτες και τεχνοκράτες του κράτους και του κόμματος, ως εκπρόσωποι της διεύθυνσης των διαδικασιών συσσώρευσης του κεφάλαιου και του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας.


Είναι γνωστό, ότι ο ορισμένος τρόπος συμμετοχής στην παραγωγή καθορίζει τον τρόπο και τις μορφές της διανομής, που είναι η άλλη πλευρά των σχέσεων παραγωγής. Εφόσον λοιπόν η εργασία συμμετέχει στην παραγωγή με τη μορφή της μισθωτής εργασίας, στη διανομή συμμετέχει με τη μορφή του μισθού, κι εφόσον οι ενεργοί κεφαλαιοκράτες, οι γραφειοκράτες και τεχνοκράτες του κράτους και του κόμματος προσωποποιούν το κεφάλαιο στο προτσές της παραγωγής, συμμετέχουν στη διανομή με τις μορφές του τόκου, του κέρδους και της γαιοπροσόδου.


Συγκεκριμένα, η διανομή των αποτελεσμάτων της παραγωγής στις χώρες που ονομάστηκαν «σοσιαλιστικές», γινόταν ως εξής: στο Εθνικό εισόδημα (μ+Υ) οι εργαζόμενοι συμμετείχαν με το άθροισμα των μισθών τους (μ), ενώ οι ενεργοί κεφαλαιοκράτες, οι γραφειοκράτες και τεχνοκράτες του κράτους και του κόμματος συμμετείχαν με την συνολική ετήσια παραγόμενη υπεραξία (Υ) σε συνθήκες απλής αναπαραγωγής, ενώ σε συνθήκες διευρυμένης αναπαραγωγής ένα μέρος της ετήσιας παραγόμενης υπεραξίας (Υ) προοριζόταν για συσσώρευση του κεφάλαιου.


Η διανομή στους ενεργούς κεφαλαιοκράτες γινόταν με τη μορφή αμοιβών που έφθαναν 20 έως 50 φορές πάνω από το μισθό του μέσου εργαζόμενου και με τη μορφή της ατομικής συμμετοχής τους από 15% έως 45% στο πριμ παραγωγικότητας. Η διανομή στους γραφειοκράτες και τεχνοκράτες του κράτους και του κόμματος γινόταν με τη μορφή προνομίων και υψηλών παροχών, ανάλογα με τη θέση ή το αξίωμα που είχαν στην κλίμακα της ανώτερης ιεραρχίας της πολιτικής και οικονομικής διεύθυνσης. Επίσης και οι μεν και οι δε, συμμετείχαν στη διανομή της υπεραξίας και με τη μορφή του τόκου καταθέσεων στις κρατικές τράπεζες. Τα μέσα ατομικά εισοδήματα των ενεργών κεφαλαιοκρατών, των γραφειοκρατών και τεχνοκρατών του κράτους και του κόμματος στις ονομαζόμενες χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ξεπερνούσαν τα μέσα ατομικά εισοδήματα των κεφαλαιοκρατών των περισσότερων χωρών της Δύσης.


Τα έσοδα για κοινωνικές δαπάνες, παιδεία, υγεία, πρόνοια κλπ. προέρχονταν από την άμεση και έμμεση φορολογία των εργαζομένων. Οι δαπάνες αυτές έρχονταν να προσθέσουν στο εισόδημα των εργαζομένων στην καλύτερη περίπτωση αυτό που τους είχε αφαιρεθεί από το συνολικό τους ετήσιο εισόδημα με την άμεση και την έμμεση φορολογία, έτσι ώστε ο συνολικός και ετήσιος μισθός τους να ισούται με την αξία των μέσων συντήρησης που ήταν απαραίτητος για την αναπαραγωγή της εργατικής τους δύναμης.


Β. Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ «ΑΝΑΡΧΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ» (κεντρικός σχεδιασμός)Η θεωρία της «αναρχίας της παραγωγής» θεωρεί την έλλειψη προγραμματισμού της καπιταλιστικής παραγωγής υπεύθυνη για τις κρίσεις της καπιταλιστικής οικονομίας.

Η θεωρία της «αναρχίας της παραγωγής» θεωρεί μια οργανωτική αρχή σαν αιτία των κρίσεων, και όχι τις αντιφάσεις και αντιθέσεις της καπιταλιστικής οικονομίας, αποτέλεσμα των οποίων είναι και η αναρχία της παραγωγής. Η θεωρία της «αναρχίας της παραγωγής» θεωρεί ότι η τελική αιτία του οικονομικού κύκλου είναι το γεγονός ότι η καπιταλιστική κοινωνία αδυνατεί να κατανείμει την ανανέωση, την διεύρυνση και την τελειοποίηση του παραγωγικού μηχανισμού προγραμματισμένα και ισομερώς στα διάφορα έτη, αλλά τη συγκεντρώνει πάντα σε μερικά χρόνια, ενώ στα μεταξύ διαστήματα τις αναστέλλει τελείως.


Ο Otto Bauer το διατυπώνει ως εξής: «το ότι στην καπιταλιστική κοινωνία δεν υπάρχει κανείς ο οποίος να μεριμνά για την διατήρηση της αναλογίας μεταξύ των επιμέρους κλάδων της παραγωγής, για την ισομερή, αντιστοιχούσα στη διάρθρωση των αναγκών εξέλιξη των κλάδων της παραγωγής, είναι μία από τις σημαντικότερες αιτίες των κρίσεων».


Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνιέται ότι στην καπιταλιστική παραγωγή δεν πρόκειται άμεσα για την αξία χρήσης, αλλά για την ανταλλακτική αξία και ειδικά για την αύξηση της υπεραξίας. Αυτή η αύξηση είναι το κίνητρο της καπιταλιστικής παραγωγής.


Στην καπιταλιστική οικονομία, το ποσοστό κέρδους αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για την κατανομή των παραγωγικών δυνάμεων. Η θεωρία της «αναρχίας της παραγωγής» παραλείπει το γεγονός ότι στην καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή, η παραγωγή οδηγείται από τις τιμές, δηλαδή οι τιμές είναι αυτό το οποίο καθορίζει πώς, πού, τί και σε ποιά ποσότητα παράγεται.


Στις καπιταλιστικές χώρες της δύσης, με την εμφάνιση ιστορικά των τραστ, με την κρατικοποίηση μιας σειράς κλάδων κλπ., η αναρχία της παραγωγής άρχισε να υποχωρεί και κάνει την εμφάνιση ο προγραμματισμός, και των επιχειρήσεων για ολόκληρους κλάδους και των κυβερνήσεων για ολόκληρη την οικονομία, χωρίς ωστόσο να ξεπεραστούν οι αντιθέσεις και αντινομίες του καπιταλιστικού συστήματος και να αποφευχθούν οι οικονομικές κρίσεις.


Στις καπιταλιστικές χώρες της πρώην ΕΣΣΔ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας επικρατούσε ο κεντρικός σχεδιασμός και ο προγραμματισμός της οικονομίας (κρατικός καπιταλισμός). Ο κεντρικός αυτός προγραμματισμός της καπιταλιστικής οικονομίας, όχι μόνο δε μπόρεσε να εξαλείψει τις οικονομικές κρίσεις, αλλά κατέρρευσε κάτω από τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις του συστήματος της μισθωτής εργασίας.


Η θεωρία λοιπόν της «αναρχίας της παραγωγής» δημιουργεί ψευδαισθήσεις στην εργατική τάξη, διότι σε τελευταία ανάλυση υποστηρίζει ότι ο κεντρικός σχεδιασμός της καπιταλιστικής οικονομίας αποτελεί τον απαραίτητο όρο για την εξάλειψη των οικονομικών κρίσεων, κι όχι η κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Γι’ αυτό το λόγο, από τις αρχές της 10ετίας του 1950 γίνεται λόγος, από τους ιδεολογικούς εκπροσώπους των κεφαλαιοκρατών, για οργανωμένο καπιταλισμό, για διευθυνόμενη οικονομία κλπ., όπου –τάχα- οι οικονομικές κρίσεις θ’ αποτελούν παρελθόν.

 
Γ. ΣΧΟΛΕΣ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
Βασικό στοιχείο του κεντρικού σχεδιασμού στις χώρες που ονομάστηκαν «σοσιαλιστικές» είναι: 1) ο καθορισμός από το κράτος των οικονομικών στόχων, οι οποίοι αποτελούν υποχρεωτικούς δείκτες εφαρμογής κυρίως για τις κρατικές επιχειρήσεις και 2) ο καθορισμός των τιμών.

Σύμφωνα με τους θεωρητικούς του κεντρικού σχεδιασμού των Ανατολικών χωρών, ο καθορισμός των τιμών από τον κεντρικό σχεδιασμό στηρίζεται στη δράση του νόμου της αξίας, ενώ η κατανομή των παραγωγικών δυνάμεων δε συντελείται αυθόρμητα από τους νόμους της αγοράς αλλά από τις αποφάσεις του κεντρικού σχεδιασμού.


Βέβαια και στην οικονομική διεύθυνση του συστήματος της μισθωτής εργασίας, είτε με τη μορφή του φιλελευθερισμού, είτε με τη μορφή της μικτής οικονομίας, οι τιμές των εμπορευμάτων καθορίζονται επίσης από τη δράση του νόμου της αξίας, με τη διαφορά ότι στον μεν φιλελευθερισμό η κατανομή των παραγωγικών δυνάμεων συντελείται με βάση τους νόμους της αγοράς, στη δε μικτή οικονομία η κατανομή των παραγωγικών δυνάμεων συντελείται και από τους νόμους της αγοράς και από την οικονομική δραστηριότητα του κράτους.


1) Βασική μέθοδος ανάλυσης και σχεδιασμού στις χώρες που ονομάστηκαν «χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού» ήταν το ενιαίο σύστημα δεικτών και η μέθοδος των ισοζυγίων.

α) Το ενιαίο σύστημα δεικτών σχεδίου το αποτελούσαν ποσοτικοί δείκτες (είδη παραγωγής, ποικιλία προϊόντων, όγκος της παραγωγής, ρυθμοί αύξησης του εθνικού προϊόντος) και ποιοτικοί δείκτες (ρυθμοί αύξησης της παραγωγικότητας, ποιοτικές προδιαγραφές προϊόντων, ελάττωση του κόστους παραγωγής, αποδοτικότητα κλπ.)
β) Τα ισοζύγια περιελάμβαναν: τους ισολογισμούς σε είδη, τους ισολογισμούς σε χρήμα και τους ισολογισμούς της εργατικής δύναμης. Οι υλικοί ισολογισμοί έδειχναν τον συσχετισμό ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση ενός προϊόντος, ή μιας μονάδας προϊόντος εκφρασμένη σε είδος. Οι ισολογισμοί σε χρήμα περιελάμβαναν τον ισολογισμό χρηματικών εσόδων κι εξόδων του πληθυσμού, τον ισολογισμό του εθνικού εισοδήματος και της διανομής του. Οι ισολογισμοί της εργατικής δύναμης έδειχναν τις ανάγκες της οικονομίας σε εργασιακούς χώρους, σε ειδικευμένα στελέχη και τις πηγές κάλυψής των αναγκών αυτών. Η σχετική αυτονομία των κρατικών επιχειρήσεων στα πλαίσια του κεντρικού σχεδιασμού βασιζόταν στην αρχή της οικονομικής ιδιοσυντήρησης, δηλαδή στην αναπλήρωση των δαπανών των επιχειρήσεων για την παραγωγή εμπορευμάτων από τα ίδια έσοδα που προέρχονταν από τη ρευστοποίηση αυτών των εμπορευμάτων σε τιμές που καθορίζονταν από τον κεντρικό σχεδιασμό.

2) Ο μηχανισμός των τιμών χρησιμοποιούταν από τον κεντρικό σχεδιασμό σαν μέσο κατανομής της παραγόμενης υπεραξίας ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της οικονομίας, και κυρίως για την κατανομή της συσσώρευσης του κεφάλαιου ανάμεσα στις δύο υποδιαιρέσεις της κοινωνικής παραγωγής, δηλαδή ανάμεσα στην «παραγωγή μέσων παραγωγής» (τομέας Ι) και στην «παραγωγή ειδών κατανάλωσης» (τομέας ΙΙ).


Βασική μέθοδος υπολογισμού των τιμών των εμπορευμάτων ήταν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60 η τιμή «τύπου κόστους». Η τιμή «τύπου κόστους» περιελάμβανε το μέσο κλαδικό κόστος του προϊόντος συν το καθαρό κοινωνικό εισόδημα που συνυπολογιζόταν στην τιμή ανάλογα με το κόστος (σ+μ) του προϊόντος:


Τιμή= σ+μ+α(σ+μ)
Όπου: α= συνολικό καθαρό κοινωνικό εισόδημα/κόστος συνολικού προϊόντος

Ο καθορισμός των τιμών με βάση το μέσο κλαδικό κόστος ωθούσε στον εκσυγχρονισμό τις επιχειρήσεις υψηλού κόστους, ενώ αντίθετα δε αποτελούσε κίνητρο ανανέωσης του παραγωγικού εξοπλισμού για τις επιχειρήσεις με αποδοτικότητα πάνω από το μέσο όρο, διότι δεν αποτελούσε κίνητρο για οικονομία στις εισροές υλικών. Έτσι ο καθορισμός των τιμών με βάση το μέσο κλαδικό κόστος ευνοούσε την επέκταση της συσσώρευσης του κεφάλαιου με βάση την ίδια τεχνική και οργανική σύνθεση του κεφάλαιου, ευνοούσε την ονομαζόμενη εκτατική ανάπτυξη της οικονομίας, δηλαδή την αύξηση της παραγωγής με την χρησιμοποίηση περισσότερων μέσων παραγωγής, πρώτων υλών και εργατικών δυνάμεων, και όχι με την ανανέωση του μηχανολογικού εξοπλισμού και με την μείωση της ποσότητας εργασίας για παραγωγή μεγαλύτερης ποσότητας προϊόντων στο ίδιο χρονικό διάστημα, δηλαδή με την αύξηση της παραγωγικότητας.

Η πτώση όμως των ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ, οι ανισορροπίες ανάμεσα στον τομέα μέσων παραγωγής (τομέας Ι) και του τομές ειδών ατομικής κατανάλωσης (τομέας ΙΙ), η πτώση της αποδοτικότητας του κεφάλαιου κλπ., δημιούργησαν την ανάγκη στις αρχές της δεκαετίας του ’60 για μια σειρά μεταρρυθμίσεις στις μεθόδους του κεντρικού σχεδιασμού και στον καθορισμό τιμών.


Στο ενιαίο σύστημα δεικτών σχεδίου καταργήθηκαν οι δεκάδες υποχρεωτικοί δείκτες για τις κρατικές επιχειρήσεις και εισήχθησαν οι εξής ποιοτικοί δείκτες: όγκος πωλήσεων, πωλήσεις κυριοτέρων προϊόντων, μισθολογικό κονδύλι, ύψος κερδών και σχέση του με τα δεσμευμένα κεφάλαια, βασικά καθήκοντα τεχνολογικής ανάπτυξης, δείκτες προμηθειών.


Βασική μέθοδος υπολογισμού των τιμών ήταν η τιμή «τύπου τιμής παραγωγής» και ο «μικτός τύπος τιμών». Η τιμή «τύπου τιμής παραγωγής» περιελάμβανε το μέσο κόστος των προϊόντων συν το καθαρό κοινωνικό εισόδημα, που συνυπολογιζόταν στην τιμή ανάλογα με την αξία του συνολικού δεσμευμένου κεφάλαιου:


Τιμή= σ+μ+γ.ε
Όπου: γ= συνολικό κοινωνικό εισόδημα/αξία συνολικού δεσμευμένου κεφάλαιου
ε= δεσμευμένο κεφάλαιο που απαιτείται για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος

Ο «μικτός τύπος τιμών» περιελάμβανε το μέσο κόστος των προϊόντων συν το καθαρό κοινωνικό εισόδημα που συνυπολογιζόταν στην τιμή του κάθε προϊόντος, εν μέρει ανάλογα με το μισθολογικό κόστος κι εν μέρει ανάλογα με την αξία του συνολικού δεσμευμένου κεφάλαιου.

Τιμή= σ+μ+β1.μ+γ1.ε
Όπου: β1.μ= Y-υπεραξία που εκδηλώνεται και πραγματοποιείται στις τιμές παραγωγής ανάλογα με το μισθολογικό κόστος / σύνολο μισθών
γ1.ε= Υ-υπεραξία που εκδηλώνεται και πραγματοποιείται στις τιμές παραγωγής ανάλογα με την αξία του δεσμευμένου κεφάλαιου / συνολική αξία του κεφάλαιου που έχει δεσμευθεί στη παραγωγή

Ο υπολογισμός των τιμών παίρνοντας υπ’ όψη την αξία του δεσμευμένου κεφάλαιου ευνοούσε την επέκταση της συσσώρευσης κεφάλαιου με βάση την αλλαγή της τεχνικής και οργανικής σύνθεσης του κεφάλαιου κι ευνοούσε τις επιχειρήσεις ν’ ανανεώσουν τον τεχνολογικό τους εξοπλισμό. Απ’ την άλλη όμως ο υπολογισμός των τιμών παίρνοντας υπ’ όψη εν μέρει το μισθολογικό κόστος δεν ευνοούσε τις επιχειρήσεις να εκσυγχρονίσουν τα μέσα παραγωγής και να μειώσουν την ποσότητα της εργατικής δύναμης. Έτσι κάθε επιχείρηση απασχολούσε αριθμό εργαζομένων που ξεπερνούσε κατά πολύ την ποσότητα εργασίας που ήταν απαραίτητη για να θέσει σε κίνηση μια συγκεκριμένη ποσότητα μέσων παραγωγής. Επρόκειτο στην ουσία για ύπαρξη ανεργίας που επιδοτείτο από την ίδια την επιχείρηση και που βεβαίως μείωνε την αποδοτικότητά της.

Στο τέλος της δεκαετίας του’60 οι προτάσεις για σχηματισμό των τιμών με βάση όχι το μέσο κλαδικό κόστος, αλλά το κόστος των οριακών επιχειρήσεων, δηλαδή των ελάχιστα αποδοτικών αλλά ωφέλιμων επιχειρήσεων, δεν έγιναν αποδεκτές. Επίσης την ίδια περίοδο έκανε την εμφάνισή της η λεγόμενη οπτιμαλιστική σχολή, η οποία πρότεινε την κατάστρωση των πλέον ευνοϊκών σχεδίων για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου βιοτικού επιπέδου.


Η αναφορά μας στις βασικές σχολές κεντρικού σχεδιασμού αποδεικνύουν ότι οι αντιφάσεις και αντινομίες του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής στις χώρες που ονομάστηκαν «σοσιαλιστικές», ήταν αδύνατο να ξεπεραστούν με διοικητικούς τρόπους παρέμβασης στο προτσές της κεφαλαιοκρατικής εμπορευματικής παραγωγής και ότι οι διαφορετικές μέθοδοι υπολογισμού των τιμών αντανακλούσαν τις αντιθέσεις και συμμαχίες ανάμεσα στους ενεργούς κεφαλαιοκράτες και τους γραφειοκράτες και τεχνοκράτες του κεντρικού σχεδιασμού. Επρόκειτο στην ουσία για αντιθέσεις ανάμεσα στους εκπροσώπους των διαφόρων τμημάτων του κεφάλαιου που ανάγονται στους εσωτερικούς νόμους και αντιφάσεις τις κεφαλαιοκρατικής οικονομίας, που είναι αδύνατο να τις ξεπεράσει ο κεντρικός σχεδιασμός.


Γίνεται λοιπόν καταφανέστατο ότι ο κεντρικός σχεδιασμός στις χώρες που ονομάστηκαν «σοσιαλιστικές» ήταν σχεδιασμός μιας καπιταλιστικής οικονομίας, μιας οικονομίας δηλαδή όπου η παραγωγή ήταν καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή και η ανυπέρβλητη αντίφαση του εμπορεύματος «ανταλλακτική αξία-αξία χρήσης» καθόριζε νομοτελειακά τα οικονομικά αποτελέσματα του κεντρικού σχεδιασμού.


Ουσιαστικά, σε όλες τις σχολές του κεντρικού σχεδιασμού υπολανθάνει ο υποκειμενικός ιδεαλισμός και η βουλησιαρχία, καθώς και η μανιχαϊστική εκδοχή κι αντιμετώπιση των οικονομικών και κοινωνικών φαινομένων. Στους θεωρητικούς και τους τεχνοκράτες του κεντρικού σχεδιασμού, κεντρική θέση έχουν η θεωρία του Ricardo και τα συστήματα αναπαραγωγής του Quesnay.


Ο Ένγκελς γράφει:

«Η παλιότερη εφαρμογή της θεωρίας του Ρικάρντο, που δείχνει στους εργάτες πως το σύνολο της κοινωνικής παραγωγής, που είναι δικό τους δημιούργημα, τους ανήκει γιατί αυτοί είναι οι πραγματικοί δημιουργοί του, οδηγεί ολόισια στον κομμουνισμό. Μα κι αυτή, όπως μας κάνει ο Μαρξ να το προσέξουμε, είναι καθαρά λαθεμένη μιλώντας οικονομικά, γιατί είναι μια απλή εφαρμογή της ηθικής στην οικονομία».
Και συνεχίζει ο Ένγκελς:
«Σύμφωνα με τους νόμους της αστικής οικονομίας, το μεγαλύτερο μέρος από τα προϊόντα δεν ανήκει στους εργάτες που τα δημιούργησαν. Αν λοιπόν πούμε: αυτό είναι άδικο, αυτό δεν πρέπει να γίνεται –αυτό δεν έχει σχέση με την οικονομία. Λέμε μονάχα πως αυτό το οικονομικό γεγονός βρίσκεται σε αντίφαση με το ηθικό μας αίσθημα. Να γιατί ο Μαρξ δε θεμελίωσε ποτέ τις κομμουνιστικές του διεκδικήσεις πάνω σ’ αυτό, μα πιο πολύ πάνω στην αναγκαστική κατάρρευση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, που πραγματοποιείται κάτω από τα μάτια μας κάθε μέρα όλο και πιο πολύ. Αρκείται να πει πως η υπεραξία δημιουργείται από απλήρωτη εργασία: αυτό είναι καθαρό και απλό γεγονός. Ωστόσο, εκείνο που μπορεί νάναι πέρα για πέρα λαθεμένο από οικονομική άποψη, μπορεί νάναι ακόμα σωστό απ’ την άποψη της παγκόσμιας ιστορίας. Αν το ηθικό αίσθημα της μάζας θεωρεί ένα οικονομικό γεγονός, όπως άλλοτε τη δουλεία και τον εξανδραποδισμό, σαν άδικο, αυτό δείχνει πως αυτό το ίδιο το γεγονός είναι μια επιβίωση: πως άλλα οικονομικά γεγονότα δημιουργήθηκαν που, χάρη σ’ αυτά, το πρώτο κατάντησε ανυπόφορο και δεν μπορεί να υποστηριχτεί. Πίσω λοιπόν απ’ την τυπική οικονομική ανακρίβεια, μπορεί να κρύβεται ένα πολύ πραγματικό οικονομικό περιεχόμενο. Θάταν άτοπο να επεκταθούμε εδώ παραπέρα πάνω στη σπουδαιότητα και την ιστορία της θεωρίας για την υπεραξία» (Φ. Ένγκελς, Πρόλογος στην«Αθλιότητα της φιλοσοφίας» του Κ. Μαρξ).

Όπως η σημερινή κρίση ανέτρεψε πρακτικά τις αντιλήψεις του νεοφιλελευθερισμού και με την κρίση στασιμοπληθωρισμού τη δεκαετία του ’70 ανατράπηκαν οι αντιλήψεις της Μικτής Οικονομίας, έτσι με την κατάρρευση του κρατικού καπιταλισμού στις χώρες του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Ανατολική Ευρώπη ανατράπηκαν στην πράξη οι θεωρίες «της αναρχίας της παραγωγής» και του κεντρικού σχεδιασμού.


Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ


Το Αντιϊμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο - Η λαϊκή εξουσία - λαϊκή οικονομία

Μπροστά στον ελληνικό λαό υπάρχουν δύο δρόμοι εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας. Αυτός που ακολουθείται και αυτός που πρέπει να κατακτηθεί από το λαό.

Υποστηρίζουμε με στοιχεία και αποδείξεις
ότι η Ελλάδα παρά τα σοβαρά έως και καταστροφικά πλήγματα που έχε δεχθεί σε ορισμένους τομείς, εξ αιτίας της κυριαρχίας του κεφαλαίου, του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, έχει τις προϋποθέσεις να διαμορφώσει και να αναπτύξει μια όσο γίνεται αυτοδύναμη λαϊκή οικονομία.

Οι αρνητικές εξελίξεις της τελευταίας 20ετίας σε ορισμένους κλάδους βιομηχανικής παραγωγής, στην αγροτική οικονομία, μπορούν να αντιμετωπισθούν σε διαφορετικές πολιτικοοικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Δεν είναι αργά.

Η Ελλάδα διαθέτει ικανοποιητικό επίπεδο συγκέντρωσης της παραγωγής των μέσων παραγωγής, του εμπορικού δικτύου και ένα ορισμένο επίπεδο ανάπτυξης της σύγχρονης τεχνολογίας. Διαθέτει έμπειρο πολυάριθμο εργατικό δυναμικό, με βελτιωμένο μορφωτικό επίπεδο και εξειδίκευση σε σύγκριση με το παρελθόν, πολυάριθμο επιστημονικό δυναμικό.


Διαθέτει αξιόλογες φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές, σημαντικά αποθέματα ορυκτού πλούτου, που είναι πλεονέκτημα για την παραγωγή βιομηχανικών και καταναλωτικών προϊόντων.


Έχει το μεγάλο πλεονέκτημα, να μπορεί να εξασφαλίζει επάρκεια στα είδη διατροφής για τις λαϊκές απαιτήσεις αλλά και το εξωτερικό εμπόριο. Διαθέτει ικανότητες για παραγωγή σύγχρονων προϊόντων, μηχανών, εργαλείων και συσκευών.


Για να υπάρξει λαϊκή οικονομία για όλους απαιτείται επίλυση του προβλήματος της ιδιοκτησίας για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών και όχι το κέρδος.

Η επιλογή είναι μία : Η αλλαγή των ξεπερασμένων ιστορικά κοινωνικών σχέσεων ιδιοκτησίας που καθορίζουν και το πολιτικό σύστημα , αφορούν στα βασικά και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής στους παρακάτω τομείς:

Ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, ορυκτός πλούτος, ορυχεία, βιομηχανίες, ύδρευση, μεταφορές.


Κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, του συστήματος συγκέντρωσης, διοχέτευσης και διαχείρισης υλικών πόρων. Του εξωτερικού εμπορίου, του συγκεντρωμένο δικτύου του εσωτερικού εμπορίου. Του τομέα της λαϊκής στέγης. Της έρευνας και της δημοκρατικής πληροφόρησης του λαού.


Απαιτείται αποκλειστικά δημόσιο, ενιαίο και δωρεάν σύστημα εκπαίδευσης, υγείας, πρόνοιας, ασφάλισης


Εκτιμάμε ότι μπορεί να υπάρξουν τομείς που να μη συμπεριληφθούν στην πανεθνική πλήρη, καθολική κοινωνικοποίηση. Δίπλα στον κοινωνικοποιημένο τομέα μπορεί να συγκροτηθεί ο τομέα του παραγωγικού συνεταιρισμού της μικρομεσαίας αγροτιάς, των μικρών επιχειρηματιών σε κλάδους που η συγκέντρωση είναι μικρή. Η ένταξη στους συνεταιρισμούς θα κατανοείται ως συμφέρουσα επιλογή, με βάση την εμπειρία που υπάρχει από τον κλοιό των μονοπωλίων.


Τόσο ο κοινωνικοποιημένος, όσο και ο συνεταιριστικός τομέας, γενικότερα η παραγωγή και κατανομή πρέπει να ενταχθεί σε ένα κεντρικό πανεθνικό οικονομικό μηχανισμό σχεδιασμού και διεύθυνσης ώστε να κινητοποιούνται όλα τα μέσα παραγωγής και το εργατικό δυναμικό, να αξιοποιείται κάθε δυνατή οικονομική διεθνής συνεργασία στη βάση του αμοιβαίου οφέλους. Θα προστατεύεται η εγχώρια παραγωγή και τα συμφέροντα των εργαζομένων από τις όποιες συνέπειες προκύπτουν από τις ανάγκες του εξωτερικού εμπορίου.


Κεντρικός σχεδιασμός χρειάζεται για να διαμορφώνει στρατηγικούς στόχους και επιλογές, να ιεραρχεί κλάδους και τομείς, να καθορίζει που θα συγκεντρώσει περισσότερες δυνάμεις και μέσα. Η υλοποίηση του προγραμματισμού απαιτεί και καταμερισμό κατά κλάδο και περιοχή, και πρώτα απ'όλα εργατικό έλεγχο στην διεύθυνση της κάθε παραγωγικής μονάδας και υπηρεσίας, σε κάθε όργανο διοίκησης.


Η κυβέρνηση, ως όργανο της λαϊκής εξουσίας θα είναι υποχρεωμένη να εξασφαλίζει την συμμετοχή του λαού στο νέο και πρωτόγνωρο έργο, να στηρίζει το λαϊκό κίνημα, να στηρίζεται και να ελέγχεται από αυτό μέσα από νέους θεσμούς εργατικού και κοινωνικού ελέγχου.


Η κεντρικά σχεδιασμένη ανάπτυξη της κοινωνίας είναι ανάγκη που πηγάζει από τις σημερινές απαιτήσεις, πριν από όλα του ανθρώπου που είναι η πρώτη παραγωγική δύναμη. Επιβάλλεται από την ανάγκη να ικανοποιούνται οι διευρυμένες σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων. Το επιβάλλει η ανάγκη να εξελίσσονται τα μέσα παραγωγής, να αναπτύσσεται η επιστήμη και τεχνολογία για το όφελος του λαού.


Η λαϊκή εξουσία προωθεί διακρατικές-εμπορικές συμφωνίες και συναλλαγές, συμφωνίες για αξιοποίηση της τεχνογνωσίας, με βάση το αμοιβαίο συμφέρον.


Το δημόσιο χρέος η λαϊκή εξουσία θα το επανεξετάσει με κριτήριο το λαϊκό συμφέρον.


Από τα πρώτα της βήματα η λαϊκή εξουσία θα έχει να αντιμετωπίσει την οργανωμένη εσωτερική και διεθνή αντίδραση. Η ΕΕ και το ΝΑΤΟ , οι συμφωνίες με τις ΗΠΑ δεν αφήνουν περιθώρια ελιγμών στα κράτη μέλη.


Η επίλυση αυτού του προβλήματος με αποδέσμευση είναι αναπόφευκτη με στόχο την αυτοδύναμη φιλολαϊκή ανάπτυξη και την συνεργασία που ωφελεί το λαό.


Στο έδαφος της πάλης των προβλημάτων είναι αναγκαίο να επιταχυνθούν οι διεργασίες

Παλεύουμε ασταμάτητα για άμεσες κατακτήσεις των εργαζομένων και θα συνεχίσουμε ώστε να επιβληθούν με την δύναμη του κινήματος μέτρα που μειώνουν την οξύτητα των προβλημάτων, που ανακουφίζουν.

Δεν υπάρχει πρόβλημα, ζήτημα ή θέμα που δεν έχουμε διαμορφώσει θέσεις και αιτήματα. Αλλά αυτό δεν φθάνει σήμερα, χρειάζεται και εναλλακτική πρόταση προοπτικής ώστε ο αγώνας να έχει σκοπό, στόχο, νόημα, τελικά να μπορεί να ασκεί πίεση σε κάθε φάση.


(βλέπε
KKE - Η πρόταση του ΚΚΕ για την διέξοδο από την κρίση)
 
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Με σεβασμό και τιμή στους αγώνες και τις θυσίες, σε όλες και όλους όσους αγωνίστηκαν κι αγωνίζονται από τις γραμμές του ΚΚΕ για ελευθερία, κοινωνική δικαιοσύνη, κοινωνική χειραφέτηση, κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, βροντοφωνάζουμε τα λόγια του μεγάλου ηγέτη της εργατικής τάξης και ιδρυτή του επιστημονικού σοσιαλισμού:

«Η φιλοσοφία βρίσκει στο προλεταριάτο τα υλικά της όπλα, όπως το προλεταριάτο βρίσκει στην φιλοσοφία τα πνευματικά του όπλα… Η φιλοσοφία δεν μπορεί να πραγματωθεί χωρίς να εξαλείψει το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν μπορεί να εξαλειφθεί χωρίς να πραγματώσει την φιλοσοφία… Αναμφίβολα, το όπλο της κριτικής δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κριτική των όπλων, η υλική δύναμη δεν μπορεί να νικηθεί παρά μόνο από την υλική δύναμη, αλλά και η θεωρία γίνεται κι αυτή δύναμη αφότου κατακτήσει τις μάζες… Η θεωρία είναι ικανή να κατακτήσει τις μάζες όταν αποδεικνύει ad hominem και προβαίνει σε ad hominem αποδείξεις, αφότου γίνει ριζοσπαστική. Ριζοσπαστική σημαίνει να πιάνει τα πράγματα από τη ρίζα. Η ρίζα όμως για τον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος».


«Αντί του συντηρητικού συνθήματος: ένα δίκαιο μεροκάματο για μια δίκαιη εργάσιμη μέρα, θα πρέπει η εργατική τάξη να γράψει στη σημαία της το επαναστατικό σύνθημα: κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας». (Καρλ Μαρξ)


Αντώνης Π. Χάλαρης

1 σχόλιο:

antrikos είπε...

Στην ΕΣΣΔ, τουλάχιστον μέχρι το 1956, η πληρωμή του εργαζόμενου δεν ήταν μισθός αλλά κουπόνι συμμετοχής στο κοινωνικό προϊόν, επειδή αυτό δεν επαρκούσε για να διανεμηθεί δωρεάν.
Σε μια οργανωμένη σοσιαλιστική κοινωνία ο εργαζόμενος δεν είναι δυνατό να λαμβάνει στο χέρι το σύνολο της αξίας της εργασίας του, αφού ένα μέρος της πρέπει να χρησιμοποιηθεί στις υποδομές, στην έρευνα κλπ.
Εκεί ακριβώς αρχίζουν και τα προβλήματα, δηλαδή ποιο ποσό είναι κοινωνικά αναγκαίο να αφαιρεθεί από την εργασία για τις υποδομές και την έρευνα. Αν αφαιρείται μεγαλύτερο ποσό από το αναγκαίο, τότε μπορούμε να μιλάμε για υπεραξία.
Στην ΕΣΣΔ κλπ. μέχρι το 80 σαφώς δεν υπήρχαν καπιταλιστές με την έννοια των ιδιοκτητών και πού τους βρήκες τους καπιταλιστές, απορώ. Ο καπιταλιστής είναι ιδιοκτήτης. Στην ΕΣΣΔ ήταν διευθυντές κι όχι ιδιοκτήτες. Κανείς δεν τους εγγυόταν ότι αύριο θα συνέχιζαν να είναι διευθυντές και ν' απολαμβάνουν τα προνόμια. Μια διαγραφή από το κόμμα και πάπαλα. Αντίθετα στον καπιταλισμό η ιδιοκτησία είναι απολύτως απαραβίαστο δικαίωμα.
Με δυο λόγια η ΕΣΣΔ κατέληξε για διάφορους ιστορικούς λόγους σ' ένα καθεστώς συμμαχίας της εργ. τάξης με την εργ. αριστοκρατία. Κι επειδή η εργ. αριστοκρατία νεμόταν το προοριζόμενο για την έρευνα και τις υποδομές παρακρατούμενο προϊόν, προέκυψε ο καπιταλισμός ως σύστημα που μόνο αυτό μπορούσε να διασφαλίσει την αναπαραγωγή της εργ. αριστοκρατίας ως εκμεταλλεύτριας τάξης, αρχικά με τη μορφή της μαύρης οικονομίας και σαφώς μετά από τη 10ετία του 80, μιας εργ. αριστοκρατίας που για να παραμείνει επικεφαλής ήταν μονόδρομος ο καπιταλισμός. Αυτό όμως έγινε το 80.