ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

ΑΚΕΠ: Βατοπέδιο ή Βατοπαίδιο και το αυγό του φιδιού

Στην ραδιοφωνική εκπομπή του ΣΚΑΪ «Ανεμολόγιο» με θέμα την «υπόθεση Βατοπαιδίου», ένας ακροατής εξέφρασε τηλεφωνικά μια ενδιαφέρουσα μεθοδολογική αντίληψη για την προσέγγιση των γεγονότων που απασχολούν τελευταία την επικαιρότητα. Οι αξιολογικές κρίσεις που έκανε για το τί είναι «είδηση», τί είναι «αλήθεια» και τί είναι «προπαγάνδα» έχουν, περίπου, ως εξής:
α) είδηση είναι να λες οτι «η Εκκλησία επένδυσε στο Χρηματιστήριο, στην μετοχή της Εθνικής Τράπεζας, στην τιμή των 11ευρώ, το α ή β ποσό, κλπ».
β) αλήθεια είναι να παρουσιάζεις «τις πηγές των χρημάτων, της Εκκλησίας, που επενδύθηκαν στο Χρηματιστήριο, να συμφωνείς ή να διαφωνείς με τον τρόπο που αποκτήθηκαν τα χρήματα αυτά, κλπ».
γ) προπαγάνδα είναι να χρησιμοποιείς την είδηση και την αλήθεια «για να εξυπηρετήσεις αλλότριους σκοπούς, με μεγαλύτερη ηθική απαξία απ’ αυτήν που προσδίδεις σ’ αυτές καθ’ εαυτές τις ενέργειες της Εκκλησίας, ή άλλων παραγόντων του δημόσιου βίου, κλπ».
Ακολουθούμε, λοιπόν, κι εμείς την ίδια μεθοδολογική προσέγγιση με αυτήν του ακροατή του ΣΚΑΪ, για να εκθέσουμε τις σκέψεις μας πάνω στα επίκαιρα γεγονότα της Μονής Βατοπαιδίου.
ΕΙΔΗΣΗ
Είδηση είναι οτι η Μονή Βατοπαιδίου ελέγχει εταιρείες real estate, ναυτιλιακές εταιρείες, off-shore εταιρείες κλπ. Οι πολλαπλές πράξεις ανταλλαγής περιουσιακών στοιχείων, που έγιναν μεταξύ του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου(ΝΠΔΔ) της «Μονής Βατοπαιδίου» και του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου(ΝΠΔΔ) της «Κτηματικής Υπηρεσίας», ήταν σκανδαλωδώς ανισοβαρείς υπέρ της Μονής Βατοπαιδίου, κι έγιναν με την συνδρομή και την ανοχή των νομικών υπηρεσιών του ελληνικού κράτους, και με την μεροληπτική στάση τόσο των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ όσο και της κυβέρνησης της ΝΔ. Ο μηχανισμός παραχώρησης εκτάσεων του Δημοσίου στη Μονή Βατοπεδίου ξεκινά από το 1999, και μέχρι το 2003 οι υπουργικές αποφάσεις των υπουργείων Οικονομικών και Γεωργίας κατοχυρώνουν τα 25.000 στρέμματα της λίμνης Βιστωνίδας ως ιδιοκτησία της Μονής Βατοπεδίου - και μάλιστα με τη βούλα του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Οι τίτλοι της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπεδίου ανάγονται στο 1080 μ.Χ. και εφεξής, με αφετηρία Χρυσόβουλλο Λόγο του Νικηφόρου Βοτανειάτη το έτος 1080 και στη συνέχεια Χρυσόβουλλους Λόγους του Ανδρόνικου Παλαιολόγου του Γ' του έτους 1329, Ιωάννου Παλαιολόγου του έτους 1357, του Ηγεμόνος Ιωάννου Ούγγλεση του έτους 1371 κλπ. Το Χρυσόβουλο, ή χρυσόβουλλο, είναι επίσημο δημόσιο έγγραφο που έφερε χρυσή σφραγίδα. Χρυσόβουλα ονομάζονται τα διατάγματα των Αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, τα οποία γράφονταν σε περγαμηνή στην οποία φέρονταν εξαρτημένη χρυσή σφραγίδα. Τα χρυσόβουλα αφορούσαν κυρίως σε δωρεές προς μοναστήρια, ναούς κ.λπ. καθώς και όποτε τύχαινε ανάγκη πρόσθετων διατάξεων με προσθήκη νέων τεμαχίων περγαμηνής που αναλάμβανε ο Μέγας λογοθέτης ή ο λεγόμενος λογοθέτης του δρόμου, με ειδικές σημειώσεις, τη συγκόλληση των νέων τεμαχίων, βεβαιώνοντας έτσι το αλληλένδετο και τη φυσική συνέχεια του κειμένου. Στο χρυσόβουλο αναφέρονταν ο Αυτοκράτορας με ερυθρό μελάνι δια της λέξεως «λόγος» (της Βασιλείας μου), το όνομα του μήνα, τον αριθμό του έτους της Ινδικτιώνας και τον τελευταίο αριθμό της χρονολογίας. Χρυσόβουλα διασώθηκαν στα αρχεία των Μονών του Αγίου Όρους καθώς και σε αρχεία παλαιών ιστορικών Μονών εντός και εκτός του ελλαδικού χώρου.
Ο οικουμενικός πατριάρχης Βαρθολομαίος, στην επίσκεψή του στην Ελλάδα, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τα ορθόδοξα προσκυνήματα, αν αρχίσουν οι αμφισβητήσεις των χρυσόβουλων με αφορμή τη Μονή Βατοπεδίου. Όπως τόνισε, τα προνόμια και οι ιδιοκτησίες των ορθόδοξων Εκκλησιών στηρίζονται σε χρυσόβουλα, σε φιρμάνια και σε αχτιναμέδες. Οχι μόνο το ιδιοκτησιακό καθεστώς αλλά και ολόκληρη η παρουσία πρεσβυγενών Πατριαρχείων στηρίζεται «εις τα σχετικά χρυσόβουλα των αοιδήμων ευσεβών αυτοκρατόρων του Γένους, τα οποία εν πολλοίς εγένοντο σεβαστά υπό των οθωμανών σουλτάνων». Υποστήριξε, μάλιστα, με έμφαση, ότι όλα αυτά συγκροτούν βάση δικαίου, «η παραμικρά αμφισβήτηση της οποίας θα ηδύνατο να επιφέρει οδυνηράς και αυτοχρήμα καταστροφικάς δια το γένος και όχι μόνο, συνεπείας». Δεν είναι η πρώτη φορά που ο πατριάρχης υπερασπίζεται «τίτλους ιδιοκτησίας» που βασίζονται σε χρυσόβουλα και μάλιστα για τη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Ορους. Ηδη από τις 25 Ιουνίου του 2001, με επιστολή του προς τον τότε υπουργό Γεωργίας Γ. Ανωμερίτη, είχε υποστηρίξει ότι η κυριότητα της λίμνης Βιστονίδας ανήκει στη Μονή Βατοπεδίου. Αναφέρει ότι «αποδεικνύεται περιτράνως διά των αναφερομένων εις τα απ' αιώνος αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, καθώς ταύτα επεκυρώθησαν και διά πατριαρχικών συνοδικών γραμμάτων και σιγγιλίων». Ο πατριάρχης αναφέρεται λεπτομερώς στα σιγγίλια και τα χρυσόβουλα της περιοχής, τονίζοντας ότι «προ χρόνων αμνημονεύτων εστίν αφιερωμένη η τοποθεσία της λίμνης Μπουρού και του Περιθεωρίου εις αυτό το ιερόν του Βατοπεδίου μοναστήριον μετά της τότε εκκλησίας του εν Αγίοις Πατρός ημών Νικολάου...». Αφού στην επιστολή αναφέρονται λεπτομερώς τα σιγγίλια και τα πατριαρχικά γράμματα που τα επικυρώνουν, καταλήγει ότι όλα αυτά «επισφραγίζουν την κυριότητα της ιεράς Μονής, όχι μόνον επί του Ναού του Αγίου Νικολάου, αλλά και επί της λίμνης, της νησίδος, των παραλιμνίων της λίμνης και επί του μονυδρίου του Αγίου Γεωργίου και της περιοχής του...Μάλλον δ' ειπείν τα δικαιώματα της Μονής επί του Ιερού Ναού του Αγίου Νικολάου έλκονται από των επί της λίμνης και των παραλιμνίων και των επί του Περιθεωρίου κυριαρχικών δικαιωμάτων, βάσει των χρυσοβούλων των βυζαντινών βασιλέων». Δύο χρόνια αργότερα σε άλλη επιστολή του Πατριαρχείου προς τον μητροπολίτη Ξάνθης επαναλαμβάνονται τα όσα αναφέρονται στην προηγούμενη επιστολή για την ιδιοκτησία της μονής.
Οι νομοθετικές ρυθμίσεις του παρελθόντος, μεταξύ του ΝΠΔΔ της Μονής Βατοπεδίου και ελληνικού κράτους, έχουν ως εξής: Με τον νόμο της 16/19 Νοεμβρίου 1935 ορίζεται νομοθετικά η Βιστωνίδα ως λιμνοθάλασσα. Η ιχθυοτροφική εκμετάλλευση ορίζεται ότι θα γίνεται από 01-03-1936 και εφεξής με εκμίσθωση από το Δημόσιο και ότι από το ετήσιο μίσθωμα θα διατίθεται ποσό μέχρι 1.100.000 δραχμών υπέρ της Αθωνιάδος Σχολής του Αγίου Ορους και της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου «όσο ισχύει η σχετική σύμβαση με την ανωτέρω Μονή», χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα η σύμβαση αυτή. Το 1946 τίθεται σε ισχύ ο Αστικός Κώδικας. Με το άρθρο 1 του Εισαγωγικού Νόμου καταργούνται όλες οι διατάξεις που αντιβαίνουν στις διατάξεις του Α.Κ. και του Εισ. ΝΑΚ ή που αφορούν σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτούς. Με το άρθρο 51 Εισ. ΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος πριν από τον Α.Κ. κρίνεται κατά το προϊσχύον δίκαιο, και με το άρθρο 55 το δικαίωμα κυριότητος που υπάρχει κατά την εισαγωγή του Α.Κ. θα διέπεται στο εξής σε όλη του την έκταση, περιεχόμενο κ.λπ. από τον Α.Κ. Το 1951, με τον νόμο 1924 ορίσθηκε ότι «ποσοστό 40% καταβάλλεται στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου, για το εκ 40% μερίδιο της Μονής στις προσόδους της λίμνης, κατά την από 4ης Μαΐου 1930 σύμβαση μεταξύ αυτής και του Δημοσίου». Το Ν.Δ. 420/1970 κατήργησε τον α.ν. 16/19.11.1935 και τον ν. 1924/1951, αλλά επανέλαβε ότι, από τα έσοδα της λιμνοθάλασσας το 40% καταβάλλεται στη Ι.Μ. Βατοπεδίου κατά την από 4ης Μαΐου 1930 σύμβαση μεταξύ αυτής και του Δημοσίου και το 20% στη Μονή για τη λειτουργία της Αθωνιάδος Σχολής. Ο Ν. 1740/1987 όρισε ότι για τη μίσθωση της λιμνοθάλασσας Βιστωνίδος (Μπουρού) Ξάνθης δεν θίγονται τα δικαιώματα της Μονής Βατοπεδίου και της Αθωνιάδος Σχολής επί των εσόδων του Δημοσίου από την ιχθυοτροφική εκμετάλλευση της λιμνοθάλασσας, ποσοστά που υπολογίζονται στο ύψος που ορίζεται από το άρθρο 66 ν.δ. 420/1970 (40%-20%). Με την Υπουργική Απόφαση Φ. 7/1987 εδραιώνεται νομικά, κατά τη φρασεολογία της αποφάσεως, η Αθωνιάδα Σχολή ως Εκκλησιαστική Ακαδημία και αναφέρεται ως προϋπόθεση λειτουργίας της σχολής «η μετά του Ελληνικού Δημοσίου συμφωνία της Ι. Μ. Βατοπεδίου επί της ιχθυοτροφικής εκμεταλλεύσεως της λιμνοθαλάσσης Μπουρού - Ξάνθης». Παραπέμπει η υπουργική απόφαση στα σχετικά άρθρα του Ν.Δ. της 10/16 Σεπτεμβρίου 1926 για την ανωτέρω Σχολή.
Η Μονή Βατοπεδίου προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητώντας να ακυρωθεί η απόφαση του υφυπουργού Οικονομίας με την οποία ανακλήθηκαν οι αποφάσεις των υφυπουργών Οικονομικών Γ. Δρυ και Γ. Φωτιάδη από το 1999 έως το 2003, σχετικά με την κυριότητα των εκτάσεων στη λίμνη Βιστωνίδα και των παραλίμνιων περιοχών, ενώ επίσης ανακλήθηκαν και τα πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής. Μεταξύ των άλλων, επικαλείται τίτλους και άλλα στοιχεία (τοπογραφικά διαγράμματα, καταθέσεις μαρτύρων, χρυσόβουλα, συνοδικές επιστολές κλπ) που είχαν συνεκτιμηθεί από το γνωμοδοτικό συμβούλιο δημοσίων κτημάτων, το οποίο με γνωμοδοτήσεις του είχε αναγνωρίσει δικαίωμα κυριότητας της μονής επί της Βιστωνίδας και των παραλίμνιων εκτάσεων. Η Mονή Βατοπεδίου υποστηρίζει ακόμα στην προσφυγή της ότι δεν είναι νόμιμη η αιτιολογία της υπουργικής απόφασης, καθώς, όπως αναφέρει, προβλέπει αόριστα ανάκληση για «προφανείς και σοβαρούς λόγους του δημοσίου συμφέροντος», χωρίς, όμως, να εξειδικεύει τους λόγους αυτούς. Και αυτό, όπως αναφέρει η Μονή, παρά το γεγονός ότι η αιτιολογία μιας διοικητικής ανακλητικής πράξης πρέπει να είναι σαφής, ειδική και επαρκής. Επιπλέον, στην προσφυγή αναφέρεται ότι στο μέτρο που εμπλέκονται όχι μόνο δικαιώματα της Μονής, αλλά και δικαιώματα τρίτων, η υπουργική πράξη έπρεπε να σταθμίσει μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου συμφέροντος, βάσει αυστηρών κριτηρίων ασφάλειας δικαίου. Τέλος, η Μονή αναφέρει στην προσφυγή της ότι με βάση την ομολογία των δικαστηρίων, η κοινοχρησία εκτάσεων δεν είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιωτική ιδιοκτησία και ότι οι αποφάσεις που ανακλήθηκαν προσδιορίζουν με σαφήνεια τα ακίνητα, την έκταση και τα όρια και επομένως οι αντίθετες παραδοχές της ανακλητικής απόφασης είναι εσφαλμένες.
Πέραν τούτων, τεράστιες εκτάσεις γης στη Ρουμανία και τη Μολδαβία διεκδικεί η Μονή Βατοπεδίου, και μάλιστα με αξιώσεις, όπως δηλώνουν νομικοί που χειρίσθηκαν την υπόθεση κατ’ εντολήν του ηγουμένου Εφραίμ. Την υπόθεση έφερε στη δημοσιότητα η κυπριακή εφημερίδα «Πολίτης», αναφέροντας ότι η Μονή Βατοπεδίου αναζήτησε και εντόπισε ακίνητη περιουσία 50.000 στρεμμάτων, η οποία ισχυρίζεται ότι της ανήκει με βάση τίτλους ιδιοκτησίας που ανάγονται στην περίοδο της Βυζαντινής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι εκτάσεις που διεκδικεί το μοναστήρι αφορούν 40.000 στρέμματα εντός και πέριξ του Βουκουρεστίου και περίπου ακόμα 10.000 στρέμματα στη Μολδαβία. Πρόκειται για εκτάσεις οι οποίες δημεύθηκαν από τον ιδρυτή της σύγχρονης Ρουμανίας, Αλέξανδρο Ιωάννη Κούζα, μετά τη συνένωση των πριγκιπάτων της Μολδαβίας και της Βλαχίας το 1862. Η νομική βάση της διεκδίκησης εδράζεται σε πρόσφατες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με τις οποίες δικαιώθηκαν Ρουμάνοι πολίτες που διεκδίκησαν περιουσίες που είχαν δημευθεί από το καθεστώς Τσαουσέσκου. Στόχος ήταν να κινηθούν οι απαραίτητες διαδικασίες εντός της Ρουμανίας και αν η διεκδίκηση αποτύγχανε με την εξάντληση όλων των εσωτερικών ένδικων μέσων, τότε να ακολουθούσε προσφυγή της μονής εναντίον της Ρουμανίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Αξιοσημείωτη είναι η συνέντευξη που έδωσε ο καθηγητής της «Ιστορίας του Δικαίου» της Νομικής, Κ. Πιτσάκης, στην εκπομπή «Ανιχνεύσεις» της ΕΤ3.
video

Παραπέμπουμε στο σχετικό link: http://www.youtube.com/watch?v=IqT2YJ01OZs
ΑΛΗΘΕΙΑ
H Μονή ΒατοπεδίουΒατοπαιδίου) είναι η 2η στην ιεραρχία των Αγιορείτικων μονών. Κείται στη μέση της βορειανατολικής πλευράς της χερσονήσου. Το καθολικό της είναι αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Οικοδομήθηκε τον 10ο αιώνα και ιδρύθηκε από τους μοναχούς Νικόλαο, Αθανάσιο και Αντώνιο με προέλευση την Ανδριανούπολη. Οι τοιχογραφίες του είναι των αρχών του 1312 της λεγόμενης Μακεδονικής Σχολής. Οι τοιχογραφίες της λιτής του Καθολικού είναι οι αυθεντικές, ενώ οι υπόλοιπες επιζωγραφήθηκαν μεταγενέστερα. Το μαρμαροθετημένο δάπεδό του είναι μεγάλης τέχνης. Η Μονή Βατοπεδίου έχει συνολικά 31 παρεκκλήσια. Τα δώδεκα βρίσκονται εκτός μονής και τα υπόλοιπα στο κτιριακό της συγκρότημα. Πέντε από αυτά βρίσκονται ενσωματωμένα στο Καθολικό και τρία στους αμυντικούς πύργους της. Στις πτέρυγες της Μονής υπάρχουν εννέα παρεκκλήσια . Ένα από αυτά είναι του Αγίου Ανδρέα, με ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Στην αυλή υπάρχουν δύο παρεκκλήσια. Το ένα είναι της Αγίας Ζώνης και κατέχει ως μέγα θησαύρισμα την Αγία Ζώνη της Παναγίας. Το απαράμιλλης τέχνης επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι του 1816 και θεωρείται το ωραιότερο του Αγίου Όρους. Ο κοιμητηριακός ναός είναι αφιερωμένος στους Αγίους Αποστόλους. Η βιβλιοθήκη της μονής Βατοπεδίου και το αρχείο της μονής Βατοπεδίου στεγάζεται σε ένα απο τους αμυντικούς πύργους της μονής. Περιέχει 2050 χειρόγραφα, απο τα οποία το ένα τρίτο είναι γραμμένα σε περγαμηνή. Διαθέτει επίσης 25 περγαμηνά ειλητάρια. Εκεί φυλάγονται μέρος από τα 40000 έντυπα, απο τα οποία πολλά είναι αρχέτυπα και παλαιότυπα. Το αρχείο της μονής περιλαμβάνει τριακόσιες δέκα χιλιάδες έγγραφα. Η μονή Βατοπεδίου έχει δύο Σκήτες: τη Σκήτη Αγίου Δημητρίου και τη Σκήτη Αγίου Ανδρέα. Εχει επίσης είκοσι έξι Κελλιά και ένδεκα καθίσματα . Στην περιοχή της Κολλιτσούς βρίσκονται οκτώ Κελλιά. Δύο Κελιά είναι στη περιοχη Γυφτάδικα και δύο στις Καρυές. Η Μοναστική δύναμη της Μονής, σύνολο μοναχών και εξαρτηματικών, κυμαίνεται σήμερα απο 90-120 άτομα. Η συντήρηση των κτισμάτων της Μονής, των βιβλιοθηκών, των περγαμηνών κλπ., απαιτεί, προφανώς, πολύ μεγάλες χρηματικές δαπάνες που, ή πρέπει να καλύπτονται από πόρους της Μονής, ή από πόρους του Αγίου Όρους, ή από δωρεές της ελλαδικής εκκλησίας και του Πατριαρχείου, ή από το ελληνικό κράτος.
Αλήθεια είναι οτι το ελληνικό κράτος, η Εκκλησία και τα μοναστήρια ήταν πάντα -κι είναι και σήμερα- οι μεγαλύτεροι ιδιοκτήτες γής. Αυτό σημαίνει πως ο αστικο-δημοκρατικός αναδασμός της γής, που ξεκίνησε από το Κιλελέρ κι έφτασε μεχρι τους αναδασμούς των αρχών της δεκαετίας του ’50, έμεινε ανολοκλήρωτος. Το να περιέλθει η γη στους ακτήμονες αγρότες είναι απλά ένα αστικο-προοδευτικό μέτρο, που θα έπρεπε να έχει συντελεστεί εδώ και καιρό. Η δημόσια γη, η εκκλησιαστική και η μοναστηριακή γη, έχει τίτλους ιδιοκτησίας που ανάγονται μόνον σε αυτοκρατορικά χρυσόβουλα και σε οθωμανικές παραχωρήσεις και αγοραπωλησίες. Ακόμη κι η ιδιωτική γή έχει προέλθει, αρχικά, από εκχώρηση ή αγοραπωλησία που ανάγεται σε χρυσόβουλα και φιρμάνια. Η φεουδαρχική ιδιοκτησία στη γη, πάνω στην οποία βασίστηκε επί αιώνες η εκμετάλλευση του δουλοπάροικου, του κολλήγα, από τους φεουδάρχες και τον ανώτερο κλήρο, σήμερα παίρνει την μορφή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου της Εκκλησίας, των μοναστηριών και του Δημοσίου. Τα περισσότερα και μεγαλύτερα μοναστήρια οικοδομήθηκαν στην περίοδο της φεουδαρχίας, με χρήματα που έδωσαν οι αυτοκράτορες, οι ηγεμόνες και οι φεουδάρχες. Τα ποσά των χρήματων, που απαιτήθηκαν για να χτιστούν τα μοναστήρια αυτά, ήταν τόσο μεγάλα που, ακόμα και σήμερα, με τα τεχνικά μέσα που υπάρχουν, το κόστος κατασκευής τους είναι απαγορευτικό. Για να καταλάβει κανείς τα ποσά των χρημάτων που απαιτήθηκαν, αρκεί να τα συγκρίνει με τα εκατοντάδες εκατομμύρια που απαιτούνται σήμερα για την συντήρηση των κτισμάτων της Μονής Βατοπαιδίου. Τα χρήματα που «δώρισαν» οι αυτοκράτορες, οι ηγεμόνες και οι φεουδάρχες στους καλόγερους, για να οικοδομήσουν τα μοναστήρια, δεν «έπεσαν» από τον ουρανό. Προήλθαν από την άγρια και βάρβαρη εκμετάλλευση εκατομμυρίων δουλοπάροικων. Για να μαζευτούν τα χρήματα, που χρειάστηκαν για την κατασκευή των μονών, πείνασαν, πόνεσαν, πέθαναν εκατομμύρια άντρες, γυναίκες, παιδιά που έμειναν χωρίς φαγητό, χωρίς στέγη, χωρίς «στον ήλιο μοίρα»... Τα μοναστήρια, ουσιαστικά, είναι οικοδομήματα που έχουν χτιστεί από τα οστά και το αίμα εκατομμυρίων αθώων. Ας σημειωθεί, την εποχή εκείνη η κοινωνική εξουσία εκπροσωπούσε τον ουρανό και οι άρχοντες ήταν οι αντιπρόσωποι του Θεού επί της γης.
Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου βοήθησαν την ανάπτυξη του Αγίου Όρους, λόγω της μεγάλης αφομοιωτικής επιρροής που ασκούσε στους λαούς της Βαλκανικής και του κύρους που απελάμβανε στον σπαρασσόμενο από αιρέσεις χριστιανικό κόσμο.
Ο πρώτος Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους, ο επονομαζόμενος «Τράγος», είναι γραμμένος από δέρμα τράγου και φυλάσσεται στις Καρυές. Συντάχθηκε από τον Αθανάσιο τον Αθωνίτη και επικυρώθηκε από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή. Το 985, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος, με χρυσόβουλο, παρεχώρησε την χερσόνησο του Άθωνα στην ιδιοκτησία των ερημιτών και των καλογήρων. Σε χρυσόβουλο έγγραφο του Αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού προς την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, το 1144, αναγνωρίζεται οριστικά και επίσημα και επιβάλλεται το όνομα όπως αναγράφεται σ΄ αυτό: «Εφεξής το όνομα του Άθω καλείσθαι Άγιον Όρος παρά πάντων». Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς το 1430, ο σουλτάνος Μουράτ Β΄ ανεγνώρισε τα προνόμια που είχαν δοθεί στο Άγιο Όρος με αυτοκρατορικά χρυσόβουλα. Κατά την περίοδο της επανάστασης του Εμμανουήλ Παππά το 1822, συνέβη η μεγαλύτερη, ίσως, καταστροφή στην ιστορία του Αγίου Όρους: τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις σφαγίασαν μοναχούς καθώς επίσης και γυναικόπαιδα που είχαν προστρέξει εκεί για να βρούν καταφύγιο. Με τη συνθήκη του Βερολίνου το 1878, το καθεστώς του Αγίου Όρους άρχισε να υφίσταται για τους μοναχούς, πριν την ενσωμάτωση της Χαλκιδικής στο ελληνικό κράτος. Με την συνθήκη του Βερολίνου, η Ελλάδα υποχρεώνεται σε αναγνώριση και διατήρηση των παραδοσιακών δικαιωμάτων και ελευθεριών στις μοναστηριακές κοινότητες του Αγίου Όρους. Το ελληνικό κράτος κύρωσε με το ν.δ. 10/16 Σεπτεμβρίου 1926 τον καταστατικό χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος βάσει του άρθρου 186 απαγορεύει την είσοδο γυναικών στον Άθω. Επομένως, το status quo του Αγίου Όρους, τα δικαιώματα και τα προνόμιά του, απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο, κι όχι άμεσα από την νομοθεσία του ελληνικού κράτους.
Σήμερα, το Άγιο Όρος αποτελεί αυτοδιοίκητο και αυτόνομο τμήμα του ελλαδικού χώρου, κυβερνάται σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη του 1924, υπάγεται πολιτικά στο Υπουργείο Εξωτερικών και θρησκευτικά στην Δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Είναι διαιρεμένο εδαφικά σε είκοσι αυτοδιοίκητες περιοχές. Κάθε περιοχή αποτελείται από μία κυρίαρχη μονή και διάφορους άλλους μοναστικούς οικισμούς γύρω από αυτήν (σκήτες, κελλιά, καλύβες, καθίσματα, ησυχαστήρια). Όλες οι μονές είναι Κοινόβιες, δηλαδή κοινή λειτουργία, προσευχή, στέγη, σίτιση και εργασία μεταξύ των μοναχών. Υπεύθυνος της κάθε μονής είναι ο Ηγούμενος που εκλέγεται από τους μοναχούς της μονής ισόβια. Οι Ηγούμενοι κάθε μονής αποτελούν την Ιερά Σύναξη και ασκούν την νομοθετική εξουσία.
Η Ιερά Μονή ή Μοναστήρι είναι θρησκευτικό πνευματικό ή Μοναστικό ίδρυμα κυρίαρχο (δηλαδή ανεξάρτητο), αυτοδιοίκητο, ιδρυμένο με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο έγγραφο ή πατριαρχικό σιγγίλιο, με ιδιοκατοχή και απόλυτη κυριότητα Αγιορειτικού εδάφους, μη υποκείμενο σε κανένα περιορισμό ως προς τον αριθμό των μοναχών. Έτσι οι Μονές αποκαλούνται Βασιλικές, Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές (στη θεμελίωση των οποίων τοποθετήθηκε πατριαρχικός σταυρός) και υπό την ιδιότητα αυτών εξαιρούνται οικείας επισκοπικής δικαιοδοσίας, υπάγονται δε απευθείας στον Οικουμενικό Πατριάρχη, του οποίου το όνομα και μόνο μνημονεύεται. Το δε Οικουμενικό Πατριαρχείο ασκεί πνευματική και μόνο δικαιοδοσία.
Την εκτελεστική εξουσία στο Άγιο Όρος αντιπροσωπεύει η Ιερά Επιστασία, της οποίας ο Πρόεδρος φέρει την ονομασία Πρωτεπιστάτης. Η Ιερά Επιστασία αποτελείται από 4 μέλη επιλεγμένα από τις 5 πρώτες ιεραρχικά μονές. Αυτές είναι οι εξής: Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας (963), Ιερά Μονή Βατοπεδίου (972), Ιερά Μονή Ιβήρων (976), Ιερά Μονή Χιλιανδαρίου ή Χελανδαρίου (1197, Σερβική), Ιερά Μονή Διονυσίου(1375).
Επίσης, η Ιερά Κοινότητα έχει εκτός των άλλων και δικαστική αρμοδιότητα σε υποθέσεις Αστικού Δικαίου για πλημμελήματα που συνέβησαν εντός των γεωγραφικών ορίων του Αγίου Όρους. Για όλες τις υπόλοιπες (Κακουργήματα κλπ.) αρμόδια δικαστήρια εκδίκασης είναι αυτά της πόλεως της Θεσσαλονίκης.
Ως Ανώτατη Εκκλησιαστική και Δικαστική Αρχή εντός του Αγίου Όρους αναγνωρίζεται η Διπλή Ενιάυσεως Σύναξη, η οποία συνέρχεται τακτικά μία φορά τον χρόνο, εκτός και εάν απαιτείται διαφορετικά, και μπορεί να αποφανθεί δια πάν ζήτημα.
Και τέλος χρέη Ανωτάτου Εφετείου γιά Εκκλησιαστικά-Πνευματικά θέματα ασκεί η σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Κατα το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ιερά Επιστασία ζήτησε από το Χίτλερ να λάβει την Αθωνική Πολιτεία υπό την προσωπική προστασία του και εκείνος συμφώνησε. Έτσι οι Γερμανοί και Βούλγαροι κατακτητές δεν ενόχλησαν τις Μονές. Με την πράξη τους αυτή, οι αγιορείτες περιέπεσαν σε ανυποληψία και σε περίοδο παρακμής, για δυο δεκαετίες. Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ιδίως μετά το 1965, το Άγιον Όρος στην Ευρώπη και το Θιβέτ στην Ασία, ενισχύθηκαν ποικιλλοτρόπως από το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, κι αποτέλεσαν σημαντικότατα προπύργια προπαγάνδας ενάντια στα αθεϊστικά καθεστώτα του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της Κίνας. Ειδικότερα, κατά την δεκαετία του ’70, το Άγιον Όρος προβλήθηκε κι εξιδανικεύτηκε σε τέτοιο βαθμό από τους μηχανισμούς προπαγάνδας του δυτικού κόσμου, ώστε απέκτησε πάλι το κύρος που είχε κατα την Βυζαντινή περίοδο. Μετά την λήξη του Ψυχρού Πολέμου και μετά την άνοδο Πούτιν στην εξουσία της Ρωσίας, οι πολιτικές σκοπιμότητες της, πολιτικής και ιδεολογικής, λειτουργίας του Άγιου Όρους στους ορθόδοξους πληθυσμούς των Βαλκανίων και της Ρωσίας, έχουν αλλάξει. Η επίσκεψη Πούτιν στο Άγιον Όρος και οι γεωπολιτικές ανακατανομές ισχύος στην χερσόνησο του Αίμου έχουν καταστήσει την ιδεολογικο-πολιτική λειτουργία της Αθωνικής Πολιτείας επιζήμια για τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός, πως ο ηγούμενος Ευφραίμ, αδελφός του Κύπριου προέδρου του Ευρωπαϊκού κόμματος Κουτσού, υπερθεμάτισε, όπως λέγεται, κατά του σχεδίου Αναν.
ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ
Η πολιτική ρευστότητα και το νοσηρό κλίμα, που έχει δημιουργήσει η αντιπαράθεση των κομμάτων της εξουσίας, με αφορμή τις δοσοληψίες της Μονής Βατοπεδίου με το Κράτος και τις συμπεριφορές υπουργών και αξιωματούχων της κυβερνητικής εξουσίας, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και ανησυχίες.
Το απλοϊκό επιχείρημα πως όλα αυτά γίνονται για να επικαλυφθούν τα πραγματικά προβλήματα του λαού (φτώχεια, ανεργία, υποαπασχόληση, εγκληματικότητα κλπ.) δεν είναι επαρκές για να αμβλύνει τις υποψίες οτι κάτι σοβαρότερο συμβαίνει απ’ όσα λέγονται και ομολογούνται.
Το περίεργο -και ύποπτο συνάμα- είναι το γιατί η αστική τάξη της χώρας και τα κόμματα που την εκπροσωπούν, ενώ αντιμετωπίζει προβλήματα που σχετίζονται με την παγκόσμια πιστωτικο-οικονομική κρίση, τα δημόσια οικονομικά, το Μακεδονικό, το Κυπριακό, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις κλπ., αφήνει να σέρνεται μια πολιτική ρευστότητα που διευκολύνει τις επιδιώξεις του διεθνούς παράγοντα επί του ελληνικού γεωπολιτικού χώρου.
Η εμμονή των κομμάτων της μείζονος και της ελάσσονος αντιπολίτευσης να παρουσιάζονται σαν θεματοφύλακες του δημοσίου συμφέροντος, της νομιμότητας και της ηθικής, και να υποσκάπτουν με λαϊκισμούς, για χρυσόβουλα και για φιρμάνια, το κύρος νομικών αξιωμάτων του διεθνούς δικαίου, πάνω στα οποία στηρίζεται η εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους για να περιφρουρεί και να διεκδικεί τα πολιτισμικά και τα ιστορικά δικαιώματα του ελληνικού λαού σε πολλές περιοχές του κόσμου (Κωνσταντινούπολη, Ιεροσόλυμα, Σινά κλπ.), ή είναι προϊόν ανικανότητας και άγνοιας, ή είναι προϊόν συνδιαλλαγής και σχεδιασμού από πολιτικές δυνάμεις εντός και εκτός των τειχών της ελληνικής κοινωνίας.
Ταυτόχρονα, οι διαφοροποιήσεις στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ σηματοδοτούν ουσιώδεις ανακατατάξεις στον πολιτικο-οικονομικό συνασπισμό εξουσίας κι ενισχύουν την γνώμη οτι κάτι περίεργο συμβαίνει.
Τα φαινόμενα της διαφθοράς είναι μόνιμα και σύμφυτα στις καπιταλιστικές κοινωνίες, είναι αποτέλεσμα των αξιών και των ιδανικών που καθαγιάζουν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και τον νόμο του μεγίστου κέρδους. Όποτε τα κόμματα της καπιταλιστικής εξουσίας έκαναν προσχηματικά κυρίαρχο το ζήτημα της διαφθοράς, ήταν προμήνυμα δεινών για τους μισθοσυντήρητους και το λαό.
Ειδικά σήμερα, που οι μισθοσυντήρητοι και ο λαός είναι παθητικοποιημένοι, ανοργάνωτοι και ηγεμονευόμενοι από τα ιδανικά και τις αξίες της καπιταλιστικής κοινωνίας, οι κίνδυνοι από την πολιτική αστάθεια και την νοσηρότητα μεγεθύνονται.
Είναι γνωστή η δυσφορία των ΗΠΑ για τον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, το κοινό ανακοινωθέν για τα γεγονότα στην Γεωργία, σχέδιο Ανάν κλπ.
Επίσης, τα κόμματα της κοινοβουλευτικής αριστεράς, διαποτισμένα από την αντίληψη του κρατισμού, αυτοπροβάλλονται σαν θεματοφύλακες της δημόσιας καπιταλιστικής περιουσίας και με τις θέσεις τους για σύσταση εξεταστικής ή προανακριτικής επιτροπής ενισχύουν, άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα, την αντιεπιστημονική άποψη της αστικής κουλτούρας που υποστηρίζει πως το μεγαλύτερο μέρος των προβλημάτων της κοινωνίας μας οφείλεται στην ανεντιμότητα, στην ανικανότητα και στην κακοδιαχείριση των αξιωματούχων της πολιτικής και κρατικής εξουσίας. Δίνεται, λοιπόν, η αίσθηση ότι ο πλούτος κι η ιδιοκτησία είναι αποτέλεσμα ανομίας, κλοπής και ληστρικών ενεργειών της ιθύνουσας οικονομικο-πολιτικής τάξης. Η λανθασμένη αυτή αντίληψη έχει επαρκώς καταπολεμηθεί από την κριτική του Μαρξ στον Προυντόν.
Τελειώνοντας εδώ, επαναλαμβάνουμε την θέση μας, και για την περίπτωση του Ευφραίμ και για κάθε άλλη περίπτωση: τα φαινόμενα της διαφθοράς είναι μόνιμα και σύμφυτα στις καπιταλιστικές κοινωνίες, είναι αποτέλεσμα των αξιών και των ιδανικών που καθαγιάζουν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και τον νόμο του μεγίστου κέρδους.
Μανώλης Γρηγοριάδης, 24/11/08

Δεν υπάρχουν σχόλια: