ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Τρία κείμενα για την μετωνυμική-μεταφορική γλώσσα κλπ.

Τα κείμενα που αναδημοσιεύουμε δίνουν χρήσιμες πληροφορίες για τους τρόπους προσέγγισης ορισμένων ρευμάτων γλωσσολογίας (και όχι μόνο) σε ουσιώδη γλωσσικά ιδιώματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμφωνούμε με τις απόψεις της μίας ή της άλλης γλωσσολογικής εκδοχής κλπ.
Διαβάστε περισσότερα...

Μεταφορά και μετωνυμία
του Daniel Chandler (Σημειωτική για Αρχάριους, μτφρ. Μαρία Κωνσταντοπούλου)

Μερικοί κύριοι όροι από τη φιλολογική κριτική και τη ρητορική χρησιμοποιούνται ευρέως από τους σημειωτιστές. Οι συμπαραδηλωτικές σημασίες δημιουργούνται συχνά με χρήση της μεταφοράς ή της μετωνυμίας – τους δύο θεμελιώδεις τρόπους που επικοινωνούμε σημασίες σύμφωνα με τον Roman Jakobson. Η μεταφορά εκφράζει το ανοίκειο (γνωστό στη φιλολογική ορολογία ως 'tenor') σε όρους του οικείου (του 'οχήματος'). Η σημασία και το όχημα είναι κατά κανόνα άσχετα: πρέπει να κάνουμε ένα φανταστικό πήδημα για να αναγνωρίσουμε την ομοιότητα την οποίαν υπαινίσσεται μια νέα μεταφορά. Σε σημειωτικούς όρους, η μεταφορά είναι ένα σημαίνον που χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε ένα σημαινόμενο με τρόπο που είναι αρχικά μη συμβατικός, επειδή φαινομενικά περιφρονεί την κυριολεκτική ή καταδηλωτική ομοιότητα (αν και κάποιο είδος ομοιότητας πρέπει να εμφανισθεί αν η μεταφορά πρόκειται να γίνει αντιληπτή από τους ερμηνευτές της). Περισσότερη ερμηνευτική προσπάθεια απαιτείται για να βγεί νόημα από τις μεταφορές παρά από πιο κυριολεκτικά σημαίνοντα, κι όμως αυτή η ερμηνευτική προσπάθεια μπορεί να κάνει ευχάριστη την εμπειρία. Ενώ οι μεταφορές μπορεί να απαιτούν ένα πήδημα της φαντασίας στην αρχική τους χρήση (όπως στις αισθητικές χρήσεις στην ποίηση ή στις οπτικές τέχνες) πολλές μεταφορές γίνονται τόσο συνήθεις που δεν τις αντιλαμβανόμαστε πια καθόλου ως μεταφορές. Υπάρχουν επίσης οπτικές όσο και λεκτικές μεταφορές. Στον κινηματογράφο η «μεταφορά εφαρμόζεται όταν υπάρχουν δύο διαδοχικές σκηνές και η δεύτερη λειτουργεί σε σύγκριση με την πρώτη» (Hayward 1996, 218). Όπως γράφει ο John Fiske «η οπτική γλώσσα που λειτουργεί πιο συχνά μεταφορικά είναι αυτή που χρησιμοποιείται από τους διαφημιστές» (Fiske 1982, 97). Οι Thwaites et al. γράφουν ότι η μεταφορά μπορεί να συνεπάγεται τη λειτουργία της 'μεταβίβασης', που μεταφέρει κάποιες ιδιότητες από το ένα σημείο στο άλλο (Thwaites et al. 1994, 46). Αυτό το διερεύνησε η Judith Williamson σε σχέση με τη διαφήμιση (Williamson 1978).

Η μετωνυμία γενικά συνεπάγεται ένα ειδικό παράδειγμα (π.χ. μια μητέρα) που συμβολίζει τη σχετική γενική κατηγορία (π.χ. τη μητρότητα) – ή μια συγκεκριμένη συσχετιζόμενη λεπτομέρεια (όπως ένα χρυσό πακέτο) που συμβολίζει ένα αντικείμενο (όπως τα τσιγάρα Benson and Hedges). Ο John Fiske γράφει ότι «η επιλογή της μετωνυμίας είναι σαφώς αποφασιστική, αφού από αυτήν μπορούμε να κατασκευάσουμε το άγνωστο υπόλοιπο της πραγματικότητας» (Fiske 1982, 97). Όπως με τις μεταφορές, οι μετωνυμίες μπορεί να είναι οπτικές αλλά και λεκτικές. Στον κινηματογράφο η «μετωνυμία μπορεί να εφαρμοσθεί σε ένα αντικείμενο που είναι προφανώς παρόν, αλλά το οποίο αντιπροσωπεύει ένα άλλο αντικείμενο ή θέμα με το οποίο σχετίζεται, αλλά το οποίο απουσιάζει» (Hayward 1996, 217). Ο John Fiske γράφει ότι «οι ειδήσεις είναι μετωνυμικές: ένα γεγονός που αναφέρεται ερμηνεύεται ως αντιπροσωπευτικό ολόκληρης της πραγματικότητας της οποίας είναι μόνο μέρος» (O'Sullivan et al. 1994, 181).

Οι διαφημιστές χρησιμοποιούν τη μεταφορά και τη μετωνυμία: «το σημείο μιας μητέρας που σερβίρει ένα συγκεκριμένο δημητριακό για το πρωϊνό των παιδιών της είναι μια μετωνυμία όλων των μητρικών της δραστηριοτήτων μαγειρέματος, καθαρισμού και ένδυσης, αλλά είναι μεταφορά για την αγάπη και την ασφάλεια που τους προσφέρει» (Fiske & Hartley 1978, 50). Ο Thwaites και οι συνάδελφοί του επισημαίνουν ότι η μετωνυμία είναι κοινή στη διαφήμιση των τσιγάρων σε χώρες που η νομοθεσία απαγορεύει εικόνες των ίδιων των τσιγάρων ή των ανθρώπων που τα χρησιμοποιούν (Thwaites et al. 1994, 48-9). Οι διαφημίσεις για τα Benson and Hedges και για τα Silk Cut είναι καλά παραδείγματα της τακτικής αυτής. Μερικοί θεωρητικοί προσδιορίζουν ένα συγκεκριμένο είδος μετωνυμίας ως 'συνεκδοχή'. Σύμφωνα με τη διάκριση αυτή, η συνεκδοχή είναι ένα είδος μετωνυμίας στο οποίο ένα μέρος παριστά το σύνολο ή τανάπαλιν (ο αστυνόμος είναι 'ο νόμος', το Λονδίνο είναι 'ο καπνός', οι εργάτες μερικές φορές ονομάζονται 'χέρια', 'έχω ένα καινούργιο ζευγάρι ρόδες'). Όπως επισημαίνει η Monaco, «πολλά από τα παλιά κλισέ του Χολλυγουντ είναι συνεκδοχικά (κοντινές σκηνές ποδιών που περπατούν εκπροσωπούν το στρατό) και μετωνυμικές (οι σελίδες του ημερολογίου που πέφτουν, οι ρόδες της μηχανής του τραίνου)» (Monaco 1981, 136). Πάντως, ο Umberto Eco (1984) αρνήθηκε οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ συνεκδοχής και μετωνυμίας.

Αντίθετα από τη μεταφορά, η μετωνυμία βασίζεται στην εγγύτητα. Δεν απαιτεί μετακίνηση (πήδημα της φαντασίας) όπως κάνει η μεταφορά. Αυτή η διαφορά μπορεί να οδηγήσει τη μετωνυμία να μοιάζει πιο 'φυσική' από τις μεταφορές – που όταν είναι ακόμη 'φρέσκιες' είναι στυλιστικά στο προσκήνιο. Οποιαδήποτε προσπάθεια να αναπαραστήσουν την πραγματικότητα μπορεί να θεωρηθεί ως συνεπαγόμενη τη μετωνυμία, αφού μπορεί μόνο να συνεπάγεται επιλογή (κι όμως τέτοιες επιλογές συμβάλλουν στο να μας καθοδηγούν στην βαθύτερη γνώση ευρυτέρων πλαισίων αναφοράς). 

Μερικοί σημειωτιστές προτείνουν ότι η μεταφορά είναι μια υποδειγματική διάσταση (κάθετη επιλογική/συσχετιστική) και η μετωνυμία μια συνταγματική διάσταση (οριζόντια, συνδυαστική) (Fiske & Hartley 1978, 50, που υιοθετεί ο Jakobson). Αυτά τα ρητορικά τεχνάσματα πρέπει να ειδωθούν σε όρους υποκατάστασης μέσω ομοιότητας ή μέσω εγγύτητας (Eco 1976, 280). Ο John Fiske ισχυρίζεται ότι «οι μετωνυμίες λειτουργούν συνταγματικά. Δημιουργούμε το υπόλοιπο της 'ιστορίας' από το μέρος που μας έχουν δώσει» (O'Sullivan et al. 1994, 181). Πάντως, οι Thwaites et al. ισχυρίζονται ότι οι μεταφορές και οι μετωνυμίες λειτουργούν τόσο συνταγματικά όσο και υποδειγματικά (Thwaites et al. 1994, 47-9). Προσφέρουν επίσης μια λεπτομερή ανάλυση της λειτουργίας της μεταφοράς και της μετωνυμίας σε φωτογραφίες εφημερίδων με λεζάντες (ibid., 49-56). Υπάρχει μια διασκεδαστική συζήτηση για τη μεταφορά και τη μετωνυμία στο μυθιστόρημα Nice Work του David Lodge.

Τυπικό παράδειγμα τέτοιων περιστατικών ήταν κι ο άγριος καυγάς που ξέσπασε μεταξύ τους για τη διαφήμιση του Silk Cut…. Κάθε τόσο, έμοιαζε να περνούν μπροστά από το ίδιο τεράστιο πανώ στην άκρη του δρόμου: μια φωτογραφική αναπαράσταση μιας κυματιστής επιφάνειας μωβ μεταξωτού υφάσματος, στο οποίο υπήρχε μια μοναδική σχισμή, σαν το υλικό να είχε σχισθεί με ξυράφι. Δεν υπήρχαν λόγια στη διαφήμιση, εκτός από την κυβερνητική προειδοποίηση για τον κίνδυνο υγείας που εγκυμονεί το κάπνισμα. Αυτή η απανταχού παρούσα εικόνα, που εμφανιζόταν σε κανονικά διαστήματα, χτυπούσε στα νεύρα και διήγειρε την περιέργεια της Robyn, που άρχισε να εφαρμόζει τη σημειωτική της στη βαθειά δομή που κρυβόταν κάτω από αυτή την αδιατάρακτη επιφάνεια.

Ήταν εκ πρώτης όψεως ένα είδος αινίγματος. Δηλαδή, για να το αποκωδικοποιήσεις έπρεπε να γνωρίζεις ότι υπήρχε μια μάρκα σιγαρέττων με το όνομα Silk Cut. Η αφίσα ήταν η εικονική αναπαράσταση ενός ονόματος που έλειπε, κάτι σαν εικονογραφημένος γρίφος. Αλλά η εικόνα ήταν επίσης μεταφορική. Το μεταξωτό που αχνόφεγγε με τις φιλήδονες καμπύλες του και την αισθησιακή του υφή, προφανώς συμβόλιζε το γυναικείο σώμα, και η ελλειπτική σχισμή, στο προσκήνιο με ένα ανοιχτότερο χρώμα να τη διαπερνά, ήταν ακόμη πιο προφανώς ο γυναικείος κόλπος. Έτσι η διαφήμιση απευθυνόταν και στις αισθησιακές και στις σαδιστικές ορμές, στην επιθυμία ακρωτηριασμού και διείσδυσης στο γυναικείο σώμα.

Ο Βικ Ουίλκοξ ξέσπασε σε ακατάληπτους γρυλλισμούς αγανακτισμένης ειρωνίας καθώς εκείνη ανέπτυσσε την ερμηνεία. Κάπνιζε ο ίδιος μια διαφορετική μάρκα τσιγάρων, αλλά έμοιαζε να αισθάνεται ότι ολόκληρη η κοσμοθεωρία του απειλείτο από την ανάλυση της διαφήμισης που έκανε η Ρόμπυν.
«Πρέπει να έχεις διεστραμμένο μυαλό για να τα βλέπεις όλα αυτά σε ένα εντελώς αθώο κομμάτι ύφασμα» είπε «Τότε ποιά είναι η σημασία του;» τον προκάλεσε η Ρόμπυν. «Γιατί να χρησιμοποιήσεις ένα ύφασμα για να διαφημίσεις τσιγάρα;»
«Τι πάει να πει αύτο, το όνομά τους είναι έτισ, δεν είναι;
Silk Cut. Είναι η απεικόνιση του ονόματος. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο».
«Υπόθεσε ότι είχαν χρησιμοποιήσει την εικόνα ενός ρολού μεταξωτού υφάσματος κομμένου στη μέση – θα έκανε την ίδια δουλειά;»
«Υποθέτω. Ναί, γιατί όχι».
«Γιατί θα έμοιαζε σαν ένα πέος κομμένο στα δύο, γιαυτό».
Γέλασε βεβιασμένα για να κρύψει την αμηχανία του.
«Γιατί βρε άνθρωποι του θεού δεν μπορείτε να πάρετε τα πράγματα όπως φαίνονται;» «Σε ποιούς ανθρώπους αναφέρεσαι;»
«Στους διανοούμενους. Τους κουλτουριάρηδες. Προσπαθείτε πάντοτε να βρίσκετε κρυφά νοήματα στα πράγματα. Γιατί; Ένα τσιγάρο είναι ένα τσιγάρο. Ένα κομμάτι μετάξι είναι ένα κομμάτι μετάξι. Γιατί δε σας φθάνει αυτό;»
«Όταν απεικονίζονται παίρνουν πρόσθετες σημασίες», λέει η Ρόμπυν. «Τα σημεία δεν είναι ποτέ αθώα. Η σημειωτική μας το διδάσκει».
«Η σημειω – τί;»
«Σημειωτική. Η μελέτη των σημείων.»
«Μας διδάσκει να έχουμε βρώμικα μυαλά, αν θες τη γνώμη μου».
«Γιατί νομίζεις ότι τα καταραμένα τα τσιγάρα τους τους κατεβηκε να τα ονομάσουν
Silk Cut
«Δεν ξέρω. Είναι απλώς ένα όνομα, σαν οποιοδήποτε άλλο».
«Η κοπή» έχει κάτι να κάνει με τον καπνό, δεν έχει; Ο τρόπος που κόβονται τα φύλλα του καπνού. Όπως το "
Player's Navy Cut" – ο θείος Ουώλτερ τα κάπνιζε συνήθως»
«Έ, και τι μ’ αυτό;» είπε ο Βικ βαρυεστημένα.
«Αλλά το μετάξι δεν έχει τίποτε να κάνει με τον καπνό. Είναι μια μεταφορά, μια μεταφορά που εννοεί κάτι άλλο: «απαλό σα μετάξι». Κάποιος στη διαφημιστική εταιρία ονειρεύτηκε το όνομα "
Silk Cut" για να υποδηλώσει ένα τσιγάρο που δεν θα σου ενοχλούσε το λαιμό, δε θα προκαλούσε βήχα ή καρκίνο των πευμόνων. Αλλά με τον καιρό το κοινό συνήθισε το όνομα, η λέξη 'μετάξι' έπαψε να μεταφέρει σημασία, έτσι αποφάσισαν να κάνουν μια διαφημιστική εκστρατεία για να ξαναδώσουν στο προϊόν το υψηλό του γόητρο. Κάποιος έξυπνος καζανόβας στη διαφημιστική εταιρία πρότεινε την ιδέα του κυματιστού μεταξωτού με το σχίσιμο. Η αρχική μεταφορά αναπαρίστατο τώρα κυριολεκτικά. Είτε υπήρχε συνειδητή πρόθεση είτε όχι δεν έχει στ’ αλήθεια σημασία. Στην πραγματικότητα είναι ένα καλό παράδειγμα της αιώνιας κατολίσθησης του σημαινομένου υπό το σημαίνον».
Ο Ουίλκοξ φάνηκε να το αναμασάει για ένα διάστημα, κι ύστερα είπε
«Και τότε λοιπόν γιατί τα καπνίζουν οι γυναίκες, ε;» αποκαλύπτοντας με τη θριαμβευτική του έκφραση ότι νόμιζε πως είχε βρει ένα ακαταμάχητο επιχείρημα. «Αν το να καπνίζεις Silk Cut είναι ένα είδος βεβαρυμένου βιασμού, όπως προσπαθείς να το παραστήσεις, πώς γίνεται να τα καπνίζουν και γυναίκες;» «Πολλές γυναίκες έχουν μαζοχιστικές τάσεις» είπε η Ρόμπυν. «Έχουν μάθει τι αναμένεται από αυτές σε μια πατριαρχική κοινωνία».
«Χα!» αναφώνησε ο Ουίλκοξ κουνώντας πίσω το κεφάλι του. «Θά έπρεπε να το περιμένω ότι θα έβρισκες κάποια παλαβή απάντηση.»
«Δεν ξέρω γιατί ταράζεσαι τόσο πολύ» είπε η Ρόμπυν. «Ούτε
Silk Cut να κάπνιζες!»
«Όχι, καπνίζω
Marlboro. Περιέργως, τα καπνίζω επειδή μου αρέσει η γεύση τους!».
«Είναι αυτά που διαφημίζονται με το μοναχικό καουμπόϋ, δεν είναι;»
«Υποθέτω ότι αυτό με κατατάσσει στους καταπιεσμένους ομοφυλόφιλους, έ;»
«Όχι, είναι ένα πολύ ευθύ μετωνυμικό μήνυμα».
«Μετω- τι;»
«Μετωνυμικό. Ένα από τα βασικά εργαλεία της σημειωτικής είναι η διάκριση μεταξύ μεταφοράς και μετωνυμίας. Θέλεις να σου την εξηγήσω;».
«Για να περάσει η ώρα..», είπε.
«Η μεταφορά είναι ένα σχήμα λόγου βασισμένο στην ομοιότητα, ενώ η μετωνυμία βασίζεται στη γειτνίαση. Στη μεταφορά υποκαθιστάς κάτι που εννοείς με κάτι άλλο που του μοιάζει, ενώ στην μετωνυμία υποκαθιστάς κάποιο χαρακτηριστικό, αιτία, ή αποτέλεσμα του πράγματος από το ίδιο το πράγμα».
«Δεν κατάλαβα λέξη απ’ αυτά που είπες».
«Λοιπόν, πάρε ένα από τα εκμαγεία σου. Το κάτω μέρος ονομάζεται σβάρνα, επειδή σέρνεται στο πάτωμα και το πάνω μέρος ονομάζεται κάπα επειδή σκεπάζει το κάτω.
«Εγώ σου το είπα αυτό».
«Ναί, το ξέρω. Αυτό που δε μου είπες ήταν ότι η «σβάρνα» είναι μετωνυμία και η «κάπα» είναι μεταφορά.»
Ο Βικ γρύλλισε. «Ποιά είναι η διαφορά;»
«Είναι απλώς θέμα κατανόησης του τρόπου λειτουργίας της γλώσσας. Νόμιζα ότι σε ενδιέφερε ο τρόπος λειτουργίας των πραγμάτων».
«Δεν καταλαβαίνω τι έχει να κάνει αυτό με τα τσιγάρα».
«Στην περίπτωση της αφίσας του
Silk Cut, η εικόνα υποδηλώνει το γυναικείο σώμα μεταφορικά και η σχισμή στο μετάξι μοιάζει με κόλπο –»
Ο Βικ μόρφασε ακούγοντας τη λέξη. «Έτσι λες εσύ».
«Όλες οι τρύπες, τα βαθουλώματα, οι σχισμές και οι πτυχώσεις αναπαριστούν το γυναικείο αιδοίο».
«Απόδειξέ το».
«Το απέδειξε ο Φρόυντ με την επιτυχή ανάλυση των ονείρων που έκανε» είπε η Ρόμπυν. «Αλλά οι διαφημίσεις των
Marlboro δε χρησιμοποιούν μεταφορές. Ίσως γιαυτό να τα καπνίζεις κιόλας».
«Τι εννοείς;» ρώτησε καχύποπτα.
«Δε σου αρέσει καθόλου ο μεταφορικός τρόπος θεώρησης των πραγμάτων. Ένα τσιγάρο είναι ένα τσιγάρο, καθόσον σε αφορά».
«Σωστά».
«Η διαφήμιση του
Marlboro δε διαταράσσει την αφελή πίστη στη σταθερότητα του σημαινομένου. Καθιερώνει μια μετωνυμική σύνδεση – εντελώς πλαστή βέβαια, αλλά ρεαλιστικά αληθοφανή – μεταξύ του καπνίσματος μιας συγκεκριμένης μάρκας και της υγιεινής, ηρωικής ζωής ενός καουμπόυ στο ύπαιθρο . Αγοράστε το τσιγάρο και θα αγοράσετε τον τρόπο ζωής, ή τη φαντασίωση ότι ζείτε έτσι».
«Βλακείες!» είπε ο Ουίλκοξ. Εγώ μισώ την εξοχή και το ύπαιθρο. Φοβάμαι να πλησιάσω σε χωράφι αν βόσκει έστω και μια αγελάδα».
«Τότε λοιπόν, είναι ίσως η μοναχικότητα του καουμπόυ στη διαφήμιση που σου αρέσει. Αυτόνομος, ανεξάρτητος, πολύ αρρενωπός».
«Αρχίδια! Δεν έχω ποτέ ακούσει τόσα πολλά στη ζωή μου» είπε ο Βικ Ουίλκοξ, που δε συνήθιζε να χρησιμοποιεί χυδαίες εκφράσεις.
«Αρχίδια – να μια ενδιαφέρουσα έκφραση…» μουρμούρισε η Ρόμπυν.
«Ω, όχι» μούγκρισε εκείνος.
«Όταν λες ότι ένα άνδρας «έχει αρχίδια», επιδοκιμαστικά, είναι μετωνυμία, ενώ όταν λες κάτι σαν «αυτά είναι αρχίδια», ή «αρχίδια καλαβρέζικα» είναι ένα είδος μεταφοράς. Η μετωνυμία προσδίδει αξία στους όρχεις, ενώ η μεταφορά τα χρησιμοποιεί για να υποτιμήσει κάτι άλλο».
«Δεν αντέχω άλλο», είπε ο Βικ. «Σε πειράζει να καπνίσω; Ένα απλό, κοινό τσιγαράκι;».

Αναδημοσίευση από:
ΕΛΛΟΠΟΣ

***

Περί μεταφοράς, μετωνυμίας και επιθυμίας στο "μη απεικονίσιμο"
του Εμμανουήλ Αρετουλάκη

O Paul de Man αναλύει το διαχωρισμό ανάμεσα στην αλληγορία και το συμβολισμό. Στο έργο του «Blindness and Insight» (1983) αναφέρεται στο σύμβολο ως ένα είδος έμμεσης αναφοράς, ενώ συνδέει την αλληγορία με το «μη συγκεκριμένο» και με την αντίσταση στον προσδιορισμό του νοήματος σ' ένα κείμενο. Mια τέτοια διάκριση θα βοηθούσε στη διαλεύκανση της «μεταφορικότητας» στο έργο του Lyotard. H μεταφορά στον Lyotard λειτουργεί πολύ πιο δραστικά απ' ό,τι θα λειτουργούσε οποιοδήποτε ρητορικό εργαλείο μέσα στο λόγο. O αναγνώστης του κειμένου εξοικειώνεται με τη χρήση της μεταφοράς ως «υποκατάσταση», αντικατάσταση μιας λέξης από κάποια άλλη. Mια τέτοια χρήση όμως στην ουσία «κυριολεκτικοποιεί» και τιθασεύει την έννοια της μεταφοράς καθώς την ενσωματώνει de facto στη γραφή, απογυμνώνοντάς την από την όποια μοναδικότητα και ποιητικότητα που ενδεχομένως περιέχει. O Lyotard πιστεύει ότι η μεταφορικότητα στο λόγο πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αλληγορική έννοια. Δανειζόμενοι την ορολογία του de Man, η μεταφορά ως συμβολισμός και άμεσος φορέας νοήματος αδικεί, κατά κάποια τρόπο, τη μεταφορικότητα καθώς οδηγεί στην (αφύσικη) εξοικείωση του αναγνώστη, όπως αναφέραμε λίγο παραπάνω. H αλληγορία όμως που αποκλίνει απ' την εύκολη και εύλογη απόδοση νοήματος (σημαινόμενου) χαρίζει στη μεταφορά την ηθική δικαίωσή της ως «διαφορετικότητα» μέσα στο λόγο παρά ως απλή αντικατάσταση όρων. Στο άρθρο «Tο Έργο του Oνείρου δεν Σκέφτεται» («Le Travail du Reve ne Pense Pas») ο Lyotard ισχυρίζεται ότι
η αληθινή μεταφορά, η χρήση μιας λέξης με μεταφορική έννοια, ξεκινά με το αγεφύρωτο χάσμα, την παραβίαση του αποδεκτού οπλοστασίου υποκαταστάτων που κυρώνει η χρήση. O Jakobson αρχίζει με την ιδέα της υπο/αντι-κατάστασης που βασίζεται στην αυστηρά στρουκτουραλιστική σύλληψη της γλώσσας, και συνεχίζει [...] προς ένα ρητορικό νόημα μεταφοράς εφαρμοζόμενο στον λόγο. H υποκατάσταση πράγματι βασίζεται στη χρήση, αλλά η αληθινή μεταφορά αντιστέκεται σ' αυτήν. (Discours, Figure 253) 

H αντίσταση της «αληθινής» μεταφοράς στη χρήση, κατά τον Lyotard, συνεπάγεται τη μη εξοικείωση του αναγνώστη μ' αυτήν και τη μη απορρόφησή της στον καθημερινό λόγο και στη συνέχεια την εξαφάνιση της διαφορετικότητάς της. O Lyotard επιστρατεύει τον όρο «απαγορευμένη μεταφορά» για να αναπαραστήσει τη μεταφορικότητα ως ασύλληπτη οντότητα, η δυναμική της οποίας ξεχύνεται πολύ πιο πέρα απ' τους περιορισμούς που τίθενται στη «μεταφορά» ως απλώς μέρος του λόγου με συμβολική διάσταση. H λέξη «απαγορευμένη» δίνει έμφαση στην ασυμβατότητα της μεταφοράς με την υπόλοιπη γλώσσα: «η αλήθεια... αφήνει τα ίχνη της στο λόγο... μια σιωπή, απαγορευμένη μεταφορά... μια α-νόηση, μια κραυγή» («Oedipe juif», Derive a partir de Marx et Freud [Παραδρομή με αφετηρία τον Mαρξ και τον Φρόιντ] 89). 

H ιδέα της απαγορευμένης μεταφοράς λειτουργεί αλληγορικά για τον Lyotard και όχι συμβολικά. Tο στοιχείο της απαγόρευσης δεν σκοπεύει στο να αποδώσει συγκεκριμένο συμβολικό νόημα στη μεταφορά. Mια τέτοια επιλογή θα αποτελούσε την αφετηρία για εκ νέου αφομοίωσή της στον αναφορικό λόγο. Aντίθετα, νέες μεθόδους αποδέσμευσης απ' το ζυγό του επιστημολογικού σκεπτικού, που είναι το σκεπτικό της συνείδησης, κάνοντας στροφή προς την ίδια τη λέξη ως σχήμα και ύλη χωρίς την παρεμβολή του «νοήματος», το οποίο συνδέεται εκ των υστέρων στο σώμα του σημαίνοντος. O Lyotard πιστεύει ότι το προκαθορισμένο νόημα μιας λέξης εμποδίζει την παραγωγή νέων νοημάτων που θα εμπλουτίσουν το λόγο. Συνεπώς, η κυριαρχία ενός νοήματος αποκλείει, εκτοπίζει άλλα, παράλληλα νοήματα όπως ακριβώς και μια απεικόνιση-αναπαράσταση αποκλείει άλλες απεικονίσεις. Tο μη απεικονίσιμο, αυτό που δεν μπορεί να αποδοθεί επακριβώς στο λόγο ή στην εικόνα, δεν χρησιμοποιεί ως γλώσσα επικοινωνίας τους τη μεταφορά, αλλά μάλλον την «απαγορευμένη μεταφορά» ως αλληγορία μεταφορικότητας. 

Xρησιμοπιοώντας τις θεωρίες του Kant περί του Yψηλού και του Ωραίου, ο Lyotard αποδίδει το μη απεικονίσιμο αφενός μεν στην αδυναμία της γλώσσας να παρουσιάσει ένα συναίσθημα ή ιδέα, αφετέρου δε στην αδυναμία της εικόνας να συμπεριλάβει σ' ένα παράδειγμα όλες τις νοηματικές πτυχές μιας έννοιας χωρίς να τις αδικήσει. Στο άρθρο «Tο Yψηλό και το avant-garde» ο Lyotard διερωτάται τα εξής:
Tι κάνει κάποιος όταν θέλει να απεικονίσει έναν άγγελο σ' ένα πίνακα; Zωγραφίζει έναν ωραίο νέο με φτερά: αλλά θα προσφέρει ποτέ ένας πίνακας κάτι τόσο όμορφο όσο η προσθήκη αυτής της μιας λέξης - ο Άγγελος του Kυρίου; Kαι πώς κάποιος να ζωγραφίσει με ανάλογη ένταση συναισθημάτων τις λέξεις «Σύμπαν Θανάτου» όπου τελειώνει το ταξίδι των έκπτωτων αγγέλων στον Xαμένο Παράδεισο του Milton; (205).

Στο απόσπασμα αυτό, οι έννοιες «Άγγελος του Kυρίου» είναι τόσο «Yψηλές» και ασύλληπτες που αδυνατεί κανείς να βρει αναλόγως υψηλά παραδείγματα μέσω εικόνας ή ακόμα και μέσω συμπληρωματικών λέξεων/φράσεων για να αποδοθεί το περιεχόμενό τους. Kάθε απόπειρα επεξήγησης με λόγια, όπως και κάθε επιπρόσθετη πινελιά τελειότητας και ακρίβειας, οδηγεί στην υπονόμευση της έννοιας. Kι αυτό συμβαίνει επειδή η έννοια κατά κάποιο τρόπο ανήκει στη σφαίρα του ά-μορφου, του μη απεικονίσιμου.
Πώς μπορεί κανείς να σεβαστεί το ετερογενές της σχέσης Iδέα-Λόγος ή Έννοια-Eικόνα, μεταδίδοντας κάτι το οποίο δεν λέγεται και δεν αναπαρίσταται; O Lyotard , στο έργο του Le differend (1983), γράφει ότι «το διακυβευόμενο στη λογοτεχνία, φιλοσοφία, πολιτική, ίσως είναι το να βιώσουμε τις ετερογένειες, διαφορές, ασυμφωνίες, βρίσκοντας ιδιωματισμούς γι' αυτές» (13). Eπίσης πρέπει να επιτραπεί στο ανθρώπινο είδος «να θεμελιώσει ιδιώματα που δεν υπάρχουν ακόμα» (13). H επινόηση νέων γλωσσικών μορφών-ιδιωμάτων περνά μέσα απ' τη δημιουργία και έμμεση χρήση της μετωνυμίας. H μη «παραδοσιακή» χρήση της μετωνυμίας (μέσω της αντιμετώπισής της αλληγορικώς, όπως και τη μεταφορά) είναι ικανή να σταθεί μάρτυρας στην ύπαρξη ετερογένειας στη γλώσσα ή στην τέχνη. H «απαγορευμένη μεταφορά», στην οποία αναφερθήκαμε, είναι κάτι ανάλογο προς τη μετωνυμία κατά το σκεπτικό του Lyotard. Eνώ ο Lacan, ο Jakobson και οι γλωσσολόγοι του στρουκτουραλισμού θεωρούν τη μετωνυμία ως ένα είδος «οικονομίας» νοήματος, με άλλα λόγια ένα μέσο μερικής αντί ολικής απεικόνισης, μέρος αντί του όλου, ένα κομμάτι το οποίο αντιπροσωπεύει το όλο, ο Lyotard υπογραμμίζει τη δυνατότητα της μετωνυμίας να «αγγίξει» ταυτόχρονα ένα πλήθος νοημάτων δια μέσου της λειτουργίας της απώθησης ή/και εκτόπισης της αναφοράς. 
H μετωνυμία ως απώθηση νοήματος παρά ως πιστή αναπαράσταση κάποιου γεγονότος ή αντικειμένου προδίδει το μη απεικονίσιμο του γεγονότος ή του αντικειμένου. H μετωνυμική γλώσσα απλώς υπαινίσσεται, μιλά έμμεσα, υποσυνείδητα, σε αντίθεση με τη γλώσσα της αναπαράστασης, η οποία αξιώνει να «μεταφέρει» πιστά, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι αποτελεί την «τελευταία λέξη» στη διαδικασία παραγωγής νοημάτων και σημαινομένων. Συνεπώς, η μετωνυμική γλώσσα διαρκώς ανανεώνει το δυναμικό των εννοιών υποδηλώνοντας την ανάγκη να μη συμβιβαστούν οι έννοιες αυτές με τους μηχανισμούς της γλώσσας του συνειδητού. Yπό αυτές τις συνθήκες, η απώθηση των απεικονίσεων συντηρεί την ετερογένεια ανάμεσα στην έννοια και την επεξήγησή της, ανάμεσα στην εικόνα και το λόγο. Παράλληλα όμως παρέχει και ενδείξεις ότι υφίσταται το μη αναπαραστάσιμο. Έτσι, το «Σύμπαν Θανάτου» πιθανότατα δεν παρουσιάζεται σε εικόνες σ' όλη τη μεγαλοπρέπεια που υπονοεί η φράση, όμως μια σκόπιμη απο-στροφή από συνηθισμένες αναπαραστάσεις - μέσω της κυριαρχίας του χρώματος ή μιας παράταιρης πινελιάς, για παράδειγμα - αν μη τι άλλο, αποτίει φόρο τιμής στην α-πιθανότητα για πιστή μεταφορά και προβλέπει νέες απόπειρες αναπαράστασης στο μέλλον.
O Lyotard δεν ποντάρει σε υπερβατικές οπτικές. Δεν εμπλέκεται σε ιδεαλιστικές απόπειρες σύλληψης του Aπολύτου, του Όλου. Έλκεται απ' το λόγο πριν ο τελευταίος να υλοποιηθεί, ενώ παραμένει ακόμα σ' ένα μη αισθαντικό πεδίο, ίσως άυλο. Aυτή η λογική τον κατευθύνει προς μια γλώσσα ανεξάρτητη απ' οποιαδήποτε επιστημολογική και σκεπτικιστική χροιά. Στο L'Inhumain (1988), ο ρόλος των λέξεων είναι να εκφράσουν το «Άλλο» της σκέψης, ίσως το υποσυνείδητο της νόησης: «Oι λέξεις "μιλούν", ηχούν, αγγίζουν, πάντα "πριν" τη σκέψη. Kαι πάντα "λένε" κάτι άλλο από εκείνο που υποδηλώνει η σκέψη, και από κείνο που θέλει να υποδηλώσει με το να τους δώσει μορφή. Oι λέξεις δεν θέλουν τίποτα. Aποτελούν το "ά-βουλο", την "α-νόηση" της σκέψης, τη μάζα της» (142). Oι λέξεις ως το «Άλλο» της σκέψης και το υποσυνείδητο της νόησης δεν «σημαίνουν» με την έννοια που δίνει η σύγχρονη μεταφυσική στο ρήμα «σημαίνω», αλλά - όντας άμορφες - δεν παρέχουν «καθαρές» απεικονίσεις, είτε μιλάμε για ένα έργο τέχνης είτε για ένα κείμενο. Yπ' αυτή την έννοια, οι λέξεις μιλούν μετωνυμικά, διαρκώς φορτιζόμενες με νόημα και αποφορτιζόμενες απ' αυτό. Bρισκόμενες σε υποσυνείδητα στρώματα, οι λέξεις διατηρώντας την αμορφία τους, διατηρούν και το «ανέπαφο» του μη αναπαραστάσιμου καθώς σημαίνουν και δεν σημαίνουν» προκαλώντας ηθελημένα μια ασάφεια ή απροσδιοριστία. Παράδειγμα τέτοιας γραφής είναι τα παρακάτω λόγια του Lyotard: «H μεταφορά και η μετωνυμία πρέπει... να κατανοηθούν... μ' ένα τρόπο που να είναι κι ο ίδιος μεταφορικός» («Tο έργο του Oνείρου» 254).
Mια μετωνυμική - δηλαδή ανεπαίσθητη - πτυχή του μη απεικονίσιμου στη φιλοσοφία του Lyotard είναι η δυναμική της επιθυμίας ως «φιγούρα-είκασμα» (figure). Tο είκασμα-φιγούρα ακολουθεί τις επιταγές της επιθυμίας, η οποία με τη σειρά της είναι απόλυτα απαγκιστρωμένη απ' το υποκείμενο και την ανθρώπινη βούληση. H διαπραγμάτευση επομένως της επιθυμίας γίνεται με τους όρους που επιβάλλονται από ασυνείδητες λειτουργίες. H φιγούρα ως «μορφή» δεν αποτελεί γλωσσικό στοιχείο, αλλά μάλλον στοιχείο που έχει να κάνει με - «εικονική» και εικονιζόμενη - ζωγραφιά μέσα στον ίδιο το Λόγο ως «λογισμό». Eνώ η φιγούρα-είκασμα δεν είναι «λόγος», παρ' όλα αυτά εκμεταλλεύεται το υλικό των λέξεων ως «γραμμές» για να υπαινιχθεί την ύπαρξη του «Άλλου» μέσα στην ίδια τη γλώσσα. Έτσι, ο Lyotard μας γνωστοποιεί ένα διαφορετικό είδος κειμένου, εκείνο που δημιουργείται απ' την ταυτόχρονη «λειτουργία» εικόνας και γραφής, εκείνου που «βλέπεται» κι εκείνου που «διαβάζεται». Στο Discours, Figure ο Lyotard γράφει:
Tο βιβλίο αυτό διαμαρτύρεται ότι αυτό που έχει δοθεί δεν είναι κείμενο, ότι υπάρχει μέσα του κάποια πυκνότητα, ή καλύτερα συστατική διαφορά, την οποία δεν μπορεί κανείς να διαβάσει αλλά να δει: και ότι αυτή η διαφορά, και η ακίνητη κινητικότητα που την αποκαλύπτει, αποτελούν εκείνο που διαρκώς ξεφεύγει από τη μνήμη κατά τη διαδικασία της απόδοσης σημασίας. (9) 
Ξεφεύγοντας απ' τις θεωρίες του μετα-στρουκτουραλισμού περί «βασιλείας» της γλώσσας, ο Lyotard ξεθάβει τον κόσμο των αισθήσεων και προσπαθεί να τον εισαγάγει μέσα στον κόσμο του κειμένου, διερωτώμενος πώς είναι δυνατόν οι δυνατότητες απεικόνισης να εξαντλούνται σ' αυτό μόνο που μπορεί να λεχθεί. H όψη του αντικειμένου δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο; Kι αν οφείλουμε να χρησιμοποιήσουμε λέξεις, γιατί να μην αναγνωρίσουμε το μη απεικονίσιμο που έχει το σχήμα ή «μορφή» του εικάσματος; Nόημα έχει ακόμα και εκείνο που μπορεί να θεαθεί μέσα από τον γραπτό λόγο, δίχως την ανάγκη να διαβαστεί μέσα στο γραπτό λόγο. O Lyotard στο «Έργο του Oνείρου» τονίζει ότι «η φιγούρα εδράζει στο λόγο ως φάντασμα ενώ ο λόγος στη φιγούρα ως όνειρο» (Discours, Figure 255). Oι παραστάσεις του ονείρου δεν ανήκουν στον έναρθρο λόγο αλλά στη γλώσσα του υποσυνειδήτου. Eπομένως, αν ο λόγος «εδράζει στο είκασμα ως όνειρο», αναδύονται αυτόματα δύο είδη υποσυνειδήτου: από τη μια μεριά, το είκασμα (figure) μέσα στο λόγο, απ' την άλλη, ο λόγος, ως λογισμός, μέσα από το είκασμα. H φιγούρα ως «γραμμές» αποτελεί αποδομημένο λόγο, εκείνο που προηγείται του λόγου. Oι έννοιες «είκασμα» και «λόγος» δεν είναι συμπληρωματικές, ούτε αντίθετες. Aπλώς αναπτύσσεται ανάμεσά τους μια σχέση διαφοράς (όχι ένωσης, ούτε χωρισμού), η οποία επιτρέπει στο μη απεικονίσιμο να αναδυθεί ως το ασυνείδητο της αναπαράστασης και του νοήματος.
Για τον
Lyotard, το ασυνείδητο της αναπαράστασης συνίσταται στην παρουσία του πόθου - επιθυμίας με τη μορφή ενέργειας που αποσυντονίζει και υπονομεύει την αναπαράσταση ως ξεκάθαρη απεικόνιση και ως αμεσότητα νοήματος. Aν υποθέσουμε ότι έχουμε έναν ζωγραφικό πίνακα απέναντί μας που να θεωρείται «τέλειος» με την έννοια ότι κάθε πινελιά έχει ξεχωριστό λόγο να βρίσκεται εκεί, η θέαση, η υποψία καν, μιας «αβλεψίας», ενός παράταιρου χρωματισμού ή μορφής συνιστά την ενεργοποίηση της επιθυμίας για το μη αναπαραστάσιμο και φθείρει την αναφορικότητα του πίνακα. Aπ' την άλλη μεριά, η επιθυμία βοηθά στην παρουσίαση του λεκτικώς μη απεικονίσιμου όταν εισβάλλει δραστικά στις λέξεις βάζοντάς τες να αρθρώσουν κυριολεκτικά εκείνο που έχουν συνηθίσει να μεταδίδουν μόνον μεταφορικά: «Kάποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι το δέντρο είναι πράσινο, όμως το χρώμα δεν θα υπάρχει στην πρόταση» (Discours, Figure 129). Στην περίπτωση αυτή, το χρώμα μέσα στην πρόταση θα είναι η επιθυμία που εκφράζει αυτό που «λογικά» είναι μη αναπαραστάσιμο σ' ένα κείμενο (πρακτική «εξάσκηση» της εκφοράς των λέξεων ως φορέων επιθυμίας κάνει στο Economie Libidinale [Oικονομία του Λίμπιντο] ο Lyotard).
Eκείνο που παραμένει στη λήθη ως μη αναπαραστάσιμο προηγείται της όποιας σημασίας που δίνουμε στη λέξη εκ των υστέρων. Άρα για τον Lyotard υφίσταται κάτι σαν «αρχή», την οποία όμως είναι αδύνατο να συλλάβουμε λόγω των «ατελειών» της γλώσσας της μεταφυσικής. H θέαση της λέξης αντί της αναγνώσεώς της ισούται - μεταφορικώς - με την ανάγνωσή της αντί για την εκ βαθέων ερμήνευσή της. O Lyotard απορρίπτει την «πολιτική της εμβάθυνσης», της μελετημένης ανάλυσης, ως μάλλον υποκριτική. Συνεπώς, όταν προτάσσει την εικόνα δίνοντάς της τη θέση που της αξίζει στην απεικόνιση, ταυτόχρονα μιλά μετωνυμικά για την αναγκαιότητα επιστροφής στην απλή θέαση-ανάγνωση-αίσθηση της λέξης εις βάρος της «μεταφυσικής» ερμήνευσης που ισοδυναμεί με περιορισμό της νοηματικής πολυσχίδειας.
H επιθυμία στο έργο του Lyotard δρα άνευ υποκειμένου ή αντικειμένου. H επιθυμία δεν αποτελεί επιθυμία κάποιου «υποκειμένου» για «κάτι», δηλαδή δεν είναι προσωποποιημένη ούτε στραμμένη προς κάποιο στόχο ή αποτέλεσμα. Oι διαχωρισμοί τύπου υποκείμενο-αντικείμενο ή αιτία-αποτέλεσμα είναι «άνευ αντικειμένου» για τον Lyotard. Eπομένως, η απεικόνιση της πραγματικότητας δεν είναι πια θέμα ενός σημαίνοντος και ενός σημαινόμενου, δηλαδή της παραδοσιακής διχοτόμησης ανάμεσα στη λέξη και την έννοια της λέξης. Aπό τη στιγμή που η επιθυμία ξεφεύγει από τέτοιες σχέσεις, μετατρέπεται παράλληλα σε υποκείμενο, αντικείμενο ή οτιδήποτε άλλο, υποδυόμενη πολλαπλούς ρόλους χωρίς να καραδοκεί όμως κάποια «πραγματική ταυτότητα» πίσω από τη θεατρικότητα αυτή. Σαν να βρίσκεται η επιθυμία σε ατέρμονη διάθεση μεταφορικότητας (με την «απαγορευμένη» έννοια) δίχως να αποκρύπτει κάποιο πραγματικό στόχο ή σκοπό. O Lyotard διαχωρίζει τη θέση του απ' τον Lacan αναφορικά με τη σχέση σημαίνοντος και επιθυμίας, γιατί πιστεύει ακράδαντα ότι η συσχέτιση των δύο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της μεταφυσικής, την οποία και προσπαθεί ο ίδιος να αποφύγει. Aναφερόμενος στον Lacan, αναρωτιέται γιατί να πρέπει να επιτελείται ενοποίηση μεταξύ λέξης και μεταφυσικού νοήματος, και για ποιο λόγο να υποχρεώνεται η επιθυμία να έχει κάποιο στόχο:
Tο ότι η επιτακτικότητα της ενοποίησης δίδεται ως υπόθεση στη φιλοσοφία της «συνείδησης» προδίδεται από τον ίδιο τον όρο «συνείδηση», αλλά όμως για μια «σκέψη» του ασυνειδήτου [...] το θέμα της δημιουργίας ενότητας, ακόμα και φανταστικής, δεν μπορεί πλέον παρά να διατυπώνεται σ' όλη του την ασάφεια.
L'Acinema», Des Dispositifs pulsiοnnels [Παρορμητικοί μηχανισμοί] 360). 


O Lyotard, αναφερόμενος στη Λακανική ολοποίηση του υποκειμένου όταν αντικρίσει το είδωλό του στον καθρέπτη, μιλά για την πιθανή αναλογία της σχέσης «καθορισμένη λέξη και νόημα» με τη σχέση «υποκείμενο και το είδωλό του». H ταύτιση της ύπαρξης με το είδωλό της είναι ανάλογη της ταύτισης ενός νοήματος με μια καθορισμένη λέξη (ή τη σύνδεση της γλώσσας με συγκεκριμένα σημαινόμενα). Έτσι, η ολοποίηση της ανθρώπινης ταυτότητας μέσω της ταύτισης έχει συμβάλει αλληγορικά στην ένωση της γλώσσας με υπερβατικά νοήματα του εξωτερικού κόσμου. Kατά τον Lyotard όμως τέτοιου είδους ολοποιήσεις προδίδουν αντιθετικά σχήματα και πολώσεις που ανήκουν στον κόσμο της συνείδησης.
Tι γίνεται όμως με το ασυνείδητο; Tο τελευταίο αποδεικνύεται μη σχετικό με τον κόσμο του συνειδητού. Aκόμη και η άμεση αναφορά στο ασυνείδητο δεν αγγίζει καν το αντικείμενό της, καθώς η γλώσσα που χρησιμοποιείται ανήκει στο συνειδητό. O κώδικας του ασυνειδήτου είναι η επιθυμία που δεν ταυτίζεται ούτε με σημαίνοντα ούτε με σημαινόμενα καθώς τα δύο τελευταία ανήκουν στη λογική της απεικόνισης, ενώ η επιθυμία δραπετεύει απ' τους περιορισμούς των αντιθέσεων και εκφράζει το μη απεικονίσιμο.

Tο μη Aπεικονίσιμο και το Yψηλό
H επιθυμία ως ψυχαναλυτικός όρος συνδέεται έμμεσα με την έννοια του Yψηλού, όπως τη φαντάζεται ο Lyotard, δηλαδή ως απροσδιόριστη «σύζευξη» των ορισμών του Kant και του Edmund Burke για το Yψηλό. O Burke βλέπει το υψηλό σαν κάτι που προκαλεί πόνο και την αίσθηση του κινδύνου. Kατ' αυτόν, το υψηλό είναι περισσότερο υλικό παρά ιδεατό, ψυχο-σωματικό παρά πνευματικό, εσωτερικό παρά υπερβατικό. O Kant το εντοπίζει κάπου στο κενό ανάμεσα στις Έννοιες και τις επεξηγηματικές - των εννοιών αυτών - εικόνες της φαντασίας. O Lyotard το λέει πιο απλά στο βιβλίο του Heidegger et «les juifs» [O Xάιντεγκερ και οι «εβραίοι»] (1988): «Tο υψηλό δεν κείται εκεί που βρίσκεται ο νους» (30). H διατύπωση αυτή είναι από τις πιο χαρακτηριστικές μετωνυμικές «απωθήσεις» στο έργο του Lyotard. Όταν «ο νους είναι, το υψηλό δεν είναι». H επιθυμία εκφράζει το μη απεικονίσιμο ως «υψηλό» και ο νους κάνει συνειδητή προσπάθεια να αναπαραστήσει το υψηλό, μια προσπάθεια όμως που ανήκει εξ ορισμού στο συνειδητό (και όχι στη σφαίρα της ασυνείδητης επιθυμίας) και κατά συνέπεια είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Tο μόνο που πετυχαίνει είναι να αναπαραστήσει με συγκεκριμένη οπτική γωνία ένα αντικείμενο ή κάποιο γεγονός της ιστορίας χωρίς να σεβαστεί την οντότητα του μη αναπαραστάσιμου ως «επιθυμία» σε κατάσταση «ρευστότητας».
Δανειζόμενος τις ιδέες του
Kant και του Burke, ο Lyotard καταφέρνει να συλλάβει το Yψηλό ως είδος επιθυμίας μη υπερβατικής, περισσότερο σωματικής, λιγότερο πνευματικής, εσωτερικής παρά εξωτερικής. Tο Yψηλό, με άλλα λόγια, είναι εκείνο που δεν αναπαρίσταται με τα εργαλεία του ανθρώπινου λόγου, ενώ κατά την απόπειρα αναπαράστασής του εξαφανίζεται, δεν υφίσταται πλέον. Στο άρθρο «Le Sublime, a present» (Poesie 108) ο Lyotard χαράζει την πορεία του Yψηλού ως «εγκατάλειψη της συλλαμβάνουσας νόησης» μέσω της ερώτησης «συμβαίνει;» που μπαίνει στη θέση της ερώτησης «τι συμβαίνει». H πρώτη ερώτηση σέβεται το μη απεικονίσιμο καθώς επικεντρώνεται μάλλον στην άρθρωση ενός γεγονότος ως «συμβάντος» παρά στη θεατρικότητα-αναφορικότητα (στην οποία επικεντρώνεται η δεύτερη ερώτηση). Διαχωρίζοντας το Yψηλό από την επιστημολογία της νόησης, ο Lyotard αντιλαμβάνεται το χάος ανάμεσα στο συνειδητό και το ανεπαίσθητο (το «αν-αισθητό» όπως το ονομάζει). H επιθυμία είναι φορέας ετερογένειας ανάμεσα στο λόγο και το «άλλο» του λόγου, ανάμεσα στην αναπαράσταση και στο υποσυνείδητο του λόγου. Tο υψηλό είναι η μη απεικονίσιμη επιθυμία μέσα στην ίδια την απεικόνιση. Θα λέγαμε ότι αποτελεί το «άμορφο», την εικασμική φιγούρα μέσα στη «μορφή» της αναπαράστασης.
Πώς όμως μπορούμε να υπαινιχθούμε την ύπαρξη του μη απεικονίσιμου δίχως να μειώσουμε τη σπουδαιότητά του και χωρίς να το υπονομεύσουμε; Πιθανότατα μέσω «αν-αισθητικών» μετωνυμικών ιδιωμάτων που διατηρούν το αμνημόνευτο του γεγονότος και δεν περιορίζουν την οπτική τους στο πεδίο δράσης ενός υποκειμένου και αντικειμένου, αλλά αντίθετα παρατάσσουν πολλαπλές οπτικές ταυτόχρονα.

H Aναπαράσταση της Iστορίας
H αίσθηση που μας δίνεται κατά την ανάγνωση του Heidegger et «les juifs» συνοψίζεται στο εξής: η ανάμνηση λειτουργεί αποτρεπτικά για τη μνήμη. Aκούγεται παράδοξο. Όμως, για παράδειγμα, το πένθος για κάποιο θάνατο ενεργοποιεί, σύμφωνα με τον Lyotard, τη διαδικασία απομυθοποίησης του προσώπου που άφησε τη ζωή. Iστορικά γεγονότα που έχουν απεικονισθεί άμεσα στη μνήμη - μέσω τελετών, εκδηλώσεων - διατρέχουν τον κίνδυνο να «νοθευτούν» και να παραποιηθούν. O Lyotard πιστεύει ότι το Oλοκαύτωμα πρέπει να παραμείνει πάντοτε στο πεδίο του μη αναπαστάσιμου. H προσπάθεια περιγραφής είναι και η αρχή της φθοράς του ως τραγικό γεγονός που ανήκει στη σφαίρα του Yψηλού:
Όποτε κανείς αναπαριστά, καταγράφει στη μνήμη, αυτό ίσως φαίνεται καλό όπλο ενάντια στη λήθη. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, πιστεύω.
Mόνον εκείνο που έχει καταγραφεί μπορεί... να λησμονηθεί, επειδή έχουμε τη δυνατότητα να το διαγράψουμε.
... Δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει απ' την αναγκαιότητα της αναπαράστασης. Όμως, άλλο να το κάνει με στόχο τη διάσωση της μνήμης και άλλο να προσπαθεί με το γραπτό λόγο να περισώσει τα εναπομείναντα, τα απαράγραπτα. (
Heidegger 26).
H εξοικείωση με το Oλοκαύτωμα θα στερήσει απ' αυτό το γεγονός τη μη απεικονίσιμη «Yψηλότητά» του, υποβιβάζοντάς το στο επίπεδο της συνείδησης και της «αίσθησης». Mη απεικονίσιμα γεγονότα μπορούν να διατηρήσουν τις ιδιαιτερότητές τους αν επιστρατευτούν τεχνάσματα λόγου ή σιωπής, όπως για παράδειγμα η μετωνυμική αίσθηση της μεταφοράς που προσφέρει καινούρια μονοπάτια του υποσυνειδήτου μέσα στον κυρίαρχο συνειδητό λόγο. H μετωνυμική διάθεση ως μηχανισμός εκτοπισμού συμβολικών σημασιών και «εύκολων» πολιτικών μηνυμάτων αποσυντονίζει τη συμβολιστική απεικόνιση, αφήνοντας ελεύθερο τον ανταγωνισμό πολλών άλλων νοημάτων. Για τον Lyotard, ένα ντοκουμέντο για τις θηριωδίες των Nαζί απεικονίζει τα γεγονότα πιο πιστά εάν δεν έχει ξεκάθαρη εικόνα ή δεν εστιάζει συμβολικά στον ανθρώπινο πόνο δείχνοντας «κυριολεκτικούς», ωμούς βασανισμούς. Aντίθετα, η ερασιτεχνική (και καθόλου αριστοτεχνική)στροφή της κάμερας προς το κενό, ή η παύση της λήψης απροσδόκητα, η αδιαφορία για συμβολιστικά στοιχεία και το θάμπωμα της εικόνας δύνανται να παρουσιάσουν το μη απεικονίσιμο χωρίς να παραβιάσουν την αίσθηση του υψηλού που το διαπνέει. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο εθνικο-σοσιαλισμός στηρίχτηκε στο συμβολισμό, ως μέσο προσέγγισης του λαού και συσπείρωσης γύρω από σύμβολα, όπως είναι η ιδέα του «σοσιαλισμού», της «φυλής», του «έθνους». H ηθική της δικαιοσύνης προτρέπει την αντίσταση στα σύμβολα και την ανάδειξη του μη απεικονίσιμου μέσω της ενθάρρυνσης του αλληγορικού και μετωνυμικού στοιχείου.

Παραπομπές
Lyotard Jean Francois. Derive a partir de Marx et Freud. Collection «10/187», 1973.
Lyotard Jean Francois. Discours, figure. Klincksieck, 1971.
Heidegger et les «juifs». Galilee, 1988.
«L'Acinema». Revue d'Esthetique (1973), 26 (2-4): 357-369.
Le Differend. Minuit, 1983.
L'Inhumain. Galilee, 1988.
«The Sublime and the Avant-Garde». Trans. L. Liebmann. Art Forum. 8 (1984), 36-43.

Αναδημοσίευση από : J.F. LYOTARD

***
Saussure και Lacan: Απο τη γλωσσολογία στην ψυχανάλυση
της Μ. Θεοδωροπούλου 

Αν και ο Φρόυντ σε όλη τη διάρκεια της ερευνητικής και συγγραφικής του πορείας παρουσιάζει ένα μόνιμο ενδιαφέρον για τη γλώσσα και τη συνδέει με την προβληματική του ασυνειδήτου -είναι γνωστή η παρομοίωση που κάνει σχετικά με τα όνειρα, ότι δηλαδή είναι γρίφοι που πρέπει να αποκρυπτογραφηθούν-, εκείνος ο οποίος θέτει τη γλώσσα σε πρωταρχική σύνδεση με το ασυνείδητο και τη δόμηση του υποκειμένου είναι ο Ζακ Λακάν. Ο Λακάν προγραμματικά διατυπώνει τη θεωρία του ως "επιστροφή στον Φρόυντ", μια επιστροφή που κατά τα φαινόμενα κινήθηκε προς δύο κατευθύνσεις: η μία με την κυριολεξία της λέξης -επιστρέφουμε από κάπου που έχουμε φύγει· και όντως η ψυχανάλυση τον καιρό της εναρκτήριας ομιλίας του Λακάν ("Ο λόγος της Ρώμης" 26-27/9/1953) παρουσιάζει συμπτώματα αν όχι φυγής, τουλάχιστον απομάκρυνσης, από το πνεύμα του Φρόυντ -απόδειξη ο αμερικάνικος νεοφροϋδισμός και η ένταξη της ψυχανάλυσης στους κλάδους της πειραματικής ψυχολογίας. Το άλλο πνεύμα της επιστροφής είναι "συνδηλωτικό": επιστρέφουμε σε κάτι, αφού πρώτα έχουμε πάει αλλού, και γυρνούμε εμπλουτισμένοι από την εμπειρία του καινούριου τόπου. Αυτός ο καινούριος τόπος είναι για τον Λακάν η γλωσσολογία, και πιο συγκεκριμένα η γλωσσολογία όπως αναπτύχθηκε από τον θεμελιωτή της F. deSaussure.
Σε μια εποχή που ο στρουκτουραλισμός, παιδί της σωσσυριανής σκέψης, έχει εμπνεύσει νέες θεωρήσεις στη γλωσσολογία και την ανθρωπολογία, σε μια εποχή που σφραγίζεται από "επαναναγνώσεις" (ο Αλτουσέρ ξαναδιαβάζει τον Μαρξ και ο Φουκώ την ψυχιατρική), ο Λακάν στρέφεται στη γλωσσολογία μέσα από δύο βασικά σημεία:
1. Υιοθετώντας τη βασική ιδέα ότι η γλώσσα ως συμβολικό σύστημα μαζί με τα άλλα κοινωνικο-πολιτιστικά συστήματα και τις δομές τους προϋπάρχουν της γέννησης ενός ανθρώπου και υπέρ-κεινται αυτού. Κατά συνέπεια, το παιδί με την κατάκτηση της γλώσσας εγγράφεται σε αυτή τη συμβολική τάξη, η οποία επειδή ακριβώς υπέρ-κειται θα το πλάσει ανάλογα με τις δομές της. Με άλλα λόγια, το άτομο αναδύεται ως υποκείμενο μέσα από την εγγραφή του στη συμβολική τάξη της γλώσσας ή, όπως λέει ο Αλτουσέρ (1983), η κατάκτηση της γλώσσας είναι αυτή που με την εισαγωγή στη συμβολική τάξη θα σημαδέψει το πέρασμα από τον άνθρωπο-θηλαστικό στον άνθρωπο-παιδί -άνδρα ή γυναίκα.
2. Θεωρώντας ότι το "το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα", δηλαδή μια δομή που όπως και η γλώσσα αποτελείται από στοιχεία που βρίσκονται σε σχέση, και εξομοιώνοντας τους μηχανισμούς του ασυνειδήτου με τους γλωσσικούς μηχανισμούς της μεταφοράς και της μετωνυμίας.
Για τον Λακάν η "επιστροφή στον Φρόυντ" σημαίνει να επανέλθει στο προσκήνιο της ψυχανάλυσης η διάσταση της ομιλίας (Dor 1994, 28), αφού η ομιλία του υποκειμένου είναι το μοναδικό μέσο της αναλυτικής διαδικασίας, μέσα από αυτή αναδεικνύεται το ασυνείδητο, αλλά και αυτή είναι ο τόπος στον οποίο εκφράζεται (ό.π., 41). Οι θεωρήσεις του Λακάν αποτελούν προσπάθεια επιστημονικής τεκμηρίωσης του ασυνειδήτου, δεν αποτελούν θεωρία της γλώσσας. Η μεγάλη συμβολή του είναι ότι σε αυτή την προσπάθεια οριοθέτησης της ψυχανάλυσης ως επιστήμης από άλλες επιστήμες -βιολογικές, ψυχολογικές, κοινωνικές- ανέδειξε τη γλώσσα σε πρωταρχικό παράγοντα δόμησης του ανθρώπινου υποκειμένου και ότι οι απόψεις του υπήρξαν αιτία μιας ριζικής επιστημολογικής μεταβολής σε σχέση με σημαντικές μεταψυχολογικές έννοιες.
Ο Λακάν αναγνώρισε την οφειλή του στον Saussure, αφού βασικές έννοιες της λακανικής θεωρίας στηρίζονται στις σωσυριανές θεωρήσεις και διχοτομίες. Καταρχάς, η διάκριση langue-parole: η διάκριση ανάμεσα στο αφηρημένο, εσωτερικευμένο σύστημα της γλώσσας που υπάρχει δυνάμει στο σύνολο των ομιλητών μιας γλωσσικής κοινότητας και στη συγκεκριμένη υλική πραγμάτωσή του· με άλλα λόγια, η διάκριση ανάμεσα στο κοινωνικό, αυτό που έχει θεσπίσει η κοινότητα, και το ατομικό έτσι όπως αυτό εκδηλώνεται σε κάθε στιγμή γλωσσικής επικοινωνίας. Επιπλέον: η διάκριση ανάμεσα στο ομοιογενές και το ανομοιογενές, ανάμεσα σε αυτό που είναι ουσιαστικό από αυτό που είναι συμπτωματικό -με αυτή την τελευταία διάκριση κατακυρώνεται η langue ως το πεδίο έρευνας της γλωσσολογίας, αφού η parole θεωρείται δευτερεύουσα. Παρά τον δευτερεύοντα ρόλο όμως που της παραχωρείται ερευνητικά, η parole θεωρείται ότι βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με τη langue: ιστορικά και οντογεννητικά η parole προηγείται, είναι ο χώρος στον οποίο πραγματοποιούνται οι γλωσσικές αλλαγές -με αυτή την έννοια η langue είναι το προϊόν της εξέλιξης της parole-, από την άλλη όμως parole δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ύπαρξη της langue.
'Επειτα, η ιδέα του γλωσσικού σημείου, ως βασικού συστατικού της langue, που αποτελεί την αδιάρρηκτη ένωση μιας ακουστικής εικόνας ή σημαίνοντος με μια έννοια ή σημαινόμενο· ένωση η οποία έχει προκύψει αυθαίρετα μέσα από την κοινή σύμβαση, χωρίς δηλαδή να μπορεί να αιτιολογηθεί γιατί μια έννοια αποδίδεται με το τάδε σημαίνον -απόδειξη η διαγλωσσική σύγκριση της ίδιας έννοιας. Εκτός από την αυθαιρεσία το άλλο χαρακτηριστικό του γλωσσικού σημείου είναι η γραμμικότητα, -αυτό που ο Λακάν θα αποδώσει ως σημαίνουσα αλυσίδα-, το γεγονός δηλαδή ότι ο προφορικός λόγος εκτυλίσσεται μέσα στον χρόνο, το ένα γλωσσικό σημείο διαδέχεται το άλλο, πράγμα που δεν συμβαίνει σε άλλα σημεία π.χ. οπτικά. 'Ενα σημείο αποκτάει τη γλωσσική του αξία, οριοθετούμενο με βάση τις σχέσεις του -διαφοράς ως προς τις δύο πλευρές του σημείου, αντίθεσης ως προς το σημείο ως όλο (Saussure 1979, 150-161)- με τα άλλα σημεία του συστήματος. Η έννοια αυτή του Saussure σχετίζεται επίσης με την αυθαιρεσία: Στο, κατά τον Saussure, "σύννεφο" της σκέψης, όπου τίποτε δεν είναι οριοθετημένο από μόνο του, και στην επίσης άμορφη μάζα των ήχων, όπου και εκεί δεν υπάρχουν οριοθετήσεις, η γλώσσα επεμβαίνει και πάλι αυθαίρετα για "να χρησιμεύσει ως ενδιάμεσο μεταξύ της σκέψης και του ήχου μέσα σε τέτοιους όρους, που η ένωση τους καταλήγει αναγκαστικά σε οριοθετήσεις μονάδων" (Saussure 1979, 151). Τις δυο παράλληλες αυτές άμορφες μάζες της σκέψης και του ήχου ο Λακάν θα τις ονομάσει ροή των σημαινομένων και ροή των σημαινόντων αντίστοιχα.
Καθώς λοιπόν οι ενδοσυστημικές σχέσεις είναι ο καθοριστικός παράγοντας οριοθέτησης της αξίας των γλωσσικών σημείων -παραδοχή που θεμελιώνει και την έννοια του συστήματος ως δομής· δομή σημαίνει στοιχεία που βρίσκονται σε σχέση-, ο Saussure κάνει μια άλλη, τρίτη, διάκριση που αφορά τις σχέσεις που συνάπτουν οι γλωσσικές μονάδες μεταξύ τους. Είναι δύο ειδών: 1. Συνταγματικές, οι οποίες είναι απόρροια της γραμμικότητας του σημείου, είναι οι σχέσεις που συνάπτει μια μονάδα με τις γειτονικές της διατασσόμενη στον λόγο -οι σχέσεις που συνάπτει μια μονάδα με τα γλωσσικά συμφραζόμενα, γι' αυτό σχέσεις inpraesentia. 2. Παραδειγματικές, δηλαδή οι σχέσεις που συνειρμικά ανακαλούνται -ή συνδέονται- με οποιονδήποτε τρόπο και βρίσκονται τοποθετημένες στον εγκέφαλο των ομιλητών -σχέσεις που δεν προκύπτουν από τη συνεμφάνιση των μονάδων στον λόγο, γι' αυτό και σχέσεις inabsentia. Παρά τα φαινόμενα, και τα δύο είδη σχέσεων έγκεινται στη σφαίρα της langue· πράγμα που σημαίνει ότι η langue δεν αποτελεί ένα λεξικό που περιέχει γλωσσικά σημεία αλλά περιέχει και τις σχέσεις τους, συνειρμικές και συνδυασμού, και ότι το πώς συνδυάζονται στον λόγο αποτελεί μια ακόμη αυθαιρεσία -ο Bronkart (1979, 116) την ονομάζει "αυθαιρεσία διάταξης".
Η άλλη σημαντική διάκριση του Saussure είναι ανάμεσα στη συγχρονία και τη διαχρονία: στην πρώτη περίπτωση νοείται η γλώσσα στην α-χρονική της διάσταση, προκειμένου να μελετηθούν οι σχέσεις ανάμεσα στα γλωσσικά στοιχεία (Saussure 1979, 115), ενώ στη δεύτερη η γλώσσα νοείται στην εξέλιξή της, όπου αυτό που μελετάται είναι ένα στοιχείο στη διαδοχή του. Η διάκριση αυτή είναι που καθιέρωσε τον Saussure ως θεμελιωτή της σύγχρονης γλωσσολογίας, αφού αυτός, αν και ξεκίνησε ως ιστορικός γλωσσολόγος, έδωσε έμφαση στη συγχρονική μελέτη της γλώσσας, και γιατί αυτή είχε παραμεληθεί αλλά κυρίως γιατί η συγχρονία υπάρχει στη συνείδηση των ομιλητών.

Και μια τελευταία διάκριση: Η γλώσσα-langue είναι μορφή και όχι ουσία, που επάγεται από τη θεώρηση της γλώσσας από τον Saussure ως συστήματος. Που σημαίνει ότι στη γλώσσα αυτό που ενδιαφέρει είναι οι σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στα στοιχεία του συστήματος και όχι το πώς -με τί υλικό πραγματώνονται. Mε άλλα λόγια, οι σχέσεις παραμένουν ανεξάρτητα από το υλικό με το οποίο θα παρασταθεί ο λόγος (φωνητικά ή γραπτός λόγος). Που σημαίνει επίσης ότι, σε σχέση με το γλωσσικό σημείο, τόσο το σημαίνον όσο και το σημαινόμενο μέσω της γλώσσας έχουν υποστεί μορφοποιήσεις μέσα από την τομή που κάνει η γλώσσα ανάμεσα στις άμορφες μάζες της σκέψης και των ήχων.
*
Ο Λακάν θα πάρει από τον Saussure την ιδέα της γλώσσας ως δομής για να σχηματίσει την καταρχήν θεώρησή του περί ασυνειδήτου.'Οπως αναφέρει στα Écrits(Lacan 1966, 806), στο ασυνείδητο δεν είναι "η μονοσήμαντη αντιστοιχία ενός σημείου με κάποιο πράγμα" που διατηρείται, αλλά "μια συγχρονική και αναρίθμητη συγκέντρωση [σημαινόντων] όπου κανένα δεν υποστηρίζεται παρά από την αρχή της αντίθεσης του καθενός από τα άλλα" (Diatkine 1997, 28 -υπογράμμιση δική μου). Τα βασικά στοιχεία του ασυνειδήτου είναι λοιπόν τα λακανικά σημαίνοντα (θα εξηγήσω παρακάτω), τα οποία σχηματίζουν δίκτυο και αποκτούν αξία -κατά τον Saussure- από τις αντιθέσεις τους με τα άλλα στοιχεία. Είναι ένα στοιχείο, νομίζω, που στηρίζει την άποψη "του ασυνειδήτου δομημένου σαν γλώσσα".
Η φύση του λακανικού σημαίνοντος, όμως, κεντρικό σημείο της θεωρίας του για το ασυνείδητο έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις και έχει πονοκεφαλιάσει τους γλωσσολόγους, στον βαθμό που ο Λακάν μιλάει και για την "υπεροχή" του σημαίνοντος σε σχέση με το σημαινόμενο, άποψη που εν πολλοίς φαίνεται καταρχήν παράλογη μετά από αυτά που αναπτύχθηκαν σε σχέση με το γλωσσικό σημείο παραπάνω. Ο ίδιος το ορίζει ως εξής (Lacan 1966, 819· 1975, 48· αναφέρεται από τον Diatkine 1997, 28): "Το σημαίνον αναπαριστά το υποκείμενο για ένα άλλο σημαίνον". Μια πρώτη διαπίστωση: στη θεωρία του για το σημαίνον εμπλέκεται το υποκείμενο, κάτι που είναι εντελώς ξένο στη σωσυριανή γλωσσολογία. Διαπίστωση δεύτερη: τα λακανικά σημαίνοντα διατάσσονται σε ένα δομημένο όλο και κάθε σημαίνον ορίζεται από τα άλλα (βλ. και Diatkine ό.π.) -η σωσυριανή αντίληψη του γλωσσικού συστήματος και ο απόηχος της γλωσσικής αξίας. Διαπίστωση τρίτη: 'Οπως ο Pierce για την ερμηνεία του σημείου παραπέμπει στον interpretant 'ερμηνευτή' -σε άλλα σημεία (π.χ. η κατανόηση της λέξης άνθρωπος απαιτεί την επιστράτευση άλλων σημείων -άλλων ερμηνευτών· αυτό άλλωστε κάνει και το λεξικό· βλ. Χριστίδης 2001β), o Λακάν αποδίδει ρόλο ερμηνευτή στα σημαίνοντα, προκειμένου για την αναπαράσταση του υποκειμένου μέσα στο δίκτυο των σημαινόντων του ασυνειδήτου· που σημαίνει ότι το υποκείμενο -του ασυνειδήτου- αναδύεται με τη λειτουργία ενός σημαίνοντος β ως ερμηνευτή κάποιου άλλου σημαίνοντος α -η στιγμή της ερμηνείας στην ψυχαναλυτική διαδικασία ή της ανάδυσης του ευφυολογήματος (βλ. και Lacan 1966, 840· αναφέρεται ό.π.).
Ούτως ή άλλως, όμως, το λακανικό σημαίνον είναι καλύτερα να προσεγγιστεί μέσα από τις αποκλίσεις που παρουσιάζει σε σχέση με το σωσυριανό σημείο. Καταρχήν το σημαίνον του Saussure είναι μέρος της θεωρίας για το γλωσσικό σημείο, ενώ ο Λακάν δεν συνδέει τη θεωρία του για το σημείο με τη θεωρία του για το σημαίνον (Arrivé 1992, 123). Κατά συνέπεια το λακανικό σημαίνον πρέπει να διαβαστεί διαφορετικά από το γλωσσικό σημαίνον. Ο Λακάν παίρνει το σωσυριανό κλάσμα σημαινόμενο/ σημαίνον και το τροποποιεί:
α. Αντιστρέφει τη φορά του κλάσματος βάζοντας επάνω το σημαίνον και αναπαριστώντας το με κεφαλαίο Σ, θέλοντας να δείξει την υπεροχή του σημαίνοντος σε σχέση με το σημαινόμενο, αυτή δηλαδή που κυβερνά τον λόγο του υποκειμένου, δηλαδή το ίδιο το υποκείμενο (Dor 1994, 62) -άποψη που θεμελιώνεται από τον ρόλο των μεταφορικών και μετωνυμικών διαδικασιών στην εμφάνιση των ασυνείδητων φαινομένων.
β. Ονομάζει τη γραμμή του κλάσματος μπάρα, πράγμα που δεν είχε ονοματιστεί ποτέ από τον Saussure, και αργότερα θα της αποδώσει τον χαρακτηρισμό του "φράγματος στη σημασία" -χαρακτηρισμός που της προσδίδει μια υλική χροιά. Η γραμμή στον Saussure έχει την έννοια της ένωσης των δύο όψεων του γλωσσικού σημείου, η μπάρα στον Λακάν έχει την έννοια του διαχωρισμού. Η λειτουργικότητα της μπάρας παίζει σημαντικό ρόλο στην αντίληψη του Λακάν για τη μεταφορά και τη μετωνυμία. Η μεταφορά στον Λακάν, ή αλλιώς σημαίνουσα υποκατάσταση εφόσον ορίζει κάτι μέσω ενός άλλου πράγματος, συνίσταται στην υποκατάσταση σημαινόντων έτσι που το Σ2 είναι το καινούριο σημαίνον [ο Γιάννης είναι λιοντάρι·όπου το λιοντάρι είναι το Σ2 και Σ1 ο Γιάννης] ενώ το παλιό σημαίνον Σ1 περνάει κάτω από την μπάρα -με την έννοια του φράγματος στη σημασία- ως ολόκληρο σημείο. Διαφορετικά θα είχαμε να κάνουμε με ένα καινούριο σημείο και όχι με μεταφορά (Dor 1994, 63-69). Στη μετωνυμία αντιθέτως δεν υπάρχει αυτό το πέρασμα της μπάρας, διατηρείται το φράγμα της σημασίας, επειδή το καινούριο σημαίνον βρίσκεται σε σχέση συνάφειας με το παλιό. Στη μεταφορά η υπέρβαση του φράγματος δείχνει τη "θεμελιακή αξία αυτής της υπέρβασης για την ανάδειξη της σημασίας", η σημασία αναδύεται άμεσα (ό.π., 70, 71). Στη μετωνυμία, αντιθέτως, η διατήρηση του φράγματος δηλώνει αντίσταση στη σημασία, με την έννοια αυτό που παράγεται είναι ένα φαινομενικό μη-νόημα, χρειάζεται μια νοητική διεργασία για να συλλάβουμε το νόημα της μετωνυμικής έκφρασης (ό.π., 71).
γ. Τα βέλη και η έλλειψη που περιβάλλουν το σχήμα του γλωσσικού σημείου, σημεία της ένωσης και της θεώρησης του σημείου ως "κλειστού πεδίου", έχουν απαλειφθεί.
Οι αλλαγές αυτές συμπυκνώνουν τις σχετικές απόψεις του Λακάν. 'Οπως ειπώθηκε παραπάνω, για τον Saussure η γλώσσα έρχεται να κάνει μια τομή στη άμορφη μάζα των σκέψεων και των ήχων και αμοιβαία να καθορίσει τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα (βλ. σχήμα 1). Ο Λακάν αμφισβητεί τον ισομορφικό αυτό καθορισμό και θεωρεί ότι σε αυτό που υπάρχει τμήση είναι η ροή των σημαινόντων -με αυτή τη διατύπωση ήδη απομακρύνεται από τον Saussure, αφού η τομή της γλώσσας δημιουργεί το σημαίνον· δεν προϋπάρχει ως τέτοια (βλ. και Taillandier 1994, 407). Το γλωσσικό σημαινόμενο αντικαθίσταται από τη βελονιά του παπλωματά -έννοια που συνδέεται άμεσα με την ψυχαναλυτική εμπειρία η οποία δείχνει ότι η σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου είναι "πάντα ρευστή, πάντα έτοιμη να χαλάσει", γεγονός που ενισχύεται από την ψυχωτική εμπειρία όπου ο δεσμός ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο απουσιάζει. Η βελονιά του παπλωματά είναι η διαδικασία με την οποία "το σημαίνον σταματά το αλλιώς ατέρμονο γλίστρημα της σημασίας" και οριοθετεί τη σημασία όχι επιμέρους μονάδων αλλά με ένα εκ των υστέρων "κόψιμο" σφραγίζει το νόημα της ομιλούμενης ακολουθίας αναδρομικά (Dor 1994, 57-59). Αυτό το γλίστρημα της σημασίας αφενός δικαιολογεί την υπεροχή του σημαίνοντος έναντι του σημαινομένου, αφετέρου δείχνει και άλλες αποκλίσεις σε σχέση με τον Saussure. Αποδίδεται η διαχρονία στη γραμμικότητα του σημαίνοντος, πράγμα που είναι αντίθετο με τη συγχρονική θεώρησή της από τον Saussure. Επίσης η σημασία συνδέεται με την parole και δεν άπτεται της σφαίρας της langue.


 

 Σχ. 1. Ο ισομορφικός καθορισμός του Saussure (1979, 151)

*
'Εχοντας κάνει αυτές τις πρωταρχικές παρατηρήσεις, μπορούμε να σκιαγραφήσουμε την άποψη του Λακάν για τη γλώσσα. Καταρχήν, όπως πρώτος υποστήριξε ο Φρόυντ, το ζήτημα της γλώσσας θέτει το ζήτημα της αναπαράστασης, με την έννοια ότι η λέξη είναι το σημείο ενός πράγματος εν τη απουσία του· που σημαίνει ότι ένα πράγμα πρέπει να φονευθεί για να μπορέσει να αναπαρασταθεί. Η άποψη αυτή -εγελιανής προέλευσης- θα χρησιμοποιηθεί από τον Λακάν για να γίνει εμφανές ότι γλώσσα και άμεσο βίωμα είναι δύο αποκλειόμενα πράγματα και αυτό είναι ένα από τα "δράματα" της ανθρώπινης ύπαρξης.

Θεμελιακή έννοια για να παρακολουθήσουμε το ξετύλιγμα της σκέψης του είναι η έννοια της ενόρμησης, έννοια που χρησιμοποιεί ο Φρόυντ ως ενδιάμεση της οργανικής ανάγκης και της επιθυμίας, θεωρώντας την βιολογικής τάξης και η οποία αποκτάει πρόσβαση στον ψυχισμό μέσα από τον ψυχικό εκπρόσωπο· δηλαδή από τη στιγμή που θα αναπαρασταθεί αποτελεί έναν οριακό ενδιάμεσο ανάμεσα στο βιολογικό και τον ψυχισμό. Ο Λακάν συνδέει την ενόρμηση με την ανάγκη μέσα από μια διαφορετική σύλληψη. Καταρχήν η έλλειψη αναφέρεται στην απουσία του ανατομικού, του σωματικού, συμπληρώματος, που βιώνει το παιδί από τη στιγμή που γεννιέται, καθώς αυτό διαχωρίζεται/ αποσπάται από τον μητρικό κόλπο. Η ενόρμηση, σε αυτή την οπτική, είναι μια τάση που κατακλύζει το παιδί και μεταφράζει αυτή τη σωματική έλλειψη του μητρικού συμπληρώματος· αντίθετα από την άποψη του Φρόυντ, η ενόρμηση βρίσκεται πριν από κάθε αναπαράσταση.
Το παιδί θέλοντας να φράξει αυτό το κενό, το χάσμα που δημιουργεί αυτός ο σωματικός χωρισμός, διαμορφώνει την επιθυμία. Η καταρχήν επιθυμία του είναι να είναι ο φαλλός, η επιθυμία της επιθυμίας της μητέρας, το συμπλήρωμα της έλλειψης. Αυτό έχει "δραματικά" αποτελέσματα. Σε επίπεδο ψυχισμού, η επιθυμία, μη μπορώντας να συμπληρώσει το χάσμα, το κενό, μεταφέρεται διαρκώς σε άλλα υποκατάστατα σε ένα ατέλειωτο ταξίδι μετωνυμιών (βλ. παρακάτω), αποξενώνοντας/ απομακρύνοντας το υποκείμενο από την πρωταρχική του επιθυμία, η οποία παραμένει ανικανοποίητη. Σε επίπεδο λεκτικοποίησης, η επιθυμία με το να περάσει στη γλώσσα γίνεται αίτημα, γίνεται σημείο ή σύμβολο, που σημαίνει ότι δεν μπορεί ποτέ να εκφραστεί άμεσα, αφού η λεκτικοποίηση της θα σημαίνει και τον φόνο της. Κατά την έκφραση του Λακάν, το κύμα της επιθυμίας πρέπει να περάσει από το "στένωμα του σημαίνοντος". Γι' αυτό η επιθυμία είναι πέραν του αιτήματος, αφού το υπερβαίνει μην μπορώντας ποτέ να ικανοποιηθεί· είναι εντεύθεν του αιτήματος, γιατί είναι σημαίνον της πρωταρχικής έλλειψης ως προς το είναι [manque à être].

Δύο στάδια της ψυχικής εξέλιξης του ατόμου είναι σημαντικά για το θέμα της γλώσσας και τη συνακόλουθη εγγραφή του υποκειμένου στη συμβολική τάξη. α. Το στάδιο του καθρέφτη, και συγκεκριμένα η τρίτη φάση του, κατά την οποία το παιδί κοιτάζοντας στον καθρέφτη βιώνει μεγάλη χαρά αναγνωρίζοντας στην εικόνα που βλέπει τον εαυτό του συνολικά, θέτοντας έτσι τέλος στο ψυχικό βίωμα που ο Λακάν ονομάζει φαντασίωση του τεμαχισμένου σώματος (Dor 1994, 109-111). Η στιγμή αυτή αποκτά τεράστια σημασία όσον αφορά το θέμα των ταυτίσεων του υποκειμένου (ό.π., υποσ. 11), στον βαθμό που πρόκειται για μια πρωταρχική ταύτιση του παιδιού που προωθεί τη δόμηση του εγώ [Je], και αποτελεί την πηγή όλων των άλλων ταυτίσεων. Είναι "διττή" -αφού ανάγεται σε δύο όρους: σώμα και εικόνα-, άμεση, ο Φρόυντ την αποκαλεί ναρκισσική, ενώ ο Λακάν θα την ονομάσει φαντασιακή, αφού το παιδί ταυτίζεται με το αντίτυπό του μέσω της εικόνας (Fages 1997, 16) -ταύτιση που προεικονίζει κατά τον Dor (ό.π.) "τον χαρακτήρα της φαντασιακής του αλλοτρίωσης, από όπου και η ''χρόνια παραγνώριση'' που δεν θα πάψει να διατηρεί με τον ίδιο του τον εαυτό".
Το δεύτερο κρίσιμο σημείο για τη δόμηση του υποκειμένου είναι το οιδιπόδειο, όπου ο πατέρας παρεμβαίνει ως ο τρίτος απαγορεύοντας την αιμομειξία και σπάζοντας τη φαντασιακή ενότητα του παιδιού με τη μητέρα, βίωμα που κυρίως εκτυλίσσεται γύρω από την προβληματική του φαλλού. 'Οπως ήδη ειπώθηκε, η καταρχήν επιθυμία του παιδιού είναι να είναι ο φαλλός της μητέρας, η επιθυμία της επιθυμίας της, πιο απλά να είναι τα πάντα γι' αυτήν. Σε κάποιο σημείο, αρχίζει να συνδέει την απουσία της μητέρας με τον τρίτο -τον πατέρα- και καταλαβαίνει ότι ο φαλλός είναι αλλού: δεν είναι ο ίδιος, δεν τον έχει η μητέρα, βρίσκεται προς τη μεριά του πατέρα -εντοπισμός που θα κινητοποιήσει στο τελευταίο στάδιο του οιδιποδείου ταυτίσεις ως προς το φύλο. Το σπάσιμο αυτό της φαντασιακής δυαδικής σχέσης και η αποδοχή του Νόμου του Πατέρα -η ταύτιση με τον νόμο του- εισάγουν το παιδί στη συμβολική τάξη, της γλώσσας, της κουλτούρας, του πολιτισμού, τοποθετώντας το μέσα στην τριαδική σχέση, απελευθερώνοντας το από τη φαντασιακή υποταγή του στη μητέρα και καθιστώντας το υποκείμενο.
Νομίζω πως εδώ είναι το κρίσιμο σημείο της θεωρίας του Λακάν για το τρίπολο υποκειμενικότητα, συμβολική τάξη (του συστήματος συγγενείας, και με αυτή την έννοια του πολιτισμού), συμβολική τάξη του συστήματος της γλώσσας (ενός συστήματος αναπαράστασης). Καταρχήν ο Λακάν συνδέει την είσοδο στη συμβολική τάξη με την είσοδο στη γλώσσα. Ξαναδιαβάζοντας" το fort-da του Φρόυντ, ο οποίος εκεί βλέπει τον καταναγκασμό της επανάληψης, ο Λακάν εκτός των άλλων εντοπίζει στο παιχνίδι αυτό και κυρίως στη λεκτική εκφορά του τη συμβολική κυριαρχία επί του χαμένου αντικειμένου. Που σημαίνει ότι το παιδί "καταφέρνει στο εξής να κυριαρχεί πάνω στο ότι δεν είναι πλέον το ένα και μοναδικό αντικείμενο της επιθυμίας της μητέρας, δηλαδή το αντικείμενο που πληροί την έλλειψη του 'Αλλου, δηλαδή ο φαλλός" (Dor 1994, 124). Η επιθυμία αυτή, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, θα μεταφερθεί στα υποκατάστατα αντικείμενα της επιθυμίας· το κυριότερο σε αυτό είναι ότι θα καταστήσει το παιδί επιθυμούν υποκείμενο και όχι αντικείμενο επιθυμίας (της μητέρας). Δεύτερον, με την αποδοχή του Νόμου του Πατέρα η πρωταρχική επιθυμία απωθείται (έχουμε εδώ την πρωταρχική απώθηση -που θα διασφαλίσει το πέρασμα από την άμεση βίωση στη συμβολοποίηση μέσα από τη γλώσσα- και τη δημιουργία ασυνειδήτου). Σε αυτό το σημείο γίνεται, κατά την άποψη μου, η σύνδεση των δύο συμβολικών συστημάτων: Το παιδί, με την αποδοχή του Νόμου του Πατέρα και ονομάζοντας αυτόν, εν αγνοία του ονομάζει το πρωταρχικό του σημαίνον, την επιθυμία να είναι ο φαλλός: Γι' αυτό το 'Ονομα του Πατέρα αποτελεί μεταφορά.
Εφόσον το υποκείμενο άλλο ονομάζει και άλλο λέει κατά βάθος με την πατρική μεταφορά, εμφανίζεται η εγκαθίδρυση μιας ψυχικής διαίρεσης (Spaltung) του υποκειμένου ανάμεσα στο ασυνείδητο -τον ψυχισμό του- και τον συνειδητό του λόγο, διαίρεση η οποία επέρχεται υπό το κράτος της γλώσσας· με αυτή την έννοια, κατά τον Dor (ό.π., 137), το ασυνείδητο θα δομηθεί υποταγμένο στην τάξη του σημαίνοντος, δηλ. σαν γλώσσα. 'Αποψη που προκάλεσε τη ρήξη του Λακάν με τη σύγχρονη ψυχαναλυτική σκέψη, στον βαθμό που υπέταξε τη δημιουργία του ασυνειδήτου στη γλώσσα, αναγνωρίζοντάς τη ως βασική προϋπόθεσή του, και θεώρησε το υποκείμενο ως υπάρχον μόνο ως ομιλούν (το ομιλ-όν). Ο Λακάν χρησιμοποιεί τη διάκριση του Benveniste (1966) ανάμεσα σε υποκείμενο της εκφώνησης και υποκείμενο του εκφωνήματος για να καταδείξει ότι το υποκείμενο του ασυνειδήτου, το υποκείμενο της επιθυμίας, προσδιορίζεται σε επίπεδο εκφώνησης, σε αυτό που λέγεται σε ένα κατά κάποιον τρόπο "κείμενο λόγου", ενώ στο εκφώνημα, στην πρόταση, εκεί που γραμματικά θα βάλει τη στίξη το υποκείμενο, χάνεται η αλήθεια του καθώς εμφανίζεται διαστρεβλωμένη -η ψυχαναλυτική εργασία συνίσταται, με αυτή την έννοια, στην ανάδυση της επιθυμίας του υποκειμένου μέσα από τα εκφωνήματά του· γι' αυτό ο αναλυτής ακούει "από κάτω" από τα συγκεκριμένα εκφωνήματα "προσέχοντας" το συνολικό κείμενο του αναλυόμενου.
Αν το υποκείμενο αναδύεται μέσα από τη γλώσσα -και αυτό σημαίνει ότι δεν είναι αιτία της γλώσσας/ του σημαίνοντος αλλά επίπτωσή της-, ταυτοχρόνως όμως αλλοτριώνεται μέσα και από αυτήν, εφόσον το ίδιο λόγω της διαδικασίας της συμβολοποίησης ("το πράγμα πρέπει να φονευθεί για να αντιπροσωπευθεί") εμφανίζεται κατά την έκφραση του A. Miller "σαν να υπέχει θέση. Δεν είναι εκεί αλλά και δεν είναι και απόν". 'Ετσι παρουσιάζεται το αντιφατικό φαινόμενο: από τη μια η γλώσσα κάνει να αναδυθεί το υποκείμενο, από την άλλη το εξαφανίζει μέσα από την αναπαράστασή του. Ο Λακάν ονομάζει αυτή την έκλειψη στιγμιαία εξαφάνιση του υποκειμένου, το γεγονός δηλ. ότι μέσω της γλώσσας το υποκείμενο νοείται ως αναπαράσταση, ως προσωπείο που το αλλοτριώνει, αποκρύπτοντάς το από τον εαυτό του (Dor 1994, 146). O όρος σχίση [refente] αποδίδει αυτή ακριβώς την αλλοτρίωση μέσα και από τη γλώσσα.
Από τη μια λοιπόν το υποκείμενο βρίσκεται διαχωρισμένο από τον "λόγο" του ασυνειδήτου του, τον λόγο της επιθυμίας του, και από την άλλη λειτουργεί στον λόγο ως "υπέχον θέση", ως ομοίωμα. Μία ακόμη από τις δραματικές αντιφατικότητες της ύπαρξης. Μπορεί το υποκείμενο με την πρόσβαση στη γλώσσα και τη συμβολική τάξη να απελευθερώθηκε από την αιχμαλωσία της φαντασιακής δυαδικής σχέσης με τη μητέρα, από την άλλη όμως βυθίζεται πάλι μέσω της γλώσσας σε μια άλλη φαντασιακή αιχμαλωσία του εαυτού του υιοθετώντας τα διάφορα εγώ του -αλλοτριωμένου- λόγου του και αποκτώντας έτσι μια φαντασιακή εικόνα του εαυτού του -το Εγώ [Moi]. Στη φαντασιακή αυτή αναπαράσταση, εικόνα, του εαυτού του υπεισέρχεται και ο 'Αλλος (η μητέρα καταρχήν), στον βαθμό που μέσα από τα μάτια του 'Αλλου γίνεται η αναγνώρισή μας (προεικονίζεται ήδη από το στάδιο του καθρέφτη, όπου μέσα από τα μάτια του 'Αλλου υπάρχει η έγκριση για την ταύτιση του παιδιού με αυτό που βλέπει). Αναλόγως όμως κινείται και η σχέση του Εγώ [Moi] με τον άλλον, διαποτισμένη από το φαντασιακό, αφού με τον ίδιο τρόπο που εκλαμβάνει τον εαυτό του εκλαμβάνει και τον άλλον. Η επικοινωνία όμως έτσι καθίσταται "διάλογος μεταξύ κουφών", αφού ο καθείς επικοινωνεί μέσα από τα Εγώ [moi] του. Ο Μεγάλος 'Αλλος -η επικοινωνία με το ασυνείδητο- καθίσταται αδύνατη στον βαθμό που διαχωρίζεται από τον "τοίχο της γλώσσας"· ο Μεγάλος 'Αλλος βρίσκεται από την άλλη πλευρά του, όπως ακριβώς το υποκείμενο λόγω της γλώσσας τίθεται εκτός της προσωπικής του αλήθειας. Και είναι ο στόχος της ανάλυσης αυτό τον κενό -αλλοτριωμένο- λόγο του υποκειμένου να τον καταστήσει πλήρη, να τον φέρει σε επικοινωνία με το ασυνείδητό του, με την επιθυμία του, αποκαθιστώντας τη συμβολική τάξη στον φαντασιακό του λόγο.




2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Επίθ.: Μετωνυμικός, -ή, -ό. Επίρρημα: Μετωνυμικώς

Από το ΛΕΞΙΚΟ ΠΡΩΙΑΣ:

Μετωνυμία (η): λεκτικός τρόπος καθ’ όν χρησιμοποιείται λέξις άλλη αυτής της κυριολεκτούμενης, ως π.χ. «η Θέμις», αντί «δικαιοσύνη» // «το προπύργιον της ελευθερίας», αντί «ο πρόμαχος»// «παρευρέθησαν όλαι αι κοσμικαί Αθήναι», αντί «όλοι οι κοσμικοί Αθηναίοι»// «ο Σολωμός έχει λυρικήν έξαρσιν», αντί «η ποίηση του Σολωμού». Επιθετ. μετωνυμικός, μετωνυμική, μετωνυμικόν. Επιρρ. μετωνυμικώς.

Υπαλλαγή (η): εναλλαγή//(συντακτ.), λεκτικόν σχήμα καθ’ ό λέγεται το περιέχον αντί του περιεχομένου, ή το αφηρημένον ουσιαστικόν αντί του συγκεκριμένου, αλλ. μετωνυμία.


Μερικές αναφορές από Βικιπαίδεια:

Κλασσικό παράδειγμα μετωνυμικής υπαλλαγής είναι η μεταφορά «ο αντίπαλος έγινε λαγός», όπου υπάρχει μεταφορά μιας ιδιότητας του μη ανθρώπινου ουσιαστικού «λαγός», της ταχύτητας με την οποία φεύγει καταδιωκόμενος, στο ανθρώπινο υποκείμενο του ρήματος «έγινε». Εδώ, στο συγκεκριμένο σχήμα λόγου, οι ιδιότητες του στοιχείου Α αποδίδονται ("μεταφέρονται") σε ένα στοιχείο Β, το οποίο έχει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά από το Α. Το συγκεκριμένο σχήμα λόγου ονομάζεται και μεταφορά.


Επίσης, ένα άλλο είδος μετωνυμικής υπαλλαγής είναι η συνεκδοχή. Συνεκδοχή είναι το εκφραστικό-λογοτεχνικό σχήμα κατά το οποίο ένας όρος αντικαθίσταται από έναν άλλο, με τον οποίο βρίσκεται σε σχέση γενικού προς ειδικό ή αντίστροφα. Η πιο συνηθισμένη μορφή συνεκδοχής είναι η χρήση του μέρους αντί για το όλο (pars pro toto) ή του ενός αντί για τους πολλούς. Συνεκδοχή όμως είναι και το αντίστροφο. Παραδείγματα:

Μέρος αντί για όλο:
Να βάλω ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι μου (εννοούνται σπίτι ολόκληρο, όχι μόνο στέγη, και να καλυφθώ ολόκληρος, όχι μόνο το κεφάλι μου)
Κατά κεφαλήν (ενν. κατ' άτομο)
Όλο αντί για μέρος:
Αμερική (για τις Η.Π.Α.)

Ένα για πολλά:
Ο Έλληνας έχει φιλότιμο (εννοούνται όλοι οι Έλληνες)
Πολλά για ένα:
Είμαστε της άποψης (όταν ο συγγραφέας εννοεί τον εαυτό του, πληθυντικός της μεγαλοπρεπείας)

Το είδος για το γένος:
να βγάλω το ψωμί μου (εννοείται κάθε είδος τροφής)
Το γένος για το είδος:
αυτό το πλάσμα (για έναν άνθρωπο)

Επίθετο είναι το μέρος του λόγου που δείχνει ποια ιδιότητα ή ποιότητα έχει το συγκεκριμένο ουσιαστικό της πρότασης.

Επίρρημα είναι ένα άκλιτο μέρος του λόγου το οποίο προσδιορίζει ρήματα ή προτάσεις. Κάθε επίρρημα είναι ή ανήκει σε επιρρηματικό σύνολο, το οποίο αποτελείται από περισσότερα επιρρήματα. Σε κάθε γλώσσα συνήθως το επίρρημα δημιουργείται προσθέτοντας στο θέμα και μια κατάληξη, χαρακτηριστική της γλώσσας. Στα ελληνικά υπάρχει και άλλη μία κατηγορία επιρρημάτων, η οποία προήλθε από το σύστοιχο αντικείμενο. Η χαρακτηριστική κατάληξη των επιρρημάτων στα ελληνικά είναι η κατάληξη -ως, η χρήση της οποία έχει πλέον περιοριστεί έναντι της κατάληξης σε -α. Η άλλη κατηγορία επιρρημάτων λήγει σε -α. Αρχικά, σε κάποιες προτάσεις υπήρχε το σύστοιχο αντικείμενο, το οποίο βρισκόταν στην αιτιατική πληθυντικού του ουδέτερου γένους. Αργότερα, το αντικείμενο χρησιμοποιήθηκε στο λόγο σαν επίρρημα και σταδιακά έγινε επίρρημα, καθώς αυτού του είδους τα επιρρήματα άρχισαν να χρησιμοποιούνται και σε μη σύστοιχα ρήματα. Τα επιρρήματα είναι: α) Τοπικά: (που): εδώ, εκεί, μέσα, έξω, βόρεια, νότια. β) Χρονικά: (πότε): σήμερα, τώρα, πέρυσι, έπειτα, κάποτε,. γ) Τροπικά: (πως): έτσι, μαζί, όπως, αλλιώς, ξαφνικά δ) Ποσοτικά: (πόσο): λίγο, πολύ, τόσο, κάμποσο, περισσότερο. ε) Βεβαιωτικά: ναι, μάλιστα, βέβαια, αλήθεια, σωστά. στ) Διστακτικά: ίσως, τάχα, δήθεν, πιθανόν, άραγε. ζ) Αρνητικά: όχι, δεν, μην.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Ανώνυμος είπε...

(συνέχεια προηγούμενου σχολίου)

Από το λεξικό του ΠΑΠΥΡΟΥ:

Υπαλλαγή: /υπαλλαγή (ΝΜΑ) [υπαλλάσσω], αμοιβαία διαδοχή, εναλλαγή // (νεοελλ.) 1.(Γραμματική) α) σχήμα λόγου κατά το οποίο χρησιμοποιείται το όνομα του δημιουργού στη θέση του δημιουργήματος, αυτό που περιέχει κάτι αντί για το περιεχόμενό του και αντιστρόφως, το αφηρημένο ουσιαστικό αντί του συγκεκριμένου, αλλιώς μετωνυμία.

Μετωνυμία: (ΑΜ μετωνυμία) [μετώνυμος] / είδος λεκτικού τρόπου κατά τον οποίο χρησιμοποιείται άλλη λέξη αντί αυτής που απαιτείται κατά κυριολεξία, όπως π.χ. Άρης αντί πολέμου, Θέμις αντί δικαιοσύνη // (νεοελλ.) το σχήμα της υπαλλαγής.

Από τη Βικιπαίδεια:
Κοινά ονόματα είναι αυτά που περιγράφουν ένα συγκεκριμένο είδος (σύνολο ομοειδών) πραγμάτων, (π.χ. άνθρωπος, λουλούδι,) τα οποία επιπρόσθετα λέγονται και συγκεκριμένα ουσιαστικά, ή ουσιαστικά που αναφέρονται σε ιδιότητα ή κατάσταση, (π.χ. τρέξιμο, φουρτούνα, χαρά κ.λπ.) τα οποία επιπρόσθετα λέγονται και αφηρημένα ουσιαστικά.


ΥΓ: Θα αναρτηθούν σύντομα πολλά παραδείγματα μετωνυμίας-υπαλλαγής-μεταφοράς, που χρησιμοποιούνται στην καθομιλουμένη, π.χ. «βρέχει καρεκλοπόδαρα», π.χ. «ούτε Κίνα, ούτε Βορ. Κορέα, ούτε Κούβα». Οι όροι μετωνυμία-υπαλλαγή-μεταφορά-συνεκδοχή είναι συνώνυμοι, και κάθε φορά σε μιά πρόταση χρησιμοποιείται εκείνος ο όρος που αποδίδει πληρέστερα το νόημα της συγκεκριμένης πρότασης, δηλαδή τη συγκεκριμένη απόχρωση της έννοιας που πρέπει να υπογραμμιστεί.

Η υπαλλαγή, άλλοτε περιγράφει την πραγματικότητα και την αλήθεια, κι άλλοτε χρησιμοποιείται σκόπιμα για να τη συγαλύψει και να την συσκοτίσει. Παράδειγμα: όταν οι αριστεροί μιλάνε για "σοσιαλισμό" εννοούν τον "κρατικό καπιταλισμό". Ο κρατικός καπιταλισμός δηλαδή ονομάζεται "σοσιαλισμός". Στο παράδειγμα αυτό η υπαλλαγή είναι μετωνυμική.