Σελίδες

ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

ΑΚΕΠ: ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ

Η πρόταση:
Το σύνθημα ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ αποτελεί τακτική πολιτική πρόταση, που εστιάζει στην κυρίαρχη αντίθεση της σημερινής πολιτικο-οικονομικής συγκυρίας. Στον ένα πόλο της αντίθεσης, βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ, οι συμμαχίες του και τα ταξικά πολιτικο-οικονομικά συμφέροντα που υπηρετεί η σημερινή πολιτική πρακτική του. Στον άλλο πόλο της αντίθεσης, βρίσκονται η εργατική τάξη, οι μισθοσυντήρητοι και τα λαϊκά στρώματα, καθώς και τμήματα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, που δεν ανήκουν στην εργατική τάξη αλλά πλήττονται καθοριστικά από τα μέτρα ΠΑΣΟΚ-ΔΝΤ-ΕΕ. Έτσι, το σύνθημα ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ, αν προβληθεί και προπαγανδιστεί κεντρικά απ’ όλες τις δυνάμεις του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου, θα διαμορφώσει τακτικά τη στρατηγική διάταξη των κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης, που σήμερα είναι εγκλωβισμένη στα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα ή απέχει από την πολιτική, με τα στρώματα και τις κατηγορίες του πληθυσμού που πλήττονται από τα μέτρα του ΠΑΣΟΚ και τη σημερινή πολιτικο-οικονομική συγκυρία. Έτσι, θα δημιουργηθούν οι υποκειμενικές συνθήκες ενός ρωμαλέου αντικαπιταλιστικού κοινωνικού κινήματος, που θα επιβάλει και θα καθορίσει τις πολιτικές εξελίξεις προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού. Έτσι, θα συγκροτηθεί η ηγεμονική δύναμη, δηλαδή η ταξική πολιτική συνείδηση, με όρους πρακτικά συνεκτικούς στο εποικοδόμημα, και θα καλυφθεί, με όρους μαζικού κινήματος, το πολιτικό κενό εκπροσώπησης των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό.
Οι μαξιμαλιστικές πολιτικές τμημάτων του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου, με δεδομένη την αδυναμία του υποκειμενικού παράγοντα, εμπεριέχουν απαράδεκτους υποκειμενισμούς, και δε συμβάλλουν στην άμεση ενεργοποίηση των μαζών. Οι ρεφορμιστικές πολιτικές τμημάτων της Αριστεράς, που προτείνουν διάφορες «συνταγές» διεξόδου από τη σημερινή οικονομικο-πολιτική κρίση, με δεδομένη την αδυναμία του υποκειμενικού παράγοντα, αποπροσανατολίζουν κι εγκλωβίζουν τις μάζες στην κυρίαρχη πολιτική και ιδεολογική προπαγάνδα του σημερινού καθεστώτος. Στο ερώτημα που μπορεί να θέσουν κάποιοι «μετά το ΠΑΣΟΚ τι; μετά το ΠΑΣΟΚ ποια πολιτική, ποιο κόμμα θα έρθει στην εξουσία;» κλπ, η απάντηση είναι μία: αν η πτώση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ επέλθει σαν αποτέλεσμα ενός μαζικού ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού κινήματος, η οποιαδήποτε πολιτική, το οποιοδήποτε κόμμα έρθει στην εξουσία θα έχει ν’ αντιμετωπίσει ένα ενεργοποιημένο, οργανωμένο και συνειδητοποιημένο λαό. Θα έχει ν’ αντιμετωπίσει ένα ρωμαλέο αντικαπιταλιστικό επαναστατικό ριζοσπαστικό πολιτικό κίνημα.

Η θέση:
Η εργατική τάξη, οι μισθοσυντήρητοι και ο λαός βρίσκονται σε εμπόλεμη ταξική σύγκρουση με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, εκπρόσωπο του υπερσυσσωρευμένου ελληνικού χρηματικού κεφάλαιου και της χρηματιστικής ολιγαρχίας, και με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, εκπροσώπους αντίστοιχα του πολυεθνικού κεφάλαιου των ΗΠΑ, της Γερμανίας και της Ε.Ε.


ΠΡΟΣΟΧΗ!! ΠΡΟΣΟΧΗ!!
Καλούνται στον αγώνα, τις διαδηλώσεις, τα οδοφράγματα κλπ., όλοι όσοι μπορούν να φέρουν την ασπίδα του αισθήματος της ελευθερίας, της λεβεντιάς και της αξιοπρέπειας: οι νέοι, οι γέροι, οι γυναίκες, οι διανοούμενοι, οι δυνάμεις της εργασίας και του πολιτισμού.

Την 23η Απριλίου στο νησί Καστελόριζο της ελληνοτουρκικής μεθορίου, ο Πρωθυπουργός του ΠΑΣΟΚ ανακοίνωσε ολοκληρωτικό ταξικό πόλεμο στα θεσμοθετημένα κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, κι εκχώρησε απαράγραπτα κυριαρχικά δικαιώματα του ελληνικού λαού στα οικονομικά συμφέροντα που εκπροσωπούν το Δ.Ν.Τ., η Ε.Ε. και η Ε.Κ.Τ.

Ο ταξικά διαρθρωμένος ελληνικός λαός οφείλει (χρή), στο σύνολό του, να υπερασπίσει τις σημαίες! Να υπερασπίσει το αναλλοτρίωτο της λαϊκής κυριαρχίας! Ουδείς έχει το δικαίωμα –ούτε καν ο ίδιος ο λαός- να εκχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα που άπτονται της ανεξαρτησίας και της αυτοδιάθεσης των μελλοντικών γενεών. Πολύ περισσότερο, το δικαίωμα αυτό δεν το έχει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που, χωρίς την έγκριση του λαού, εκχώρησε κυριαρχικά δικαιώματα σε δυνάμεις και συμφέροντα, υποθηκεύοντας το μέλλον και τα δικαιώματα πολλών γενεών.


Οι Έλληνες μισθοσυντήρητοι και τα λαϊκά στρώματα οφείλουν επιτέλους ν’ αντιληφθούν ότι τα δικά τους οικονομικά προβλήματα (οι χαμηλοί μισθοί, οι χαμηλές συντάξεις, τα χρέη τους προς τις τράπεζες, η ανεργία, η υποαπασχόληση, η πτώχευση μικρομεσαίων επιχειρήσεων κλπ.) είναι πολύ πιο σημαντικά από το πρόβλημα της ολιγαρχίας που θέλει, με αφορμή την δημοσιονομική κρίση, να συναποκομίσει χωρίς ρίσκο περισσότερα κέρδη συμπράττοντας με το Δ.Ν.Τ., την Ε.Ε. και την Ε.Κ.Τ.


Επιτέλους, οι Έλληνες μισθοσυντήρητοι και ο λαός, από καθήκον προς τον εαυτό τους, τις οικογένειες και τα παιδιά τους, οφείλουν να αντιδράσουν άμεσα και σύσσωμα. Ν’ ανατρέψουν την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Ν’ ανατρέψουν τα οικονομικά μέτρα της ολιγαρχίας, του Δ.Ν.Τ., της Ε.Ε. και της Ε.Κ.Τ. Ν’ απαιτήσουν να μειωθούν άμεσα και δραστικά τα επιτόκια χορηγήσεων των ελληνικών τραπεζών. Ν’ αυξηθούν άμεσα οι μισθοί και οι συντάξεις. Να καταργηθούν τα προνόμια εκείνων που υπηρετούν το κατεστημένο. Να πληρώσουν το κρατικό έλλειμμα εκείνοι που ευθύνονται για την διόγκωσή του, δηλαδή μόνον οι έχοντες και κατέχοντες.


Να ορίσουμε τα ελάχιστα… Να πετύχουμε τα μέγιστα…

Με την επιτροπεία του ΔΝΤ και της ΕΕ, η νεοελληνική κοινωνία διέρχεται μία από τις πιο δύσκολες και πιο επικίνδυνες περιόδους της ιστορίας της.

Ο «αποπληθωρισμός τιμών», που προτείνουν το ΔΝΤ και η Ε.Ε., ως «θεραπεία» για να αντιμετωπιστεί ο «αποπληθωρισμός χρεογράφων» του ελληνικού δημοσίου, οδηγεί σε δραματική επιδείνωση όλων των συντελεστών της καπιταλιστικής παραγωγής: αύξηση ανεργίας, μείωση μισθών και εισοδημάτων, περιορισμό επενδύσεων κλπ.


Ακόμα και αστοί οικονομολόγοι, όπως ο Irving Fischer, που πρώτος περιέγραψε το φαινόμενο της κρίσης του ’29 με τον όρο «αποπληθωρισμός», κι ο John Hicks, που πρώτος το μετονόμασε σε «παγίδα ρευστότητας», συγκλίνουν στην άποψη πως, σε όλες τις εκδοχές του φαινομένου (νομισματικός αποπληθωρισμός, αποπληθωρισμός τιμών, αποπληθωρισμός χρεογράφων), το αποτέλεσμα είναι η υπερτίμηση του χρηματικού κεφάλαιου και η πτώση όλων των συντελεστών της παραγωγής.


Σήμερα, οι μισθοσυντήρητοι και τα λαϊκά στρώματα έρχονται αντιμέτωποι με την ωμή πραγματικότητα του ταξικού καπιταλιστικού κοινωνικού συστήματος, καθώς και με τα συμφέροντα που προσωποποιούνται στο Κράτος, στα καθεστωτικά πολιτικά κόμματα και τους ιδεολογικούς-πολιτικούς απολογητές της άρχουσας τάξης, απροετοίμαστοι πολιτικά και χωρίς τα αναγκαία οργανωτικά μέσα που απαιτούν οι περιστάσεις.


Η ιδιομορφία της δομικής πολιτικο-οικονομικής κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού, που τον καθιστά επίκεντρο της ψυχροπολεμικής σύγκρουσης ΗΠΑ/δολαρίου-Γερμανίας/Ε.Ε./ευρώ, από την μιά, και η οξύτατη πολιτική-ιδεολογική-οργανωτική κρίση του αντικαπιταλιστικού κινήματος από την άλλη, επικαθορίζουν και διαμορφώνουν τις σκληρές κι εφιαλτικές συνθήκες της σημερινής συγκυρίας.


Στην ποικιλότροπη ανωριμότητα του υποκειμενικού παράγοντα και στη θεσμική ηγεμονία της οικονομικής ολιγαρχίας και του χρηματιστικού κεφάλαιου στον Αστικό Συνασπισμό Εξουσίας, εντοπίζονται η διανυσματική ισορροπία και η πολιτική διάρθρωση των αντιθέσεων των πόλων της αδιαχώριστης διαλεκτικής ενότητας κι αντίθεσης της εργατικής τάξης προς την αστική τάξη.


Σήμερα, με τη βίαιη παρέμβαση του εποικοδομήματος στην καπιταλιστική παραγωγική δομή της ελληνικής κοινωνίας, που ευνοεί απροκάλυπτα το υπερσυσσωρευμένο ελληνικό κεφάλαιο και την χρηματιστική ολιγαρχία, διαταράσσεται βίαια ο νόμος της αξίας, που ρυθμίζει νομοτελειακά τους συντελεστές της καπιταλιστικής παραγωγής, διανομής και ανταλλαγής, και οξύνονται οι αντιθέσεις μεταξύ των τμημάτων του Αστικού Συνασπισμού Εξουσίας.


Σήμερα, οι μισθοί συμπιέζονται κάτω από τα αξιακά δεδομένα της φυσικής τιμής αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Αξίες, από τα εισοδήματα των 880 χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων και του αγροτικού πληθυσμού, αποσπώνται μηχανικά με τα μέτρα του ΠΑΣΟΚ-ΔΝΤ-ΕΕ. Δυσχεραίνεται η αναπαραγωγή των όρων παραγωγής και δημιουργούνται, από τη δράση του νόμου της αξίας, οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για αυθόρμητες εξεγέρσεις και αυθόρμητα κινήματα, που θα υπερβαίνουν τα σημερινά συνδικαλιστικά σχήματα και τις σημερινές πολιτικές οριοθετήσεις.


Στον πόλο των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού, όπου η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα είναι το ουσιαστικότερο και πολυπληθέστερο τμήμα του, η προσδιοριστικότητα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής δεν εμφανίζεται μόνο από τις γενικές και ειδικές συμπεριφορές του πληθυσμού, ούτε μόνο από την πλειοψηφική ένταξή του στα καθεστωτικά πολιτικά κόμματα, αλλά εμφανίζεται -πρωτίστως και κυρίως- στα πολιτικά προγράμματα της κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και στις πολιτικές επιλογές του ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού πολιτικού χώρου, που εμφορούνται και προπαγανδίζουν τις αντιλήψεις του κρατισμού, τη θεωρία της αναρχίας της παραγωγής κι ενίοτε τις θέσεις της μικτής οικονομίας κλπ., σαν εναλλακτικές προτάσεις στα αδιέξοδα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Έτσι δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι, χωρίς την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, ο καπιταλισμός μπορεί ν’ αποφύγει τις κρίσεις με τις κρατικοποιήσεις και τον κεντρικό σχεδιασμό και να εξασφαλίσει συνεχή ανάπτυξη, πλήρη απασχόληση κι ευημερία. Όπως πολλοί αντιεξουσιαστές, αναρχικοί κλπ. θεωρούν το Κράτος -κι όχι τις σχέσεις παραγωγής- σαν την μόνη πηγή εκμετάλλευσης κι αθλιότητας, έτσι κι αυτοί θεωρούν τους ιδιοκτήτες του κεφάλαιου πηγή όλων των δεινών –κι όχι αποτέλεσμα των νόμων κίνησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Οι αντιλήψεις αυτές είναι πολύ παλιές και υποστηρίχτηκαν -και δυστυχώς υποστηρίζονται και σήμερα- από «σοσιαλιστές-κομμουνιστές», που υιοθετούν στα μουλωχτά τις αντιλήψεις των Ρικάρντο και Προυντόν και του ηθικού τρόπου αντιμετώπισης της εκμετάλλευσης.


Η κριτική τοποθέτηση πάνω στις αντιλήψεις -κυρίως- του Κρατισμού και της σχεδιοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας είναι, λοιπόν, μια από τις προϋποθέσεις για την δημιουργία των προγραμματικών πολιτικών-ιδεολογικών-οργανωτικών όρων άρσης της κρίσης του αντικαπιταλιστικού ριζοσπαστικού κινήματος, και για την διαμόρφωση ταξικής συνείδησης στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, που πλήττονται από την σημερινή κρίση και τα μέτρα ΠΑΣΟΚ-ΔΝΤ- ΕΕ, που δυστυχώς έχουν υποστεί «πλύση εγκεφάλου» και πιστεύουν πως τα δεσποτικά εκμεταλλευτικά καθεστώτα του κρατισμού στις χώρες του ανατολικού συνασπισμού, που κατέρρευσαν, είναι ο πραγματωμένος μαρξισμός-κομμουνισμός.


Πέραν τούτου, επειδή «οι καιροί ου μενετοί», ο ριζοσπαστικός πολιτικός χώρος στη σημερινή συγκυρία οφείλει να δράσει ενιαία και ενωτικά ενάντια στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, το ΔΝΤ και την ΕΕ, πρωτοστατώντας στους αγώνες της εργατικής τάξης και του λαού, και να εντείνει τις πρωτοβουλίες για την προγραμματική πολιτική-ιδεολογική-οργανωτική ενότητά του.


Στις σκληρές συνθήκες της ανωριμότητας του υποκειμενικού παράγοντα που βρισκόμαστε σήμερα, το σύνθημα ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ στοχεύει ν’ αξιοποιήσει τις αντιθέσεις των διαφόρων τμημάτων του Αστικού Συνασπισμού Εξουσίας, να ενεργοποιήσει εκατομμύρια ανθρώπους που πλήττονται από τα μέτρα ΠΑΣΟΚ-ΔΝΤ-ΕΕ και να συμβάλλει στη δημιουργία των υποκειμενικών προϋποθέσεων για την ανασύσταση του αντικαπιταλιστικού ριζοσπαστικού κινήματος.


ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ
ΕΝΟΤΗΤΑ-ΟΡΓΑΝΩΣΗ-ΕΝΟΤΗΤΑ-ΟΡΓΑΝΩΣΗ

Αντώνης Π. Χάλαρης - Μανώλης Γ. Γρηγοριάδης 
Σχόλιο:
Είναι προφανές πως ο συντονισμός των εργατικών και αντικαπιταλιστικών κινημάτων στην Ευρώπη και τον κόσμο αποτελεί αναγκαία συνθήκη, για την αποτελεσματική διεξαγωγή του αγώνα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα σε καθεμία χώρα ξεχωριστά.

Κατά την αντίληψή μας, το διεθνιστικό καθήκον της επαναστατικής διανόησης της κάθε ξεχωριστής χώρας, στην Ευρώπη και τον κόσμο, είναι να οργανώσει τις υποκειμενικές προϋποθέσεις, πρώτα και κύρια, της ταξικής ενότητας της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, σε ξεχωριστό πολιτικό κόμμα –το επαναλαμβάνουμε στην κάθε ξεχωριστή χώρα- σαν τμήμα της οργάνωσης της παγκόσμιας εργατικής τάξης.


Κατά την αντίληψή μας, το επαναστατικό κόμμα υποστατώνει στο πολιτικό εποικοδόμημα το αίτημα της κατάργησης του συστήματος της μισθωτής εργασίας και το αίτημα της γενικευμένης αυτοδιάθεσης. Το επαναστατικό κόμμα είναι η ενότητα, ο πολιτικός συντονισμός των δυνάμεων που μπορούν και από την κοινωνική τους θέση οφείλουν να καταστήσουν τις ιδέες της επανάστασης υλική δύναμη. Το επαναστατικό κόμμα είναι η αναγκαία συνθήκη για την διαμόρφωση ενός κινήματος εξουσίας ικανού να καταργήσει το οικονομικοκοινωνικό σύστημα, που θεμελιώνεται στην μισθωτή εργασία και στην εκμετάλλευση του εμπορεύματος εργατική δύναμη, κλπ κλπ. Χωρίς την επιτέλεση αυτού του καθήκοντος, κάθε άλλη προσπάθεια θα είναι ημιτελής, θα είναι θνησιγενής και δε θα επιφέρει τ’ αποτελέσματα που επιδιώκουν οι αντικαπιταλιστικές δυνάμεις στην κάθε ξεχωριστή χώρα της Ευρώπης και του κόσμου.


Γι’ αυτό και προτείνουμε πως, στις σκληρότατες συνθήκες της ανωριμότητας του υποκειμενικού παράγοντα στις οποίες βρισκόμαστε, ένα είναι το ιστορικό καθήκον που μας ανατίθεται: να δουλέψουμε για τη σύσταση του επαναστατικού κόμματος. Κάθε άλλο καθήκον γίνεται δευτερεύον σε σχέση με αυτό. Προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει, επομένως, να συγκεντρώσουμε όλες τις ενέργειές μας. Πρέπει να ξεκινήσουμε μια σκληρή, μακρά, εξαντλητική δουλειά οικοδόμησης του κόμματος, χωρίς ανυπομονησίες, χωρίς εύκολους ενθουσιασμούς, χωρίς μάταιες προσδοκίες εύκολων επιτυχιών, έχοντας την πεποίθηση, αντίθετα, ότι η όποια ενδεχόμενη αποτυχία δεν θα διαγράψει ποτέ την επιτυχία που αντιπροσωπεύει το γεγονός καθεαυτό, ότι ομάδες συνειδητών επαναστατών δουλεύουν για το ταξικό κόμμα, δουλεύουν για το μέλλον. Μονάχα αν θα μπορέσουμε να δουλέψουμε επίμονα για να δημιουργήσουμε ένα, έστω και περιορισμένο, οργανωτικό δίκτυο, και να σχηματίσουμε ομάδες, έστω και περιορισμένες, επαναστατικών στελεχών θα έχουμε θέσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την επαναστατική πρωτοβουλία, σήμερα, τώρα, που οι υλικές συνθήκες είναι ευνοϊκές. Ο ριζοσπαστικός πολιτικός χώρος δεν θα είχε σκοπό ύπαρξης αν δεν έθετε ως σκοπό ζωής αυτή την ιστορική αποστολή.


Ας το επαναλάβουμε: στη σημερινή συγκυρία, όπου η κρίση του ελληνικού και του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος διαμορφώνει τις αντικειμενικές προϋποθέσεις για την ανατροπή του, και οι κεϋνσιανές-νεοκεϋνσιανές, φιλελεύθερες-νεοφιλελεύθερες θέσεις-απόψεις, που θέλουν τις αιτίες των κρίσεων της καπιταλιστικής οικονομίας να βρίσκονται κυρίως στον τομέα της πίστωσης, της ποσότητας του χρήματος κλπ κλπ., κι όχι στον τομέα της παραγωγής, αποδεικνύονται επιστημονικά λανθασμένες με τρόπο αναμφισβήτητο, ενώ, η θέση-άποψη της μαρξιστικής θεωρίας για τις αιτίες και το αναπόφευκτο των καπιταλιστικών κρίσεων επιβεβαιώνεται με τρόπο αναμφισβήτητο, και δημιουργούνται οι υποκειμενικές δυνατότητες της ανασυγκρότησης του επαναστατικού αντικαπιταλιστικού κινήματος πάνω στη στέρεα επιστημονική βάση της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, οι διανοούμενοι του αστισμού -φιλελεύθεροι, «σοσιαλιστές», ρεφορμιστές κλπ.- και, δυστυχώς, αρκετοί αναρχικοί, αντιεξουσιαστές, αριστεροί κρατιστές κλπ., επιμένουν να υποστηρίζουν, με σοφίσματα, ότι τα απολυταρχικά καθεστώτα του «ανύπαρκτου» σοσιαλισμού-του κρατικού καπιταλισμού που κατέρρευσαν, ήταν ο πραγματωμένος μαρξισμός-κομμουνισμός.


Το θεσμικό-νομικό καθεστώς στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο, είναι εποικοδόμημα, είναι νομική-θεσμική έκφραση των καπιταλιστικών εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής... τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ και το ΛΑΟΣ, καθώς και οι πολιτικοί νομικοί θεσμοί της ΕΕ, ανήκουν σε μια σχολή που, όπως θα έλεγε ο Μαρξ, «νομιμοποιεί τη σημερινή κατάπτωση με τη χθεσινή κατάπτωση, μια σχολή που χαρακτηρίζει σαν εξέγερση την παραμικρή κραυγή του σκλάβου ενάντια στο κνούτο, από τη στιγμή που το κνούτο είναι κνούτο με μακρά παράδοση, κνούτο παλιάς ράτσας, κνούτο ιστορικό, μια σχολή στην οποία η ιστορία δεν δείχνει -όπως ο Θεός του Ισραήλ στο δούλο του Μωυσή- παρά το a posteriori της. Είναι ο Σάιλοκ, ένας δούλος Σάιλοκ όμως, που, για κάθε λίτρα σάρκας βγαλμένης από την καρδιά του λαού, ομνύει στη νομιμότητά της, στην ιστορική της νομιμότητα». Τι άλλο είναι η συνθήκη της Λισσαβόνας, όπου στα άρθρα 121(4) και 126(9), έχει υπαχθεί το ελληνικό κράτος; Τι άλλο είναι τα νομοθετήματα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, που αναιρούν με μια μονοκονδυλιά τα κατακτημένα με αγώνες πολλών γενεών δικαιώματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων;


Οι «Σάιλοκ» του ΠΑΣΟΚ, του ΔΝΤ, της ΕΕ, της ΕΚΤ, δεν καταλαβαίνουν από λόγια, από νομικά τερτίπια. Αυτοί θα κάνουν πίσω, μόνον όταν ο ελληνικός λαός και οι λαοί της Ευρώπης εξεγερθούν κι απειλήσουν την εξουσία τους. Όταν, οι περιχαρακωμένοι στα αστικά πολιτικά κόμματα, ή στο βόλεμα του «απολίτικου» και ωχαδερφικού ατομικού παραληρήματος, νιώσουν στην καρδιά τους, στη σάρκα τους, το μαχαίρι των «Σάιλοκ», όταν νιώσουν ν’ αναιρείται η ύπαρξή τους, να καταρρακώνονται τα όνειρά τους, ν’ αμφισβητείται και ν’ αναιρείται η κάλπικη ιδεολογία τους, και βγουν στο δρόμο να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους, τις οικογένειές τους, τα παιδιά τους, ως εκπρόσωποι των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας ενάντια στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, ενάντια στο πολιτικό-νομικό εποικοδόμημα που υπηρετεί αυτές τις σχέσεις παραγωγής, ενάντια στα πολιτικά τους κόμματα.


Ας το επαναλάβουμε: στις σκληρές συνθήκες της ανωριμότητας του υποκειμενικού παράγοντα που βρισκόμαστε σήμερα, το σύνθημα
ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ στοχεύει ν’ αξιοποιήσει τις αντιθέσεις των διαφόρων τμημάτων του Αστικού Συνασπισμού Εξουσίας, να ενεργοποιήσει εκατομμύρια ανθρώπους που πλήττονται από τα μέτρα ΠΑΣΟΚ-ΔΝΤ-ΕΕ και να συμβάλλει στη δημιουργία των υποκειμενικών προϋποθέσεων για την ανασύσταση του αντικαπιταλιστικού ριζοσπαστικού κινήματος. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είναι ο ορατός «Σάιλοκ», που διευθύνει σήμερα την επίθεση του ελληνικού και ευρωπαϊκού κεφάλαιου ενάντια στην εργατική τάξη και το λαό. Η αντίθεση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ με την εργατική τάξη και το λαό διαρκώς θα οξύνεται. Η αντίθεση αυτή, είναι η κυρίαρχη αντίθεση της σημερινής συγκυρίας, που ενοποιεί κι εκδηλώνει όλες τις άλλες αντιθέσεις καθώς και την θεμελιώδη αντίθεση κοινωνικοποίηση της παραγωγής-ατομική ιδιοποίηση κλπ κλπ. Το αντικαπιταλιστικό ριζοσπαστικό κίνημα, η εργατική τάξη και ο λαός, οφείλουν να κατευθύνουν τακτικά όλες τις δυνάμεις που διαθέτουν και να υποτάξουν όλες τις προσπάθειές τους στην ανατροπή της παρούσας κυβέρνησης. Ας θυμηθούμε τα διδάγματα του Δεκέμβρη, κι ας συντονιστούμε άμεσα.
(βλέπε και ΑΚΕΠ: ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ, η αρχή του τέλους)

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

ΑΚΕΠ: Επαναστατικό κόμμα τώρα

Αντώνης Χάλαρης
ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΠΑΣΟΚ-ΔΝΤ-ΕΕ Θ’ ΑΠΟΤΥΧΟΥΝ ΟΙΚΤΡΑ
Θεωρίες για την κρίση: ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ/ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ - ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ
ΝΑ ΔΟΥΛΕΨΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΤΩΡΑ...

Ο αποπληθωρισμός και ο στασιμοπληθωρισμός είναι όψεις της κρίσης της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής, που φανερώνουν, με τρόπο άμεσο, την ανυπέρβλητη αντίφαση του εμπορεύματος «ανταλλακτική αξία – αξία χρήσης». Η αντίφαση του εμπορεύματος ανάγεται στον ορισμό του κεφάλαιου, στο μερισμό του σε σταθερό-μεταβλητό, καθώς και στην γενικευμένη αντίφαση της ατομικής ιδιοποίησης του οικονομικού αποτελέσματος της κοινωνικοποιημένης παραγωγής. Γι’ αυτό, οι προτάσεις και οι συνταγές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχουν στόχο ν’ αντιρροπήσουν την πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους με επίταση της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας και της εργασίας των λαϊκών στρωμάτων, και ν’ αποτρέψουν την υποτίμηση του υπερσυσσωρευμένου χρηματικού κεφάλαιου στην Ελλάδα και τον κόσμο, είναι περισσότερο από βέβαιο, δεν θα φέρουν κανένα αποτέλεσμα.

Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

ΑΚΕΠ: Οι “Θέσεις του 1957” του Movimento della Sinistra Comunista

Από το 1957 μέχρι σήμερα έχουν περάσει 53 χρόνια. Στο διάστημα αυτό άλλαξε δραματικά η εικόνα του κόσμου. Το πολιτειακό καθεστώς του κρατικού καπιταλισμού της Σοβιετικής Ένωσης κλπ, κατέρρευσε. Οι συσχετισμοί δύναμης μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κέντρων διαφοροποιήθηκαν. Οι αντικειμενικές συνθήκες της όξυνσης της αντίφασης των νέων κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων με τις καπιταλιστικές σχέσεις εμπορευματικής παραγωγής και ανταλλαγής, στο εσωτερικό των ονομαζόμενων το 1957 «νεοκαπιταλιστικών» ιμπεριαλιστικών κέντρων, ωρίμασαν. Η παγκόσμια πολιτικο-οικονομική κρίση είναι σήμερα γεγονός.

Το 1957 στην Ιταλία, το «Κίνημα της Κομμουνιστικής Αριστεράς» (Movimento della Sinistra Comunista) έθεσε ορισμένα ζητήματα, που αποκτούν στις σημερινές συνθήκες πολύ μεγάλο -κατά την γνώμη μας- πολιτικό και μεθοδολογικό ενδιαφέρον. Γι’ αυτό, ανεξάρτητα από το εάν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με αρκετές από αυτές τις «Θέσεις του 1957», θεωρούμε χρήσιμο ν’ αναδημοσιευτούν.

Αντώνης Π. Χάλαρης
 

(ακολουθεί η αναδημοσίευση)
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

ΑΚΕΠ: ΛΑΕ ΑΦΥΠΝΙΣΟΥ...

Ο λαός να ανατρέψει τα οικονομικά μέτρα του ΠΑΣΟΚ και της ολιγαρχίας
Με τα οικονομικά μέτρα του ΠΑΣΟΚ, που ψηφίστηκαν από την Βουλή, οι εργαζόμενοι και ο λαός επωμίζονται τα βάρη από το περιβόητο δημοσιονομικό πρόβλημα, για τη δημιουργία του οποίου είναι οι μόνοι που δεν ευθύνονται, και από την επίλυση του οποίου είναι οι μόνοι που δεν θα κερδίσουν...Επιτέλους, οι Έλληνες μισθοσυντήρητοι και ο λαός, από καθήκον προς τον εαυτό τους, τις οικογένειες και τα παιδιά τους, οφείλουν να αντιδράσουν άμεσα και σύσσωμα. Ν’ ανατρέψουν αγωνιστικά τα οικονομικά μέτρα του ΠΑΣΟΚ και της ολιγαρχίας. Ν’ απαιτήσουν να μειωθούν άμεσα και δραστικά τα επιτόκια χορηγήσεων των ελληνικών τραπεζών. Ν’ αυξηθούν άμεσα οι μισθοί και οι συντάξεις. Να καταργηθούν τα προνόμια εκείνων που υπηρετούν το κατεστημένο. Να πληρώσουν και να περιορίσουν το κρατικό έλλειμμα εκείνοι που ευθύνονται για την διόγκωσή του, δηλαδή μόνον οι έχοντες και κατέχοντες.
Αντώνης Χάλαρης

Το σημερινό πρόβλημα της οικονομικής ολιγαρχίας της ελληνικής κοινωνίας, που ονομάζεται δημοσιονομική κρίση, συνίσταται στο γεγονός του ότι, οι ευρωπαϊκές τράπεζες και το πολυεθνικό χρηματικό κεφάλαιο απαιτούν, για να δανείσουν το ελληνικό κράτος και τις ελληνικές τράπεζες, τόκο πολύ μεγαλύτερο από αυτόν που απαιτούν για να δανείσουν τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

ΑΚΕΠ- ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ: Η αρχή του τέλους

Αντώνης Χάλαρης

Σύσσωμες οι πολιτικο-ιδεολογικές δυνάμεις της αστικής τάξης της χώρας επιχειρούν να πείσουν πως τα οικονομικά και θεσμικά μέτρα για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών ανισορροπιών είναι αναγκαία και αφορούν τα κυριαρχικά δικαιώματα του ελληνικού λαού: η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, το ΛΑΟΣ, τα κυρίαρχα κέντρα και μέσα επιρροής κλπ.

 

Σύσσωμες οι πολιτικο-ιδεολογικές δυνάμεις της αστικής τάξης της χώρας προπαγανδίζουν, με τρόπο απροκάλυπτο, πως οι προσδοκίες των μισθοσυντήρητων, της νεολαίας και του λαού, για καλύτερες και ποιοτικότερες συνθήκες ζωής μέσα στο σημερινό οικονομικο-κοινωνικό σύστημα, πρέπει να παραμείνουν προς το παρόν εγκλωβισμένες στο χρονοντούλαπο ενός αβέβαιου μέλλοντος, αφού, όπως υποστηρίζουν, μόνο με τον περιορισμό και την αναίρεση των κατακτημένων με αγώνες οικονομικών και θεσμικών δικαιωμάτων τους μπορούν ν’ αντιμετωπιστούν τα ποικιλόμορφα προβλήματα της οικονομικής κρίσης, να «ανακτηθεί η τρωθείσα αξιοπιστία και αξιοπρέπεια του έθνους» και «να σωθεί η πατρίδα».

Ο Μαρξ γράφει: «Στο εσωτερικό θέλει να’ ναι αστός και εκμεταλλευτής, αλλά δεν θέλει να τον εκμεταλλεύονται στο εξωτερικό. Για το εξωτερικό φουσκώνει αρκετά, ώστε να φαίνεται τόσος όσο ένα «έθνος» και λέγει: δεν θα υποταχθώ στους νόμους του ανταγωνισμού, αυτό είναι ενάντια στην εθνική μου αξιοπρέπεια· σαν έθνος είμαι ανεπηρέαστος από το παζάρεμα…»

Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

ΑΚΕΠ: Το εθνικό ζήτημα και η μετανάστευση

Αντώνης Χάλαρης

Το έθνος, η έννοια του έθνους, είναι μια μορφή συλλογικής ταυτότητας που εμπεριέχει τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες που την διαμόρφωσαν. Το ιστορικό παρελθόν, το παρόν και ιδίως η προοπτική του μέλλοντος υπολανθάνει συνεκτικά σε κάθε συλλογική εθνική ταυτότητα, με διαφορετικό τρόπο κάθε ιστορική εποχή και σε κάθε οικονομικο-κοινωνικό σύστημα.

Στην νεώτερη ιστορία, η αστική τάξη ενσωμάτωσε στην έννοια του «έθνους-κράτους» τις θεωρητικές προσεγγίσεις της ιδεολογίας του ρομαντισμού, όπου κυριαρχούσε το «όμαιμον», το γένος, η φυλή. Σήμερα, οι κυρίαρχες τάσεις στο εθνικό ζήτημα, που εκπορεύονται από την νεο-ουϊγική αντίληψη της πολιτικής των ΗΠΑ περί εθνότητας, αναδιαμορφώνουν την ρομαντική εκδοχή της εθνότητας κι αντιπαραθέτουν την υπηκοότητα στην ιθαγένεια. Όταν ο Φουκουγιάμα, με αφορμή την εξέγερση των μεταναστών στην Γαλλία, αιτιολογούσε την αναταραχή σαν αντίφαση «υπηκοότητας-ιθαγένειας-εθνότητας», προπαγάνδιζε με τον πιο εκλεπτυσμένο τρόπο και με προοδευτικό προσωπείο τα κοσμοπολίτικα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ.

Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Για την Εξουσία, Φ.Ένγκελς 1872

Πλήθος Σοσιαλιστών έχει εσχάτως εξαπολύσει μια συστηματική εκστρατεία ενάντια σε αυτό που αποκαλούν αρχή της εξουσίας. Επαρκεί να τους πούμε ότι κάθε πράξη είναι εξουσιαστική γι' αυτό καταδικαστέα. Αλλά αυτή η διαδικασία της κριτικής της εξουσίας έχει καταχραστεί τόσο, ώστε είναι πλέον απαραίτητο να δούμε το θέμα πιο συγκεκριμένα.

Η εξουσία, με την έννοια που χρησιμοποιείται η λέξη εδώ, σημαίνει: η επιβολή της θέλησης ενός πάνω στην δική μας, επιπρόσθετα η εξουσία προϋποθέτει την υποταγή. Τώρα, μιας και αυτές οι δύο λέξεις ακούγονται κάπως άσχημες, και η σχέση που αντιπροσωπεύουν είναι δυσμενής για το υποταγμένο μέρος, το ερώτημα είναι να εξακριβώσουμε αν υπάρχει τρόπος να απαλλαχτούμε από αυτήν , με δοσμένες τις συνθήκες της υπάρχουσας κοινωνίας, αν μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο η εξουσία δεν θα έχει κανένα σκοπό και κατά συνέπεια θα εξαφανιστεί.

Εξετάζοντας τις οικονομικές, βιομηχανικές και αγροτικές συνθήκες που διαμορφώνουν την βάση της σημερινής αστικής κοινωνίας βρίσκουμε ότι τείνουν ολοένα και περισσότερο να αντικαθιστούν την μεμονωμένη πράξη με την συνδυασμένη πράξη ατόμων. Η σύγχρονη βιομηχανία με τα μεγάλα εργοστάσια, όπου εκατοντάδες εργάτες επιτηρούν πολύπλοκες μηχανές κινούμενες με ατμό, έχει υπερβεί τα μικρά εργαστήρια των μεμονωμένων παραγωγών, τα κάρα και οι άμαξες των λεωφόρων έχουν αντικατασταθεί από τα σιδηροδρομικά τραίνα, όπως και οι μικρές βάρκες από ατμόπλοια. Ακόμα και η γεωργία υποκύπτει στην κυριαρχία της μηχανής και του ατμού που αργά αλλά αμείλικτα βάζει στην θέση του μικρού ιδιοκτήτη μεγάλους καπιταλιστές που με την βοήθεια μισθωμένων εργατών καλλιεργεί μεγάλες εκτάσεις γης.

Παντού η συνδυασμένη πράξη, η πλοκή διαδικασιών που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, εκτοπίζει την ανεξάρτητη δράση από μεμονωμένα άτομα. Αλλά οποιοσδήποτε μιλά για συνδυασμένη πράξη μιλάει για οργάνωση. Είναι δυνατόν να έχεις οργάνωση χωρίς εξουσία;

Υποθέτοντας ότι μια κοινωνική επανάσταση ανέτρεπε τους καπιταλιστές που τώρα ασκούν την εξουσία τους πάνω στην παραγωγή και διανομή του πλούτου. Υποθέτοντας ότι υιοθετώντας πλήρως την θέση των αντιεξουσιαστών ότι η γη και τα εργαλεία της εργασίας γινόντουσαν συλλογική ιδιοκτησία των εργατών που τα χρησιμοποιούν. Μήπως τότε η εξουσία θα εξαφανιζόταν ή θα άλλαζε μόνο μορφή; Για να δούμε.

Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα κλωστοϋφαντουργικό εργοστάσιο. Το βαμβάκι πρέπει να περάσει τουλάχιστον από 6 διαδοχικές διαδικασίες προτού καταλήξει στην μορφή της κλωστής και αυτές οι διαδικασίες λαμβάνουν χώρα κατά κύριο λόγο σε διαφορετικά δωμάτια. Επιπλέον κρατώντας σε λειτουργία τις μηχανές απαιτεί έναν μηχανικό που θα επιβλέπει την ατμομηχανή, τεχνικούς να κάνουν τις επιδιορθώσεις και πολλούς άλλους εργάτες που η δουλειά τους θα είναι να μεταφέρουν τα προϊόντα από ένα δωμάτιο στο άλλο και ούτω καθεξής. Όλοι αυτοί οι εργάτες, άνδρες γυναίκες παιδιά είναι υποχρεωμένοι να ξεκινήσουν και να τελειώσουν την δουλειά τους υπό την εξουσία του ατμού που ποσώς τον ενδιαφέρει για την προσωπική ανθρώπινη αυτονομία. Οι εργάτες πρέπει εκ τούτου να εξετάσουν τις κατάλληλες ώρες εργασίας/χρονοδιάγραμμα και εφόσον αυτές οι ώρες ορισθούν οφείλουν να τηρούνται από όλους χωρίς εξαίρεση.

Όσο συγκεκριμένα ζητήματα ανακύπτουν σε κάθε δωμάτιο ανά πάσα στιγμή σε σχέση με τον τρόπο παραγωγής, διανομής του υλικού κτλ. πρέπει να λύνονται από μια απόφαση ενός εκπρόσωπου τοποθετημένου σε κάθε κλάδο εργασίας ή αν είναι δυνατόν με μια ψηφοφορία με όρους πλειοψηφίας. Η θέληση του ατόμου θα πρέπει πάντα να υποτάσσεται σε αυτήν την απόφαση που σημαίνει ότι τα ζητήματα του τρόπου παραγωγής θα λύνονται με εξουσιαστικό τρόπο. Η αυτόματη μηχανή του μεγάλου εργοστασίου είναι πολύ πιο δεσποτική από όσο ήταν οι μικροί καπιταλιστές που έχουν υπάλληλους. Σε σχέση με τις ώρες εργασίας κάποιος θα μπορούσε να γράψει στην πύλη αυτών των εργοστασίων Lasciate ogni autonomia, voi che entrate! “Άφησε, εσύ που μπαίνεις, κάθε αυτονομία πίσω σου!.”

Αν ο άνθρωπος με την γνώση του και το εφευρετικό του πνεύμα έχει καθυποτάξει τις δυνάμεις της φύσης, οι τελευταίες παίρνουν εκδίκηση υποβάλλοντάς τον, όσο τις χρησιμοποιεί, σε έναν αληθινό δεσποτισμό ανεξάρτητο από κάθε κοινωνική οργάνωση. Το να θέλεις να καταργήσεις την εξουσία στην μεγάλη βιομηχανία είναι ισάξιο με το να θέλεις να καταργήσεις την βιομηχανία καθεαυτή, να καταργήσεις την ατμομηχανή για να γυρίσεις στον τροχό.

Ας πάρουμε άλλο ένα παράδειγμα, τον σιδηρόδρομο. Εδώ και πάλι η συνεργασία ενός άπειρου αριθμού ατόμων είναι απολύτως απαραίτητη και αυτή η συνεργασία πρέπει να ασκείται με ακριβείς καθορισμένες ώρες έτσι ώστε να μην γίνουν ατυχήματα. Εδώ πάλι η κύρια συνθήκη της δουλειάς είναι η κυρίαρχη θέληση που καθορίζει όλα τα υπόλοιπα ζητήματα, είτε είναι η θέληση ενός εκπροσώπου είτε μιας επιτροπής υπεύθυνης με την εκτέλεση των αποφάσεων μιας πλειοψηφίας ατόμων. Όποια και αν είναι η περίπτωση υπάρχει μια σαφής εξουσία. Επιπλέον τι θα γινόταν αν η εξουσία των υπαλλήλων πάνω στους επιβάτες καταργηθεί;

Αλλά η αναγκαιότητα της εξουσίας, και δεσποτική μάλιστα, δεν θα μπορούσε να βρεθεί περισσότερο παρά σε ένα καράβι εν πλω. Εκεί σε συνθήκες κινδύνου, οι ζωές όλων στηρίζονται στην ακαριαία και απόλυτη πειθαρχία στην θέληση του ενός.

Όταν υπέβαλα αυτά τα επιχειρήματα στους πιο λυσσαλέους αντιεξουσιαστές την μόνη απάντηση που μπορούσαν να δώσουν ήταν η ακόλουθη. Ναι, αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν είναι εξουσία που παραχωρούμε στους διαμεσολαβητές μας αλλά μια εντολή εμπιστοσύνης. Αυτοί οι κύριοι νομίζουν ότι με το να αλλάζουν τα ονόματα των πραγμάτων αλλάζουν και τα πράγματα τα ίδια. Έτσι κοροϊδεύουν τον κόσμο αυτοί οι βαθυστόχαστοι διανοητές.

Είδαμε λοιπόν, ότι από τη μια, κάποια εξουσία, ανεξαρτήτως πόσο διαμεσολαβημένη, και από την άλλη μια κάποια υποταγή είναι πράγματα που ανεξαρτήτως όλων των κοινωνικών οργανώσεων επιβάλλονται πάνω μας μαζί με τις υλικές συνθήκες κάτω από τις οποίες παράγουμε και διανέμουμε προϊόντα.

Είδαμε, εξάλλου, ότι οι υλικές συνθήκες παραγωγής και διανομής αναπόφευκτα αναπτύσσονται με την μεγάλη βιομηχανία και την μεγάλης κλίμακας γεωργία και αυξανόμενα τείνουν να μεγεθύνουν το εύρος της εξουσίας. Εκ τούτου είναι παράλογο να θεωρείς ότι η αρχή της εξουσίας είναι απόλυτα κακή και η αρχή της αυτονομίας απόλυτα καλή. Η εξουσία και η αυτονομία είναι σχετικά πράγματα που οι σφαίρες του κυμαίνονται μαζί με τις διάφορες φάσεις της ανάπτυξης της κοινωνίας. Αν οι αυτόνομοι περιορίζονταν στο να πουν ότι η μελλοντική κοινωνική οργάνωση θα περιορίσει την εξουσία μέσα στα όρια των συνθηκών παραγωγής που την καθιστούν αναπόφευκτη, θα μπορούσαμε να το κατανοήσουμε, αλλά είναι τυφλοί σε όλα τα στοιχεία που την κάνουν απαραίτητη και με πάθος πολεμάνε την ίδια την πραγματικότητα.

Γιατί οι αντιεξουσιαστές δεν περιορίζονται με το να ωρύονται ενάντια στην πολιτική εξουσία και το κράτος; Όλοι οι Σοσιαλιστές συμφωνούν ότι το πολιτικό κράτος και μαζί με αυτό η πολιτική εξουσία θα εξαφανιστούν ως τελικό αποτέλεσμα της επικείμενης κοινωνικής επανάστασης, δηλαδή, οι δημόσιες υποθέσεις θα χάσουν τον πολιτικό τους χαρακτήρα και θα μεταμορφωθούν σε απλές διοικητικές λειτουργίες που θα συμβάλλουν στα πραγματικά συμφέροντα της κοινωνίας. Αλλά οι αντιεξουσιαστές απαιτούν το πολιτικό κράτος να καταργηθεί με ένα χτύπημα, ακόμη και πριν οι κοινωνικές συνθήκες που το γέννησαν έχουν καταστραφεί. Απαιτούν η πρώτη πράξη της κοινωνικής επανάστασης να είναι η κατάργηση της εξουσίας. Αυτοί οι κύριοι έχουν δει ποτέ τους μια επανάσταση; η επανάσταση είναι σίγουρα το πιο εξουσιαστικό πράγμα που υπάρχει, είναι η πράξη όπου μια μερίδα του πληθυσμού επιβάλλει την θέληση του στην άλλη μερίδα, με τουφέκια, ξιφολόγχες και κανόνια, εξουσιαστικά μέσα, και εφόσον η νικήτρια μερίδα δεν θελήσει ο αγώνας της να είναι μάταιος, θα πρέπει να διατηρήσει την εξουσία της μέσω του τρόμου που αποθαρρύνει τους αντιδραστικούς. Θα είχε κρατήσει η Παρισινή Κομμούνα έστω μια μέρα αν δεν είχε χρησιμοποιήσει την εξουσία του οπλισμένου λαού ενάντια στην αστική τάξη; Μήπως αντίθετα θα πρέπει να την κατακρίνουμε που δεν την χρησιμοποίησε τόσο ελεύθερα όσο χρειαζόταν;

Κατά συνέπεια, συμβαίνει ένα από τα δύο, είτε οι αντιεξουσιαστές δεν ξέρουν γιατί μιλάνε, σε αυτήν την περίπτωση σπέρνουν σύγχυση είτε όντως ξέρουν και σε αυτήν την περίπτωση προδίδουν το προλεταριακό κίνημα. Όπως και να έχει εξυπηρετούν την αντίδραση.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

ΑΚΕΠ: ΗΓΕΜΟΝΙΑ-ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ-ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ

του Μανώλη ΓρηγοριάδηΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

"Ψάχνω για σώμα έτοιμο, ζεστό, ζεστό ακόμα
την παγωμένη μου ν’ αφήσω την πνοή επάνω
στα κουρασμένα βλέφαρα, κρυφά• στο φρέσκο σώμα
την παγωμένη μου ν’ αφήσω την ψυχή, εντός του,
έτσι βαθιά βαθιά να κοιμηθεί, στο όνειρό του.
…………………μαρμαρωμένο το σώμ’ αυτό
Και μέσα του θενά ‘μαι απόλυτος άρχων εγώ".

(ΜΑΡΙΑ ΛΑΕΡΤΗ)

Τον 18ο αιώνα στο Παρίσι, στα σαλόνια των κυριών Λαμπέρ, Τανσέν, Ντεφφάν, Λεσπινάς, Ζεοφρέν κλπ., στις πολιτικές λέσχες, στις μυστικές εταιρείες και στα καφέ ντε Προκόπ, ντε Φουά, των Τυφλών, των Όπλων του Παλαί Ρουαγιάλ κλπ., οι φιλοσοφικές και πολιτικές αντιλήψεις του Ορθολογισμού και του Διαφωτισμού, αναβαπτισμένες από τα επιτεύγματα της επιστήμης και τις νέες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες, έγιναν αντικείμενο ευρύτατων συζητήσεων και διαμόρφωσαν ένα ευρύτατο ριζοσπαστικό κοινωνικό στρώμα προπαγανδιστών των ιδεών της Γαλλικής επανάστασης.

Τα σαλόνια της εποχής δεν είχαν την έννοια που δίνουμε σήμερα στην έννοια «σαλόνι», αλλά ήταν χώροι όπου άνθρωποι, ανεξάρτητα από το επάγγελμα και την κοινωνική τους θέση, έβρισκαν ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους για την φιλοσοφία, την επιστήμη, την τέχνη, τις προτάσεις τους και τις θέσεις τους για την κοινωνία και την πολιτική.

(Συγκέντρωση στο σαλόνι της Μαντάμ Ζεοφρέν 1755, Gabriel Lemonnier 1812)

Η ιστορική μορφή της διάδοσης των ιδεών του Διαφωτισμού μέσω της διαμόρφωσης ενός κοινωνικού στρώματος προπαγανδιστών δεν υπήρξε μόνο στην Γαλλία, αλλά σε όλες τις χώρες όπου η αστική τάξη κατέκτησε την εξουσία. Το στρώμα αυτό, με τις συζητήσεις, τις κοινωνικές συμπεριφορές και τις πολιτιστικές εκδηλώσεις της εποχής, επηρέαζε βαθύτατα την λογοτεχνία και τις υπόλοιπες μορφές τέχνης μέσω των οποίων οι ιδέες της Γαλλικής επανάστασης και του Διαφωτισμού κατέκτησαν τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού κι έγιναν υλική δύναμη ανατροπής της φεουδαρχίας.

Το οικονομικοκοινωνικό σύστημα της φεουδαρχίας ηττήθηκε ιστορικά μόνον όταν οι φιλοσοφικές και πολιτικές ιδέες του Μεσαίωνα αμφισβητήθηκαν και ηττήθηκαν ηγεμονικά από τις φιλοσοφικές και πολιτικές αντιλήψεις της αστικής τάξης.

Σήμερα, στον 21ο αιώνα, η κυρίαρχη πια αστική τάξη συνεχίζει να διαμορφώνει και ν’ αναπαράγει με σύγχρονους τρόπους το εκτεταμένο κοινωνικό στρώμα που προπαγανδίζει και διαδίδει τις φιλοσοφικές, κοινωνικές και πολιτικές της αντιλήψεις, έτσι ώστε να ηγεμονεύει, όχι μόνον οικονομικά, αλλά ιδεολογικά και πολιτικά. Στον καιρό μας, το ρόλο των σαλονιών του 18ου αιώνα επιτελούν κυρίως οι πανεπιστημιακές σχολές, οι ακαδημίες, τα πολιτιστικά ιδρύματα και οι σύλλογοι, οι χρηματοδοτούμενες «Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις» κλπ.

Όπως τον παλιό καλό καιρό, έτσι και σήμερα, το πολυπληθές και ιεραρχημένο στρώμα προπαγανδιστών, που απαρτίζεται από ένα σύνολο φιλοσόφων, κοινωνιολόγων, επιστημόνων, συγγραφέων και καλλιτεχνών παντός τύπου, άλλοτε σχεδιασμένα κι άλλοτε αυθόρμητα, διαδίδει και κοινωνικοποιεί τις φιλοσοφικές και πολιτικές αντιλήψεις του αστισμού, επηρεάζοντας και διαμορφώνοντας τα σύγχρονα ρεύματα των κοινωνικών επιστημών, της τέχνης και της μαζικής κουλτούρας, μέσα από ένα άτυπο αλληλοδιδακτικό σύστημα συζητήσεων, κοινωνικών συμπεριφορών και πολιτιστικών πρακτικών.

Σήμερα, που το παγκόσμιο οικονομικο-κοινωνικό σύστημα του καπιταλισμού αποκάλυψε πρακτικά, με κραυγαλέο και αδιαμφισβήτητο τρόπο, τα όριά του και την αδυναμία του ν’ αποφύγει τις οικονομικές κρίσεις και να συγκεράσει την οικονομική ανάπτυξη με την ευημερία, οι αστικές τάξεις στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού επιστρατεύουν το ιδεολογικό τους οπλοστάσιο σαν μέσον κυριαρχίας.

Η ελίτ της αστικής διανόησης έχει κατανοήσει σε βάθος τα λόγια του Εκκλησιαστή «η καταπίεση κάνει τον φρόνιμο τρελό», κι επιχειρεί με κάθε πολιτικο-ιδεολογικό μέσον ν’ αποτρέψει και να καθυστερήσει τη διονυσιακή ταξική «τρέλα» ενάντια στο απολλώνιο «αέτωμα» της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Διανοούμενοι τύπου Σλάβοϊ Ζίζεκ, που προβάλλονται προνομιακά από το παγκόσμιο εκδοτικό κατεστημένο και τον Τύπο σαν προοδευτικοί κι επαναστάτες, επιστρατεύονται κι αναλαμβάνουν την «επικίνδυνη» αποστολή να συκοφαντήσουν όσους παρέμειναν ικανοί να κρατούν την ιδεολογικοπολιτική ασπίδα του διαλεκτικού υλισμού και να κραδαίνουν το ιδεολογικοπολιτικό δόρυ της επανάστασης.
Για παράδειγμα, ο περιβόητος Ζίζεκ, στο άρθρο του «Γιατί οι κυνικοί κάνουν λάθος - Το υψηλό σοκ της νίκης του Ομπάμα» χρησιμοποιεί τις αντιλήψεις του αγνωστικιστή και δυϊστή Καντ, για να δημιουργήσει την αίσθηση πως η νίκη του Ομπάμα έχει ιστορική αναλογία με την Γαλλική επανάσταση και τις επιπτώσεις που είχε η επανάσταση αυτή στον υπόλοιπο κόσμο. Στο κείμενο αυτό, όλους όσους δεν αφιονίστηκαν με την νίκη του Ομπάμα μας ονομάζει «κυνικούς», όχι με την φιλοσοφική, αλλά με την τρέχουσα έννοια του όρου, μας βάζει στο ίδιο στρατόπεδο με τον Κίσινγκερ και την νομενκλατούρα των πρώην καθεστώτων των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης κλπ.

Στο κείμενό μου «Ο Μπάρακ Ομπάμα και η μύτη της Κλεοπάτρας» αναφέρω:
«Κάτω από το βάρος των γεγονότων, οι σκοπιμότητες της αστικής διανόησης να χρεώσει την κρίση στους γιάπηδες της Γουόλ Στριτ, τα λεγόμενα golden boys, ήταν προφανείς: από την μια μετέθεσαν τις αιτίες της κρίσης από τις εγγενείς στον καπιταλισμό αντιφάσεις στις αδυναμίες του ανθρώπινου χαρακτήρα, και από την άλλη παρουσίασαν την επίκληση στις αρχές της Βασιλείας 2, την ανάγκη για ένα νέο Μπρέτον-Γούντς και την εσπευσμένη υιοθέτηση κεϋνσιανών μέτρων κρατικού παρεμβατισμού, σαν αναγκαίες προσπάθειες για την αντιμετώπιση της ανθρώπινης φαυλότητας.

Η άρχουσα τάξη των ΗΠΑ, για ν’ αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση και, κυρίως, για να αποτρέψει την αφύπνιση της πολυφυλετικής και ταξικά διαρθρωμένης αμερικανικής κοινωνίας, προέβη, πέραν των οικονομικών μέτρων Πόλσον και Μπερνάκι, σε μια άνευ προηγουμένου ιδεολογική αντεπίθεση, και πέτυχε, έστω και περιστασιακά, σημαντική νίκη.

Οι εκλογές για το προεδρικό αξίωμα των ΗΠΑ δεν ήταν αυτή την φορά η συνήθης διαδικασία μιας προεδρικής εκλογής, αλλά η διαδικασία προβολής προτύπων και αξιών που στηρίζουν το «αμερικάνικο όνειρο» κι εκθειάζουν τις υπερβατολογικές αντιλήψεις του Μεταμοντερνισμού και του Πραγματισμού για τον άνθρωπο και την κοινωνία.

Η νίκη του Μπάρακ Χουσεΐν Ομπάμα στις εκλογές για το προεδρικό αξίωμα των ΗΠΑ αναζωπύρωσε στον μέσο Αμερικάνο την πίστη στο «αμερικάνικο όνειρο», στον δε μέσο Ευρωπαίο την προσδοκία για αναστροφή του οικονομικού κλίματος που κάνει το μέλλον να φαίνεται σκοτεινό και αβέβαιο. Στη συνείδηση του μέσου ανθρώπου, ιδίως του Αμερικάνου, που αντιμετωπίζει προβλήματα ανάλογα με αυτά των πρωταγωνιστών των ταινιών «Πικρή γη», «Ο φύλακας της σίκαλης», «Τα Σταφύλια της οργής».... εκείνο που μέτρησε περισσότερο ήταν το γεγονός ότι ο Ομπάμα «τα κατάφερε», ότι ο Ομπάμα «πέτυχε».

Στο μυαλό του μέσου Αμερικάνου και του μέσου Ευρωπαίου ο Ομπάμα φαντάζει, άλλοτε σαν την ηρωική μορφή του Διογένη Teufelsdröckh (= θεϊκό κοπρογέννημα του διαβόλου) του μυθιστορήματος «Sartor Resartus» της πρώιμης περιόδου του Καρλάιλ, άλλοτε σαν τους «ήρωες» των λογοτεχνημάτων και δοκιμίων των αρχών του 19ου αιώνα που γέννησαν την υπερβατική φιλοσοφική και ιστορική αντίληψη της «Νέας Αγγλίας» και του «american transcendentalism».

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι κυρίαρχες αντιλήψεις της αστικής φιλοσοφίας για την ιστορία υποστηρίζουν υπέρμετρα το ρόλο της προσωπικότητας στην διαμόρφωση των ιστορικών γεγονότων. Τα επιχειρήματα της υπερβατικής φιλοσοφίας της ιστορίας (Φίχτε, Κάντ, Καρλάιλ κλπ.) εξέθρεψαν το «αμερικάνικο όνειρο», και συμπεριλαμβάνονται σήμερα στην φαρέτρα επιχειρημάτων των κυρίαρχων ρευμάτων του Μεταμοντερνισμού και του Πραγματισμού.

Ο Ομπάμα εκλαΐκευσε και χρησιμοποίησε τα επιχειρήματα της υπερβατικής φιλοσοφίας στα προεκλογικά επιχειρήματα του περίφημου «ΜΠΟΡΕΙΣ». Τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ δεν τις κέρδισε ο κατά Αριστοτέλη «μεγαλόψυχος» (magnanimous), «ηθικά τέλειος» ηγέτης, αλλά ο κατά Καρλάιλ «δημιουργικά ενεργητικός» ηγέτης που μπορεί να αναμετρηθεί με τις δυσκολίες και τις αντιθέσεις του πραγματικού κόσμου. Το Μεταμοντέρνο πρότυπο του ατόμου, που «ΜΠΟΡΕΙ» να κερδίζει την επιτυχία, με επιμονή και σκληρή προσπάθεια ενάντια σε οικονομικές, κοινωνικές και φυλετικές αντιξοότητες –μέχρι του σημείου μάλιστα να γίνει πρόεδρος των ΗΠΑ!!!- στο πρόσωπο του Ομπάμα έγινε το Υπερεγώ και το όραμα κάθε δυστυχισμένου Αμερικάνου, αλλά και κάθε δυστυχισμένου Ευρωπαίου, Αφρικανού και Ασιάτη.

Σε συγκυρίες όπως η σημερινή, η αστική Φιλοσοφία και η αστική Τέχνη, σαν μορφές κοινωνικής συνείδησης, αποκαλύπτουν τον ταξικό τους ρόλο και τον, αδιάγνωστο για πολλούς, προορισμό τους.

Η φιλοσοφική αντίληψη της αστικής κουλτούρας για τον ρόλο της προσωπικότητας και του ατόμου στην διαμόρφωση των κοινωνικών φαινομένων, διάχυτη και διαλελυμένη στα εύπεπτα πολιτισμικά προϊόντα της μαζικής υποκουλτούρας (life style, ριάλιτις, σαπουνόπερες), συμπυκνωμένη, ωραιοποιημένη και υψιπετής στα κορυφαία καλλιτεχνικά δημιουργήματα της αστικής τέχνης, διαμορφώνει την αναγκαία ηγεμονική διάταξη της αστικής ιδεολογίας μεταξύ του κοινού νου και της ευθυκρισίας και συμβάλλει στην σταθερότητα των κοινωνικών δομών».

Ο τρόπος με τον οποίο η Μέκκα του καπιταλισμού αντιμετώπισε την οικονομική κρίση αποτελεί έναν τέλειο τύπο αρμονικής ανάπτυξης όλων των δυνάμεων της κυρίαρχης τάξης, και ιδιαίτερα των δυνάμεων των ελίτ της αστικής διανόησης. Το πρότυπο αυτό της ηγεμονίας στο εποικοδόμημα, που δίνει προτεραιότητα στον ιδεολογικό παράγοντα στην ενάσκηση της κοινωνικής διεύθυνσης και της κυριαρχίας, το αντέγραψαν, το ακολούθησαν και το προσάρμοσαν στις ιδιαιτερότητες των χωρών τους, και η ελληνική ιθύνουσα τάξη αλλά και οι ιθύνουσες τάξεις στην Ευρώπη και τον κόσμο. Στο πρότυπο αυτό, ο διευθυντικός ρόλος της αστικής τάξης, ως οργανώτριας της συναίνεσης των πλατιών μαζών υπερισχύει -χωρίς βεβαίως ν’ ατονεί το κυριαρχικό στοιχείο (στοιχείο δύναμης, παράγοντας εξουσίας και ωμής βίας) που εκδηλώνεται και με την γκραμσιανή έννοια ενός «μεταμορφισμού», όχι μόνο «μοριακού» (δηλαδή ατομικού) αλλά μαζικού (απορρόφηση των ελίτ των αντιπάλων τάξεων και αποστέρηση της ιδεολογικής τους ηγεσίας, που τις καθιστά ανίκανες για δράση).

Όπως αναφέρει η Κ. Γκλύκσμαν:
«Στην περίπτωση μιας πετυχημένης ηγεμονίας μια τάξη προωθεί το σύνολο της κοινωνίας (εθνική λειτουργία). Η έλξη που ασκεί στις σύμμαχες τάξεις (ακόμα και εχθρικές) δεν είναι παθητική αλλά ενεργητική. Όχι μόνο δεν εξαρτάται από απλούς διοικητικούς μηχανισμούς καταναγκασμού, αλλά ούτε εξαντλείται σε μηχανισμούς ιδεολογικής επιβολής-ιδεολογικής υποταγής (Αλτουσέρ) ή νομιμοποίησης μέσω μια συμβολικής βίας (Μπουρντιέ).
Αν η κοινωνιολογία των λειτουργιών και η κοινωνιολογία των ελέγχων είναι ‘άσπονδες φίλες’, υπάρχει συμφωνία σ’ ένα βασικό σημείο: την κοινωνική ενσωμάτωση. Η επαναστατική διαλεκτική του Γκράμσι ξεφεύγει από κάθε δομικολειτουργιστικό μοντέλο στο οποίο οι τρόποι ενσωμάτωσης σε μια δομή (λειτουργία) παγιώνουν τους τρόπους θεσμοποίησης των ελέγχων. Αυτό μας κάνει να σκεφτούμε ότι κάθε χρησιμοποίηση ενός μοντέλου ενσωμάτωσης απαιτεί ένα μοντέλο διάσπασης, γιατί τα θεωρητικά και μεθοδολογικά ζεύγη του Γκράμσι είναι διπολικά. Με δυό λόγια δεν υπάρχει θεωρία της ηγεμονίας χωρίς θεωρία της κρίσης ηγεμονίας (της λεγόμενης οργανικής κρίσης). Δεν υπάρχει ανάλυση της ενσωμάτωσης των υποδεέστερων τάξεων σε μια κυρίαρχη τάξη, χωρίς θεωρία των τρόπων ανεξαρτητοποίησης και ταξικής συγκρότησης, που επιτρέπουν σε μια τάξη, υποδεέστερη ήδη, να γίνει ηγεμονική».

Όταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, μέσα από τις γραμμές του «Μανιφέστου», έθεταν σαν προϋπόθεση της συγκρότησης του επαναστατικού υποκείμενου και της κοινωνικής επανάστασης να καταστεί η εργατική τάξη «εθνική τάξη-ηγέτιδα τάξη του έθνους», θεμελίωναν την διαλεκτική θεωρία της ηγεμονίας, θεμελίωναν την θέση πως για να γίνει η εργατική τάξη κυρίαρχη πρέπει πρώτα και κύρια να γίνει διευθυντική.

Όταν οι μπολσεβίκοι και ο Λένιν διαμόρφωναν την στρατηγική της αστικοδημοκρατικής επανάστασης νέου τύπου, όπου την ηγεμονία του πολιτικού αγώνα για την ανατροπή της φεουδαρχίας και του τσαρισμού δεν την είχε η αστική τάξη (όπως συνέβη π.χ. στην γαλλική επανάσταση), θεμελίωναν την διαλεκτική θεωρία της προτεραιότητας της πολιτικής έναντι της οικονομίας και της ιδεολογίας έναντι της πολιτικής.

Σ’ ένα διεθνή καπιταλιστικό περίγυρο, όταν η εργατική τάξη καταστεί ηγεμονική γίνεται εθνική τάξη επειδή προεκτείνει τα δικά της ταξικά συμφέροντα σε άλλα στρώματα –έστω και με συμβιβασμούς, και ταυτόχρονα, επειδή μέσα από τις ειδικές και ιδιόμορφες συνθήκες εμφανίζει έναν πλούτο οικουμενικό και δι-εθνικό, ενοποιείται με την παγκόσμια εργατική τάξη.

Στον αντίποδα της σθεναρής πολιτικής και ιδεολογικής στάσης των κυρίαρχων τάξεων του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, το ριζοσπαστικό πολιτικό κίνημα και οι αντικαπιταλιστικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, και στην Ελλάδα αλλά και στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, μεσούσης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που κάνει τα πήλινα πόδια του καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού να τρίζουν, παρουσιάζουν μια διπλή έλλειψη: από την μια έχουν σταθεί ανίκανες να εμφανιστούν ως αυτόνομη ηγεμονική δύναμη με συγκεκριμένο πολιτικο-ιδεολογικό πρόγραμμα και αποφασιστική πολιτική καθοδήγηση, και από την άλλη δεν έχουν αποκτήσει πραγματικό οργανικό δεσμό με τους μισθοσυντήρητους και το λαό. Δηλαδή, δεν βρίσκουμε, προς το παρόν, στο ριζοσπαστικό κίνημα την θέληση να γίνει ηγεμονικό, κομματικό και ηγετικό.

Σύμφωνα με την άποψη του ΑΚΕΠ, στην σημερινή πραγματικότητα, το κοινωνικό ισοδύναμο των σχέσεων παραγωγής ηγεμονεύει ιδεολογικά, πολιτικά και καθορίζει απόλυτα όχι μόνον τις ειδικές αλλά και τις γενικές συμπεριφορές του ελληνικού πληθυσμού.

Αντίθετα, το κοινωνικό ισοδύναμο των παραγωγικών δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας βρίσκεται σε κατάσταση μεγάλης ανωριμότητας και αδυναμίας: ούτε εκπροσωπείται με όρους ιδεολογικοπολιτικούς στο εποικοδόμημα, ούτε εκπροσωπείται ιδεολογικά στους επιμέρους αγώνες για τα προβλήματα που ανακύπτουν, ούτε εκδηλώνεται αυθόρμητα στις ατομικές και κοινωνικές σχέσεις της καθημερινότητας, της συνήθειας και του στυλ ζωής.

Το γεγονός ότι η δομική ενότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της εργατικής τάξης προς την αστική τάξη, εκδηλώνεται και ως αντίθεση όταν οξύνονται οι δυσλειτουργίες και οι νομοτελειακές αντιφάσεις των νόμων κίνησης της καπιταλιστικής παραγωγής και ανταλλαγής, σε τίποτα δεν διαφοροποιεί την κοινωνική κατάσταση, αφού οι αντιθέσεις που ανακύπτουν είναι αντιθέσεις της ίδιας ποιότητας, που τις περισσότερες φορές επιλύονται με μεταρρυθμίσεις που εκσυγχρονίζουν την καπιταλιστική παραγωγή, την εκμετάλλευση και την εξουσία.

Τα μαζικά ζητήματα, δηλαδή εκείνα που αποτελούν αιτήματα μόνιμα και σταθερά των λαϊκών μαζών και που επικαιροποιούνται όταν η καθημερινότητα γίνεται ανυπόφορη, αποτελούν το συνεκτικό στοιχείο κάθε αυθόρμητης κοινωνικής δράσης, κάθε αυθόρμητου κινήματος, κάθε αυθόρμητης εξέγερσης. Έτσι δημιουργείται η ψευδαίσθηση πως ένας συλλογικός νους, ένα διανόημα συνεκτικό, προβάλλει μέσα από την πράξη. Δημιουργείται η ψευδαίσθηση πως προκύπτει ένα διακύβευμα ευθυκρισιακό μέσα από τις μάζες, ακριβώς σαν την θεά της Σοφίας μέσα από το κεφάλι του πατέρα των θεών.

Ο δι-ιστορικός νόμος της αξίας που ρυθμίζει τις δυναμικές ισορροπίες των ποσοτικών μεγεθών της παραγωγής και της πραγματοποίησης του εμπορευματικού κοινωνικού πλούτου, δεν διορίζει μόνο τις σχέσεις μεταξύ των τομέων και των κλάδων της παραγωγής, αλλά και την δράση των κοινωνικών τάξεων και των κατηγοριών του πληθυσμού που εμπλέκονται άμεσα στις διαδικασίες αναπαραγωγής των όρων παραγωγής, που εμπλέκονται άμεσα στα προτσές της αναπαραγωγής των δομικών όρων ένταξης των ιδεολογικο-πολιτικών ταξικών αντιθέσεων μέσα στο Κράτος.

Πολλοί, σήμερα, στο ριζοσπαστικό πολιτικό χώρο αντιμετωπίζουν την ιδεολογία και την πολιτική με μια οικονομίστικη παρέκκλιση του μαρξισμού, μη αντιλαμβανόμενοι τη διαλεκτική σημασία της ρήσης «χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα». Έτσι, καταλήγουν στην πράξη να πραγματεύονται την ιδεολογία ως απλή αντανάκλαση χωρίς ειδική αποτελεσματικότητα, αποκρύβοντας ένα στρατηγικό πεδίο των ταξικών αγώνων, που ο Γκράμσι αποκαθιστά σε όλη του την έκταση.

Ο Γκράμσι λέει:
« Ως ιστορικά αναγκαίες αυτές (οι οργανικές ιδεολογίες) έχουν μια αποτελεσματικότητα που είναι ‘‘ψυχολογική αποτελεσματικότητα’’, οργανώνουν τις ανθρώπινες μάζες, διαμορφώνουν το πεδίο όπου κινούνται, όπου αποκτούν συνείδηση της θέσης τους, όπου αγωνίζονται κλπ».

Ο Γκράμσι λέει:
«Το ιστορικοπολιτικό κριτήριο όπου πρέπει να βασίσω τις έρευνές μου είναι τούτο: μια τάξη κυριαρχεί με δύο τρόπους, δηλαδή είναι διευθυντική και κυρίαρχη. Είναι διευθυντική σε σχέση με τις σύμμαχες τάξεις και κυρίαρχη σε σχέση με τις αντίπαλες. Γι’ αυτό, μια τάξη μπορεί (και πρέπει) να είναι διευθυντική πριν πάρει την εξουσία. Όταν πάρει την εξουσία γίνεται κυρίαρχη, αλλά εξακολουθεί επίσης να είναι διευθυντική».

Σήμερα λοιπόν, ο θεωρητικός-ιδεολογικός αγώνας του φιλοσοφικού μαρξισμού ενάντια στα κυρίαρχα ρεύματα της αστικής φιλοσοφίας αποτελεί κυρίαρχο καθήκον και προϋπόθεση για την ανασύνταξη του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου και την σύσταση της διευθυντικής-ηγεμονικής, κομματικής και ηγετικής δύναμης, που σαν συλλογικός διανοούμενος θα εκδηλώσει τις ιδιότητες του επαναστατικού υποκείμενου.

Κατά την γκραμσιανή αντίληψη, η συνείδηση της συμμετοχής σε μία καθορισμένη ηγεμονική δύναμη (δηλ. πολιτική συνείδηση) είναι η πρώτη φάση για μία ανώτερη και προοδευτική αυτοσυνείδηση, όπου θεωρία και πρακτική τελικά ενοποιούνται.

Ο συλλογικός διανοούμενος δεν μπορεί να υπάρξει και να αναπτυχθεί χωρίς να επαληθεύεται στο εσωτερικό του μια ιεράρχηση κύρους και διανοητικής ικανότητας, που μπορεί να αποκορυφωθεί μόνον εάν είναι ικανός να αναβιώσει συγκεκριμένα τις απαιτήσεις της συμπαγούς ιδεολογικής κοινότητας, να κατανοήσει ότι αυτή δεν μπορεί να έχει την ευστροφία ενός ατομικού μυαλού, και συνεπώς να πετύχει να επεξεργαστεί μορφικά το συλλογικό πιστεύω κατά τον πιο συναφή τρόπο και κατάλληλο για τους τρόπους σκέψης των κοινωνικών ομάδων και κατηγοριών του πληθυσμού που εκπροσωπεί.

Ο συλλογικός διανοούμενος για να είναι τέτοιος, δηλαδή συλλογικός, πρέπει να ιεραρχεί στο εσωτερικό του τις κοινωνικές συμμαχίες με όρους συνεκτικούς, δηλαδή πολιτικούς. Να ενοποιεί την διάχυτη και διαλελυμένη αρνητικότητα του πληθυσμού προς το κοινωνικό σύστημα και το Κράτος με σχέσεις κύρους προς την κοσμοαντίληψη που έχει φτάσει στο επίπεδο της ιδεολογίας, που έχει γίνει δηλαδή υλική δύναμη ανατροπής και άρνησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Ας τρέμουν οι αστοί την αφύπνιση της εργατικής τάξης και την ανασύσταση του ριζοσπαστικού επαναστατικού αντικαπιταλιστικού κινήματος.

Η Παρισινή κομμούνα, η Οκτωβριανή επανάσταση, o Μάης του ’68 κι ο Δεκέμβρης του 2008 είναι οι ιστορικοί φάροι που, μέσα από το ανθισμένο μονοπάτι των εμπειριών και των ιδεών τους, θα οδηγήσουν τους μισθοσυντήρητους και τον λαό στον δρόμο της επανάστασης.

Μανώλης Γρηγοριάδης

Σημείωση:
Η ξεκάθαρη θέση του ΑΚΕΠ, για την αντιμετώπιση της σημερινής πολιτικής συγκυρίας, είναι:
Α) Η διαρκώς εντεινόμενη αγανάκτηση του λαού, στη σημερινή οικονομική, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, για να παράξει ρεαλιστικό αποτέλεσμα, πρέπει να υπάρξουν πολιτικές πρωτοβουλίες, που θα υπερβαίνουν τα σημερινά κομματικά σχήματα και τις σημερινές συνδικαλιστικές περιχαρακώσεις, που θα δίνουν νόημα και προοπτική στον αγώνα ενάντια στην καταστροφή που μας απειλεί, που θ’ ανατρέψουν την απαισιοδοξία και το αίσθημα της ματαιότητας του αγώνα για ένα καλύτερο, για ένα ελπιδοφόρο μέλλον, που θα δώσουν την δυνατότητα σε κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνα, ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση, να ενεργοποιηθεί και να συμβάλει στον κοινό αγώνα για το κοινό συμφέρον.
Β) Στη σημερινή πολιτική συγκυρία, οι διαφορετικές προσεγγίσεις του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου στα ζητούμενα και στα «δια ταύτα» του κινήματος, στα ζητούμενα και στα «δια ταύτα» της αντιμετώπισης της καταστροφής που απειλεί τους μισθοσυντήρητους και τα λαϊκά στρώματα, το σύνθημα ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ, ο αγώνας για την ανατροπή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ο αγώνας για την ανατροπή του μνημονίου ΠΑΣΟΚ-ΤΡΟΪΚΑΣ κλπ., υπερβαίνει τις διαφορετικές προσεγγίσεις πάνω στα προβλήματα της συγκυρίας και λειτουργεί ενοποιητικά, επειδή εμπεριέχει την κύρια πλευρά της κύριας αντίθεσης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής με τις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις, επειδή δίνει κατεύθυνση στην αυθόρμητη αρνητικότητα του λαού ως προς τις συνθήκες ύπαρξής του, επειδή υπονοεί μορφικά το περιεχόμενο της ταξικής συνείδησης που ετοιμάζεται να αναφανεί. Σήμερα, στις συνθήκες ανωριμότητας του υποκειμενικού παράγοντα, στις συνθήκες πολυδιάσπασης του αντικαπιταλιστικού ριζοσπαστικού χώρου, το σύνθημα ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ οφείλει να γίνει ιαχή ταξικού πολέμου, κάλεσμα αγωνιστικής ενότητας των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού. Σύνθημα μάχης.
Γ) Το αίτημα ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ αποτελεί τακτική πολιτική πρόταση, που εστιάζει στην κυρίαρχη αντίθεση της σημερινής πολιτικο-οικονομικής συγκυρίας. Στον ένα πόλο της αντίθεσης βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ, οι συμμαχίες του και τα ταξικά πολιτικο-οικονομικά συμφέροντα που υπηρετεί η σημερινή πολιτική πρακτική του. Στον άλλο πόλο της αντίθεσης βρίσκονται η εργατική τάξη, οι μισθοσυντήρητοι και τα λαϊκά στρώματα, καθώς και τμήματα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, που δεν ανήκουν στην εργατική τάξη αλλά πλήττονται καθοριστικά από τα μέτρα ΠΑΣΟΚ-ΔΝΤ-ΕΕ. Έτσι, το αίτημα ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ, αν προβληθεί και προπαγανδιστεί κεντρικά, θα διαμορφώσει τακτικά τη στρατηγική διάταξη των κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης -που σήμερα είναι εγκλωβισμένη στα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα ή απέχει από την πολιτική- με τα στρώματα και τις κατηγορίες του πληθυσμού που πλήττονται από τα μέτρα του ΠΑΣΟΚ και τη σημερινή πολιτικο-οικονομική συγκυρία. Έτσι, θα δημιουργηθούν οι υποκειμενικές συνθήκες ενός ρωμαλέου αντικαπιταλιστικού κοινωνικού κινήματος, που θα επιβάλει και θα καθορίσει τις πολιτικές εξελίξεις προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού. Έτσι, θα συγκροτηθεί η ηγεμονική δύναμη, δηλαδή η ταξική πολιτική συνείδηση, με όρους πρακτικά συνεκτικούς στο εποικοδόμημα, και θα καλυφθεί, με όρους μαζικού κινήματος, το πολιτικό κενό εκπροσώπησης των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό.
Πρωτοβουλίες όπως αυτές, της συλλογικότητας του «Πολιτικού Καφενείου», της «Σπίθας» του Μίκη Θεοδωράκη και, ιδίως, του «Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής» του σ. Α. Αλαβάνου, αποτελούν ελπιδοφόρα ένδειξη ότι το ιστορικά νέο, το ακατανίκητο, ετοιμάζεται σύντομα ν’ αναφανεί στο εποικοδόμημα. Το «ιδίως», δεν αφορά μόνο τις προσωπικές πολιτικές ιδιότητες του σ. Α. Αλαβάνου, αλλά αφορά πρωτίστως την κεντρική πολιτική του κατεύθυνση στη συγκυρία. Το «ΜΑΑ-Α. Αλαβάνος», για την κινητοποίηση στις 23/2/2011, δήλωσε: «Το αίτημα που μπορεί να πολιτικοποιήσει, να ενοποιήσει, να βαθύνει τους αγώνες είναι: Να πέσει τώρα η κυβέρνηση Παπανδρέου», κλπ.
Ας εκφράσουμε, με τα λόγια του Ένγκελς, την ελπίδα που αναφύεται μέσ' από την καταχνιά της σημερινής συγκυρίας: «Πάνω στα θεμέλια των μεγάλων ιδεών της εποχής αναφύονται μικρά και μεγάλα πολιτικά εποικοδομήματα, όλα τ’ άλλα ξεφτίζουν, τα αισθηματικά τραγουδάκια μένουν χωρίς ακροατές, και το βουερό κέρας του κυνηγού περιμένει εκείνον που θα σημάνει το κυνήγι των τυράννων».

ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ-Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ-Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ-Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ-Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ-Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ-Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ-Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ-Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ-Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

ΑΚΕΠ: Το νόημα του Δεκέμβρη

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Η αυθόρμητη εξέγερση της νεολαίας και του λαού τον περασμένο Δεκέμβρη έδειξε πως, οι αντικειμενικές και οι υποκειμενικές αιτίες, που θα οδηγήσουν στην αφύπνιση του λαού και στην ανασυγκρότηση του αντικαπιταλιστικού ριζοσπαστικού πολιτικού κινήματος, έχουν υποστασιοποιηθεί και είναι (δυνάμει) κοινωνικά παρούσες.

Αν και, μετά τον περασμένο Δεκέμβρη, συνέβη στην Ελλάδα σε μικρογραφία αυτό που είχε συμβεί στη Γαλλία μετά τον Μάη του ’68 -όταν οι Γάλλοι ψηφοφόροι, μετά την καταστολή των κινητοποιήσεων του Μάη, στήριξαν και ψήφισαν τα καθεστωτικά γαλλικά πολιτικά κόμματα που συνέπραξαν στην καταστολή της εξέγερσης- η ελληνική ιθύνουσα τάξη και οι ιδεολόγοι του κοινωνικού συστήματος, με την ωριμότητα και την πείρα της εξουσίας, αντιλαμβάνονται έντρομοι τους κινδύνους που προκύπτουν από τις διαφοροποιήσεις, τις μετατοπίσεις και τις μεταλλάξεις που συντελούνται νομοτελειακά στην υλική δομή της ελληνικής κοινωνίας και δεν εφησυχάζουν, αλλά επιχειρούν να συκοφαντήσουν και ν’ αλλοιώσουν το νόημα και τις παρακαταθήκες της εξέγερσης.

Το ουσιώδες χαρακτηριστικό της εξέγερσης του περασμένου Δεκέμβρη βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν δημιουργήθηκε και δεν καθοδηγήθηκε από καμία πολιτική εκδοχή του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου, ούτε βεβαίως αξιοποιήθηκε ή ποδηγετήθηκε από τα καθεστωτικά πολιτικά κόμματα.

Τον περασμένο Δεκέμβρη, τα τμήματα του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου έδρασαν αυθόρμητα και ενιαία, υποκινούμενα από τις ίδιες αιτίες και τις ίδιες αφορμές που δημιούργησαν την εξέγερση, παραμέρισαν αυθόρμητα τις συμβατικά ανυπέρβλητες μεταξύ τους διαφωνίες και ενώθηκαν με την αυθόρμητα εξεγερμένη νεολαία και το λαό.

Δυστυχώς, ο ριζοσπαστικός πολιτικός χώρος, μέσα στην ανομοιογένεια και τις αντιφάσεις του, δεν κατάφερε να συμβάλει έτσι ώστε να μετατραπεί η αυθόρμητη εξέγερση σε συνειδητή στάση, σε οργάνωση, σε συνέχεια, δεν κατόρθωσε να στοχοθετήσει τον αυθόρμητο αγώνα και να του προσδώσει μόνιμα χαρακτηριστικά και κοινωνική προοπτική.

Αυτό σημαίνει πως, ο ριζοσπαστικός πολιτικός χώρος και τα τμήματά του, σαν θεματοφύλακας των επαναστατικών παραδόσεων του κινήματος, δεν συνδέεται οργανικά με τις νέες κοινωνικές ταξικές ομάδες που αντιπροσωπεύουν την νέα ιστορική κατάσταση.
Αυτό σημαίνει πως, η νέα ιστορική κατάσταση δεν έφθασε ακόμη στον βαθμό της αναγκαίας ανάπτυξής της για να έχει την ικανότητα να δημιουργεί νέες δομές στο εποικοδόμημα.
Αυτό σημαίνει την ρήξη του δεσμού μαρξιστικής κοσμοθεωρίας και πολιτικής πράξης που, κατά την αντίληψή μας, αποτελεί στον καιρό μας το βασικό κατηγόρημα, την βασική ιδιότητα, του αντικαπιταλιστικού ριζοσπαστικού χώρου.

Στην εξέγερση του περασμένου Δεκέμβρη, η έλλειψη ενιαίου επαναστατικού κέντρου -του «συλλογικού διανοούμενου»- ήταν καθοριστική, πράγμα που ανέδειξε την ανάγκη και το καθήκον να επιταθούν οι προσπάθειες για τη συγκρότησή του. Ο Γκράμσι λέει:
«Ο συλλογικός διανοούμενος δεν μπορεί να υπάρξει και να αναπτυχθεί χωρίς να επαληθεύεται στο εσωτερικό του μια ιεράρχηση κύρους και διανοητικής ικανότητας, που μπορεί να αποκορυφωθεί μόνον εάν είναι ικανός να αναβιώσει συγκεκριμένα τις απαιτήσεις της συμπαγούς ιδεολογικής κοινότητας, να κατανοήσει ότι αυτή δεν μπορεί να έχει την ευστροφία ενός ατομικού μυαλού, και συνεπώς να πετύχει να επεξεργαστεί μορφικά το συλλογικό πιστεύω κατά τον πιο συναφή τρόπο και κατάλληλο για τους τρόπους σκέψης των κοινωνικών ομάδων και των κατηγοριών του πληθυσμού που εκπροσωπεί».

Σήμερα, ένα χρόνο μετά την εξέγερση, δυστυχώς, διαμορφώνονται αντιλήψεις και προπαγανδίζονται ιδεολογίες ενός απενσαρκωμένου και αυτιστικού ιδεαλισμού, που αντιστρατεύονται την προοπτική της σύστασης του συλλογικού επαναστατικού υποκείμενου.

Λέει ο Στίρνερ: «Η επανάσταση κι η εξέγερση δε θα ‘πρεπε να εκλαμβάνονται ως συνώνυμα. Η πρώτη έγκειται σε μια ανατροπή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, της δομής του κράτους ή της κοινωνίας. Κατά συνέπεια είναι μια πράξη πολιτική ή κοινωνική. Η δεύτερη, αν και αναπόφευκτα συνεπάγεται μια ανατροπή της κατεστημένης τάξης, δεν ξεκινά απ’ αυτήν. Είναι γέννημα της δυσαρέσκειας των ανθρώπων για τον εαυτό τους και για ότι τους περιβάλλει. Δεν πρόκειται για μια έγερση αιτημάτων, αλλά για μια εξέγερση ατόμων, μια ανταρσία που αμελεί πλήρως τους θεσμούς που ίσως να γεννήσει. Η επανάσταση αποσκοπεί σε νέους κανόνες. Εξέγερση σημαίνει να μην αφήνουμε κανέναν να μας διοικεί αλλά να διοικούμαστε μόνοι μας. Η εξέγερση δεν οραματίζεται τους μελλοντικούς «θεσμούς». Είναι μια μάχη ενάντια στο υπάρχον. Εάν υπερνικήσει, η υπάρχουσα τάξη καταρρέει. Δεν είναι άλλο από την απελευθέρωση του δικού μου «Εγώ» από την κατεστημένη τάξη, η οποία, μόλις την ξεπεράσω βυθίζεται στον θάνατο και την αποσύνθεσή της. Κι εφόσον δεν αποσκοπώ στην αντικατάσταση των θεσμών της κατεστημένης τάξης αλλά στην απελευθέρωση μου απ’ αυτήν, τα κίνητρα και οι πράξεις μου δεν είναι πολιτικά ή κοινωνικά αλλά «εγωιστικά» (Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του)

Λέει ο Καμύ: «Θέλω, σημαίνει προκαλώ το παράδοξο» (Ο Μύθος του Σίσυφου)

Λέει η διαλεκτική: «Θέλω» που δεν ανακλά τις κοινωνικές σχέσεις, τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους ύπαρξης της κοινωνίας, οδηγεί σε υποκειμενισμό και τυχοδιωκτισμό. Το «παράδοξο» του Καμύ να θέλει η εξέγερση να είναι διαρκής, για να «βεβαιώνει» την ύπαρξη των εξεγερμένων ατόμων, χωρίς να δίνει νόημα, στόχους και προοπτική σε αυτήν την «βεβαιότητα» και σε αυτήν την «ύπαρξη», εκδηλώνεται στο σύνθημα «εξεγείρομαι, άρα υπάρχω», και είναι η πλέον αντιδιαλεκτική θεωρητική προσέγγιση στα γεγονότα της ελπιδοφόρας εξέγερσης του περασμένου Δεκέμβρη.

Σήμερα, ένα χρόνο μετά την εξέγερση, δυστυχώς, η μόνη αξιόπιστη προσπάθεια, να εμφανιστεί στο εποικοδόμημα η πρακτική προϋπόθεση συγκρότησης του επαναστατικού υποκείμενου, είναι η ιστορική πρωτοβουλία του ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ, που θέλει, με δημοκρατισμό και ιδεολογική αντιπαράθεση, να υπερβεί την περιχαρακωμένη επαναστατικότητα, για να καταστήσει την διάχυτη και διαλελυμένη επαναστατικότητα, συνεκτική και ευθυκρισιακή.

Ας τρέμουν οι αστοί την ανασύσταση του ριζοσπαστικού επαναστατικού αντικαπιταλιστικού κινήματος.

Η Παρισινή κομμούνα, η Οκτωβριανή επανάσταση, o Μάης του ’68 κι ο Δεκέμβρης του 2008 είναι οι ιστορικοί φάροι που, μέσα από το ανθισμένο μονοπάτι των εμπειριών και των ιδεών τους, θα οδηγήσουν τους μισθοσυντήρητους και τον λαό στον δρόμο της επανάστασης.

Μάκης Παπαπέτρου, Ε.Γ. της Κ.Ε. του ΑΚΕΠ

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Λόγος-Γλώσσα-Μουσική και καθαρή ποίηση

(Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, τεύχος 193)
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

ΛΟΓΟΣ – ΓΛΩΣΣΑ – ΜΟΥΣΙΚΗ
και καθαρή ποίηση

της Μαρίας Λαέρτη

Μια μέρα είπε ο Ντεγκά στον Μαλλαρμέ: «το επάγγελμά σας είναι κόλαση, δεν κατορθώνω να κάνω αυτό που θέλω κι όμως είμαι γεμάτος ιδέες».
Κι ο Μαλλαρμέ του ανταποκρίθηκε: «Οι στίχοι, αγαπητέ μου Ντεγκά, δεν γίνονται με ιδέες αλλά με λέξεις».(1)

Ο Μαλλαρμέ όταν λέει λέξεις, όπως είναι γνωστό, δίνει το βάρος στους ήχους των λέξεων, στη μουσικότητά τους.

«Ο Μαλλαρμέ είχε δίκιο» επικροτεί ο Βαλερύ. Και διευκρινίζει: «Ο ποιητής όμως δεν διαθέτει τα τεράστια πλεονεκτήματα του μουσικού. Δεν έχει μπροστά του έτοιμο, για μια περίτεχνη χρήση, ένα σύνολο από μέσα δημιουργημένα επίτηδες για την τέχνη του. Πρέπει να δανειστεί τη γλώσσα –τη δημόσια φωνή, μια συλλογή από όρους και κανόνες, παραδοσιακούς και ά-λογους, οι οποίοι δημιουργήθηκαν και διαμορφώθηκαν περίεργα, και ακούγονται και προφέρονται με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά. Στην ποίηση δεν υπάρχει ο φυσικός να καθορίσει τις σχέσεις αυτών των στοιχείων, ούτε η διαπασών, ούτε οι μετρονόμοι, ούτε οι δημιουργοί της κλίμακας, ούτε οι θεωρητικοί της αρμονίας. Αντίθετα υπάρχουν οι φωνητικές και σημαντικές διακυμάνσεις του λεξιλογίου. Τίποτα το καθαρό».(2)

Ας προσπαθήσουμε τώρα να διαβάσουμε την παραπάνω διατύπωση αντίστροφα: Η γλώσσα –η δημόσια φωνή, ο λόγος δηλαδή, ακάθαρτος ως εμπειρικό δημιούργημα πρακτικού προορισμού, δεν είναι το κατάλληλο μέσο –αντίθετα απ’ το αντίστοιχο (ενν. συνολικό μέσο) της μουσικής- για ν’ αποδώσει τους καθαρούς ήχους της ποίησης. Τούτη η πρόταση δε μπορεί να διεκδικήσει αξιωματικό δικαίωμα γιατί: στηρίζει τη συλλογιστική της στον αναιρετικό άξονα σύγκρισης δύο τεχνών που είναι διάφορες μεταξύ τους· κι ακόμα περισσότερο γιατί: το κρινόμενο ως μη κατάλληλο –αλλά οπωσδήποτε υποτιμώμενο- μέσο, ο λόγος, είναι το μόνο μέσο της ποίησης.

Το ποιητικό μέσο είναι ο λόγος. Κι εννοείται πως ο λόγος δεν είναι tabula rasa, ο καθένας όμως καταλαβαίνει τη διαφορά μεταξύ καθημερινού και ποιητικού λόγου. Το πλήθος των όρων που, αποποιούμενο την καθημερινή λειτουργία του, αναγεννάται μέσα στον ποιητικό λόγο και συγκροτεί αυτό που λέμε ποιητικό όργανο. Το πολυσήμαντο και διαρκώς εξελισσόμενο ποιητικό όργανο που προόρισται να απευθύνεται όχι μόνο στο αφτί, αλλά σε όλο το εύρος του νοητικού και συγκινησιακού μηχανισμού του παραλήπτη. Που δεν γνωρίζουμε αν είναι «χυδαίας καταγωγής», γνωρίζουμε όμως το μέγεθος της αξίας του απ’ το αποτέλεσμα· χωρίς την ποίηση «ο βίος αβίωτος γίγνοιτ’ αν παράπαν». Ένα πλήθος όρων λοιπόν, αδιάφορο στην καθημερινή χρήση του λόγου, μεταμορφώνεται και διαμορφώνει τον ποιητικό λόγο, το ύφος του. Οι αναβαπτισμένες λέξεις, η ιδιαίτερη χρήση των σχημάτων του λόγου, η συμβολική του σύνθεση, η στιχοποιία του, καθώς κι ένα υποσύνολο παραγόντων οργανικής σημασίας με χαρακτήρα ζωογονητικό. Ένας γλωσσικός μικρόκοσμος –ο τονισμός, η χρονική ποσότητα των συλλαβών, η ηχητική διάρθρωση και συσχέτιση των λέξεων- έτοιμος να πάρει τη θέση του στη μουσική κλίμακα του ποιητικού λόγου, έτοιμος να του δώσει τον τόνο. Το ιδιαίτερο αίσθημά του που σφύζει στο ύφος και χορδίζεται στο τονικό ύψος της ψυχικής διάθεσης, της λάβας σα να λέμε, που ξεχύνεται απ’ τον κρατήρα της ψυχής. Που μετά από χίλιες δυο εσωτερικές διεργασίες βγαίνει λιωμένη στην επιφάνεια. Με τρόπο απόλυτα φυσικό.

Ναι, με τρόπο απόλυτα φυσικό. Αλλοίμονο αν ο ποιητής έπρεπε να’ ναι πρώτα γλωσσολόγος για να γράψει το ποίημα. Δεν χρειάζεται παρά ένα μολύβι κι ένα χαρτί, τα υπόλοιπα είναι άλλ’ ιστορία. Ας επιμείνουμε όμως λίγο ακόμη στους «καθαρούς ήχους» πάντα σε σχέση με την ποίηση, γιατί δε μπορούμε να μην επισημάνουμε μια φιλοσοφικής τάξης μετάθεση που κάνει πάνω στον όρο ο Βαλερύ. Ο ίδιος γράφει: «Το ποίημά μου «Θαλασσινό κοιμητήρι» (Le cimetière Marin), άρχισε μέσα από κάποιο ρυθμό του γαλλικού δεκασύλλαβου, διηρεμένου σε δύο ημιστίχια των τεσσάρων και έξι συλλαβών. Δεν είχα ακόμη σκεφτεί κάτι που θα γέμιζε αυτή τη φόρμα. Σιγά-σιγά λέξεις ασύνδετες σταθεροποιούνταν, καθορίζοντας σταδιακά το θέμα, και μου επιβλήθηκε μια εργασία, μια μακρόχρονη εργασία».(3)

Να μας συγχωρεί ο Βαλερύ αλλά δε βλέπουμε ότι έτσι ακριβώς μπορεί ν’ αποδοθούν καθαροί ήχοι. Το ποίημα δεν είναι απλώς προϊόν μακράς κι επίπονης διανοητικής εργασίας. Εντούτοις ο γνησιότερος και πιο διαυγής αγωγός των ήχων: η «μανία που εμπνέουν οι Μούσες», η έμπνευση, από το παραπάνω παράδειγμα –μοντέλο γραφής απουσιάζει ή έχει τόσο αδύναμη παρουσία που είναι σαν ν’ απουσιάζει. Η περιγραφή περιορίζεται σε μια αμιγώς κατασκευαστική διαδικασία και μάλιστα, με την σποραδική προσθήκη μεμονωμένου λεκτικού υλικού. Οι ήχοι όμως της ποίησης δεν βγαίνουν μόνο από κάποιες «καλοκουρδισμένες» λέξεις «καλοτεντωμένες» μέσα σε κάποια φόρμα, αλλά κι από την κίνησή τους στο συνολικό χορό των λέξεων, κι από τα σχήματα του λόγου, από τις εικόνες, κι από την ένταση των εικόνων… Στην εναντιότητα λοιπόν λόγου – ήχου όταν αυτή εμφανίζεται σ’ ένα σύνολο: σ’ ένα ποίημα ή σε μια σύνθεση ποιητική, σηματοδοτείται, κατά τη γνώμη μας, η ύπαρξη μιας άλλης εναντιότητας εσωτερικής ή δυσλειτουργίας (π.χ. ελλειματική αφομοίωση κάποιου αισθήματος έχει ρηκτική συνέπεια στη δομή).

«Αλλά θα σας θύμιζα, πρώτα, πως η μουσική της ποίησης δεν είναι κάτι που υπάρχει χωριστά απ’ το νόημα. Αλλιώς, θα μπορούσαμε νάχουμε ποίηση μεγάλης μουσικής ομορφιάς χωρίς νόημα, και ποτέ δε συνάντησα τέτοια ποίηση. Οι φαινομενικές εξαιρέσεις δείχνουν μόνο μια διαφορά βαθμού: υπάρχουν ποιήματα που μας συγκινούν με τη μουσική και παίρνουμε το νόημα σα δεδομένο, όμοια καθώς υπάρχουν ποιήματα που παρακολουθούμε το νόημά τους και μας συγκινεί η μουσική τους χωρίς να την προσέχουμε» ξεκαθαρίζει ο Έλιοτ.(4) Και στις τρείς προτάσεις υπογραμμίζουμε τη λέξη: νόημα.

«Το γλωσσικό σημείο δεν ενώνει ένα πράγμα κι ένα όνομα, αλλά μια έννοια και μια εικόνα ακουστική» παρατηρεί ο Σωσσύρ. Υπογραμμίζουμε τη λέξη: έννοια.

Ο Αλεξάντερ Πόουπ: «Ο ήχος πρέπει να φαίνεται σαν ηχώ του νοήματος». Υπογραμμίζουμε τη λέξη: νοήματος.

Στο «υπόγειο νοηματικό ρεύμα» αναφέρεται και ο Πόε. Υπογραμμίζουμε τη λέξη: νοηματικό.

Όλα τα δάχτυλα δείχνουν στο αδιαίρετο λόγου – νοήματος, μια και ο ήχος στην ποίηση έχει να κάνει με τον λόγο, και κατ’ επέκταση στο αδιαίρετο ποιήματος – νοήματος. Ή στο απλό, απλούστατο: άλλο ποίηση, άλλο μουσική. Κανείς όμως δεν λέει πως η μουσική δεν είναι εδώ.

Η τέλεια μουσική κοιμάται στο όνειρο της ποίησης. Μα είναι πάντα πρόθυμη να ξυπνήσει μ’ ένα αληθινό φιλί. Κάθε αίσθηση ρυθμού, σε διαλεκτική σχέση μέσα και με την Ιδέα, κάνει τον θεμελιακό της ρόλο στην αισθητοποίηση της μορφής. Αναζητώντας μέσα στους ήχους τους πιο κατάλληλους και βγάζοντας ήχους, στην αρχή δυσκολοξεχώριστους ίσως και συχνά επαναλαμβανόμενους, αισθητοποιείται μαζί της. Ενσωματώνεται στη μορφή. Με σφυγμούς, παλμούς και χτύπους ως την αποτύπωσή της στο λόγο. Τώρα, αν ο ποιητής κατορθώσει την ενότητα, αν θα δώσει σώμα και ψυχή στο ποίημα να υπάρξει: ολοκληρωμένος ζωντανός οργανισμός, αυτό είναι άλλη δουλειά. Εξαρτάται από την ικανότητα του ποιητή. Η δύναμη του ποιητικού πομπού είναι ανάλογη με τη δύναμη του ποιητικού δέκτη (του ίδιου του ποιητή φυσικά). Γι’ αυτό και η αληθινή ποίηση αναδύεται ολόκληρη απ’ τα βαθιά. Ξεδιπλώνει μέσα απ’ το λόγο όλους τους ήχους της, τους ρυθμούς της, τις αρμονίες της, τις δυσαρμονίες της πολλές φορές, τα σχήματά της, τις εικόνες της, την όλη αρχιτεκτονική της. Τον ίδιο το λόγο της. Και το νόημα της ύπαρξής της. Όν κανονικό, που ορίζει μια τόσο εξελιγμένη όσο και αρχέγονη συγκινησιακή γλώσσα που εμείς καλούμε: ποιητική γλώσσα. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζουμε και την μεταμόρφωση του λόγου σε ποιητική γλώσσα. Η ποιητική γλώσσα εμπεριέχει την μουσική ή αλλιώς: η μουσική κυλά στο σώμα της ποίησης. Κάποιοι, βέβαια, δεν συμφωνούν και κατά καιρούς ακρωτηριάζουν κάποιο «μέλος» του σώματός της, το απομονώνουν κι αρχίζουν να το εξετάζουν με το μικροσκόπιο. Καμιά αντίρρηση. Η ποίηση όμως ούτε ηχεί ούτε τραγουδά μηχανικά. Γι’ αυτό κι ο ποιητής δεν είναι γεννημένος ν’ ακολουθεί ένα κοπάδι σε μια συγκεκριμένη διαδρομή, αλλά για ν’ αναζητεί τα δικά του μονοπάτια προς το δικό του ξέφωτο, το δικό του βράχο.

Η ποίηση συχνά θα γέρνει προς τη μουσική όπως ο Νάρκισσος πάνω από το είδωλό του στο νερό. Πράγματι, υπάρχουν μουσικές που, αν και εξαίσιες, μας μεταφέρουν μια θολή εικόνα της μορφής τους, σαν ιδωμένη στ’ αδιάφανα νερά μιας λίμνης. Μιας μορφής κλεισμένης στον εαυτό της, απρόσιτης, σαν να μην θέλει κανένας να την κάνει δική του. Μουσικές μιας ποίησης σα φευγαλέας, σαν από θρυμματισμένο όνειρο ή κομμάτι μιας σπασμένης πολύτιμης αλήθειας. Υπάρχουν όμως κι άλλες μουσικές, που σμίγουν στους ήχους τους χιλιάδες φωνές, μουσικές σαν γνώριμες, που’ ρχοντ’ απ’ τα βάθη μιας αλήθειας πλατύτερης, που σπάν από αίσθημα και ριγούν από συγκίνηση. Μουσικές μιας ποίησης, μιας ώρας και μιας γλώσσας ώριμης, που το κελάδημά της συντονίζεται στον βαθύτερο ρυθμό του κόσμου. Ο Πόε στο « Γράμμα στον Β. (Για τους Ποιητές και την Ποίηση)» γράφει: «Η μουσική, όταν συνδυάζεται με μια ευχάριστη ιδέα, είναι ποίηση· η μουσική χωρίς την ιδέα είναι μονάχα μουσική· η ιδέα χωρίς τη μουσική είναι πεζός λόγος με την πιο οριστική του έννοια».(5)

Ξαναβρίσκουμε την «ευχάριστη ιδέα» λ.χ. της «Άναμπελ Λη» του Πόε, σε δεκάδες ποιήματα γραμμένα πριν και μετά απ’ αυτήν. Αναφέρουμε ‘δω το «Lay» (Ροντό) του Βιγιόν, δοσμένο τέσσερις αιώνες πριν από την «Άναμπελ Λη». Αφαιρετικά η ιδέα (για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο όπως θέλει ο Πόε): το ανυπέρβλητο γεγονός του θανάτου, η απώλεια του αγαπημένου κι αναντικατάστατου προσώπου: λιωμένη μέσα στο είναι και των δυο ποιητών κινείται τέλεια φυσικά κι αρμονικά σ’ όλες τις στρογγυλάδες και τις κορώνες μιας ποιητικής γλώσσας, διαφορετικά «σμιλεμένη» στον καθένα, που το τραγούδι της μπορεί να περνάει στις φλέβες των άλλων ανθρώπων και να τους συγκινεί.

Αν παίρναμε αφορμή απ’ αυτά τα δυο ποιήματα για να θέσουμε μεταφορικά (κι εντελώς σχηματικά) την εξίσωση της ποίησης, στη θέση της σταθεράς θα ‘μπαινε η ιδέα ως αλήθεια γενικού ενδιαφέροντος, στη θέση της εξαρτημένης μεταβλητής: τα ποιητικά μέσα του κάθε ποιητή, στη θέση της ανεξάρτητης μεταβλητής: ο παράγοντας χωροχρόνος, που θα μας έδιναν την αισθητική τιμή του ποιήματος ως ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ που αφορά τον άνθρωπο.

Πραγματικά, «είναι ο σκληρός νόμος της Λογοτεχνίας: ό,τι αξίζει μόνο για τον έναν δεν αξίζει τίποτε», σ’ αυτό έχει απόλυτο δίκιο ο Βαλερύ. Η ποίηση αυτοκατηγορείται μόνον ως προς την αξία της και πάντα σε σχέση με τα ανθρώπινα ενδιαφέροντα και τις βαθύτερες ανθρώπινες ανάγκες. Ζωντανή απόδειξη οι μεγάλες ποιητικές συνθέσεις των κλασικών ή δραματικών τόνων, αλλά και τα μελωδικά ή θρηνητικά ποιητικά πετράδια, που μπορεί το μέρος της γλώσσας τους που αφορά στο λόγο να ‘χει ξεπεραστεί, απολιθωθεί, ακόμη κι απονεκρωθεί, ο ζωοδότης όμως πυρήνας της ποιητικής γλώσσας, που ευδοκιμεί στην αλήθεια της συγκίνησης, παραμένει αλώβητος και μας προσφέρει μέχρι σήμερα το ακριβότερο δώρο. Ο Όμηρος, οι μεγάλοι τραγικοί, ο Βιργίλιος, ο Δάντης, ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε και τόσοι άλλοι –κι ευτυχώς που δεν μας άφησαν από κάποιους στίχους μόνο- εξακολουθούν να είναι το πιο πολύτιμο, ίσως, κομμάτι της ζωής μας. Ars longa, vita brevis.

Λέει κάπου ο Παλαμάς: «Από ένα ζίζηκα τραγουδιστή ζητάτε γνώμη; Δεν ξέρω τίποτε απ’ αυτά· δεν μου φτάνει η ζωή για να δώσω τύπο αρμονικό στους ήχους που έχω μέσα μου. Έναν παρά δε δίνω για τον κόσμο. Μα κι ο ζίζηκας καμιά φορά το καλοκαίρι, στα φύλλα της ελιάς κρυμμένος, ζη ολόκοντα στη θάλασσα. Και τότε περνάει μεσ’ στο τραγουδάκι του ο βόγγος όλης της θάλασσας».

Μαρία Λαέρτη

Σημειώσεις:
(1)Paul Valery, Ποίηση και αφηρημένη σκέψη – Η καθαρή ποίηση, μετάφρ. Χρ. Λιοντάκης, εκδ. Πλέθρον 1980, σελ. 50.
(2)Το ίδιο, σελ .56-57
(3)Το ίδιο, σελ. 77-78
(4)Τ. Σ. Έλιοτ, εφτά δοκίμια ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ, μετ. Μ. Λαϊνά, εκδ. ΚΛΕΨΥΔΡΑ 1971, σελ. 22
(5)Πόε, Τόμος Α, μετ. Στ. Μπεκατώρος, εκδ. Πλέθρον 1991, σελ. 159



Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

ΑΚΕΠ: Ανταγωνισμός και ατομισμός


Η κύρια θεωρητική και πρακτική αρχή του καπιταλισμού, που ορίζει θεσμικά και ηθικά τις οικονομικές, τις κοινωνικές και τις πολιτικές σχέσεις των ατόμων, των κοινωνικών συνόλων και των τάξεων, ονομάζεται ιδεολογία του ανταγωνισμού.

Αν, σύμφωνα με την γκραμσιανή εκδοχή, στον όρο ιδεολογία δώσουμε την ανώτερη σημασία μιας κοσμοαντίληψης που χαρακτηρίζει τον τρόπο ζωής μιας κοινωνίας και ενυπάρχει στις γενικές και ειδικές συμπεριφορές της πλειοψηφίας του πληθυσμού, τότε ο ανταγωνισμός, σαν καθολική ιδεολογία του καπιταλισμού, φανερώνει την ανώτερη σημασία της κοσμοαντίληψης του αστικού ατομισμού, που επιχειρεί να δικαιώσει προπαγανδιστικά την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και την ατομική ιδιοποίηση του οικονομικού αποτελέσματος της κοινωνικοποιημένης παραγωγής από την σημερινή κυρίαρχη τάξη.

Πράγματι, ο ανταγωνισμός και ο ατομισμός είναι όψεις του ίδιου νομίσματος, που σαν ηγεμονική ιδεολογική δύναμη εκδηλώνει τις μορφές κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης που αντιστοιχούν οργανικά στους ανταγωνιστικούς υλικούς όρους ύπαρξης, όχι μόνο των τάξεων, αλλά και των ατόμων. Ο Ένγκελς γράφει: «οι αστικές παραγωγικές σχέσεις είναι η τελευταία ανταγωνιστική μορφή της κοινωνικής πορείας της παραγωγής, ανταγωνιστική όχι μονάχα με την έννοια του ατομικού ανταγωνισμού, αλλά ενός ανταγωνισμού που αναφύεται από τους κοινωνικούς όρους ζωής των ατόμων».

Ο ανταγωνισμός και ο ατομισμός, σαν σύμφυτες θεωρητικές και πρακτικές αξίες των εκμεταλλευτικών συστημάτων, εμφανίστηκαν ιστορικά μαζί με τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, τον χωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις, την ατομική ιδιοκτησία και το κράτος, αλλά βρήκαν την πληρέστερη θεμελίωσή τους στην καπιταλιστική κοινωνία.

Ο αστικός ατομισμός αντιπαραθέτει το ξεχωριστό άτομο στην κοινωνία και υποτάσσει τα κοινωνικά συμφέροντα στα ατομικά. Εκλαμβάνει τον ανταγωνισμό σαν αναγκαία εκδήλωση της δήθεν αναλλοίωτης ανθρώπινης φύσης, και προπαγανδίζει πως, χωρίς αυτόν και τα αποτελέσματά του, η οικονομική, η κοινωνική και η ηθική ανάπτυξη του ανθρώπου είναι δήθεν ανέφικτη.

Ο σύγχρονος αστικός ατομισμός φέρει το όνομα λογικός ατομισμός (rational individualism) ή αντικειμενισμός και προβάλλεται ποικιλοτρόπως, πρωτίστως μέσα από το δοκιμιακό και λογοτεχνικό έργο της περιβόητης Άυν Ράντ (Ayn Rand).
Για τον λογικό ατομισμό, η επιτυχία ή η αποτυχία, η ευτυχία ή η δυστυχία του ανθρώπου δεν συναρτώνται με τις κοινωνικές συνθήκες αλλά είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά των δικών του επιλογών και ενεργειών.
Ο λογικός ατομισμός είναι, στην ουσία του, η σύλληψη του ανθρώπου ως ηρωικού όντος, με την επιδίωξη της προσωπικής ευτυχίας ως τον ηθικό σκοπό της ζωής του, με την ατομική παραγωγική επιτυχία ως την ευγενέστερη γι’ αυτόν δραστηριότητα και την λογική ως το μόνο απόλυτο δεδομένο του. Ο άνθρωπος είναι για το λογικό ατομισμό ένα λογικό ον, η λογική είναι ο μόνος τρόπος να προσεγγίσει την γνώση και το βασικό μέσον για την επιβίωσή του.
Για την φιλοσοφία του λογικού ατομισμού η ύπαρξη του κόσμου είναι ένα αντικειμενικό γεγονός, η πραγματικότητα είναι μία (αυτή που ζούμε) και ο ρόλος της συνείδησης του ανθρώπου είναι να αντιληφθεί αυτή την πραγματικότητα, και όχι να την δημιουργήσει, να την αλλάξει ή να εφεύρει άλλη.
Οι σημαντικότερες αρχές του λογικού ατομισμού συνοπτικά είναι: η «λογική», οι «στόχοι» του ανθρώπου και ο «εαυτός» του.
Ο λογικός ατομισμός υποστηρίζει πως κάθε άνθρωπος αποτελεί σκοπό για τον ίδιο του τον εαυτό, όχι μέσον για τους σκοπούς άλλων ανθρώπων. Ο άνθρωπος, όπως λέει, οφείλει να ζει για τον εαυτό του, και όχι να θυσιάζεται για άλλους, ούτε να δέχεται την θυσία άλλων για εκείνον. Πρέπει να εργάζεται για το λογικό ατομικό του συμφέρον, θέτοντας την δική του ευτυχία ως ύψιστο ηθικό στόχο στη ζωή.
Ο λογικός ατομισμός απορρίπτει κάθε μορφή ντετερμινισμού, και θεωρεί δοξασία ότι ο άνθρωπος είναι θύμα δυνάμεων έξω από τον έλεγχό του, όπως πχ. η ανατροφή, οι οικονομικές ή οι κοινωνικές συνθήκες, δοξασίες κτλ.
Λέει επίσης πως, οι άνθρωποι πρέπει να συναλλάσσονται μόνο ως έμποροι, δίνοντας κάτι αξίας για κάτι άλλο αξίας, μέσω αμοιβαίας συναίνεσης και για αμοιβαίο όφελος. Κατά τον λογικό ατομισμό, το ιδανικό οικονομικο-κοινωνικό σύστημα είναι ο laissez-faire καπιταλισμός επειδή, όπως υποστηρίζει, ο ανταγωνισμός είναι ανόθευτος κι εξασφαλίζει στον «ικανό» την επιτυχία και την ηθική δικαίωση.

Για το λογικό ατομισμό, το πρωτεύον είναι η ατομική συνείδηση, η έμφυτη στον άνθρωπο λογική ικανότητα, που παραπέμπει στις, ξεπερασμένες σήμερα, φιλοσοφικές και επιστημονικές αντιλήψεις του Καρτέσιου, του Λάιμπνιτς, του Φράνσις Μπέηκον κλπ. Την κοινωνία την αντιμετωπίζει σαν κονίστρα, όπου τα φυσικά πρόσωπα, τα άτομα, ανταγωνίζονται για την κατάκτηση της ατομικής επιτυχίας και την θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία. Ουσιαστικά, ο λογικός ατομισμός είναι η σύγχρονη μορφή προπαγάνδισης και ηθικής δικαίωσης των αντι-ουμανιστικών θεωριών του μαλθουσιανισμού, του κοινωνικού δαρβινισμού, του βιταλισμού κλπ., που εκθειάζουν και μεταφέρουν τους νόμους της ζούγκλας στην κοινωνία.

Η εικόνα του λογικού ατομισμού για το άτομο, τον ανταγωνισμό και την κοινωνία απολαμβάνει, σύμφωνα με την μαρξιστική κοσμοθεωρία, μια εφήμερη θέση, μόνο στο πιο αρχικό στάδιο της ιστορίας:
«…σε αυτό το σημείο το άτομο διακρίνεται από τα πρόβατα μόνο από το γεγονός ότι η συνείδηση παίρνει τη θέση του ενστίκτου, ή ότι το ένστικτό του είναι συνειδητό. Αυτή η προβατοειδής ή φυλετική συνείδηση λαμβάνει την περαιτέρω ανάπτυξη και την επέκτασή της μέσω της αυξανόμενης παραγωγικότητας, και την αύξηση των αναγκών και του πληθυσμού...» (Μαρξ, Η γερμανική ιδεολογία)
«Το αντικείμενο, για να αρχίσουμε, είναι η υλική παραγωγή, άτομα που παράγουν στην κοινωνία. Ως εκ τούτου η κοινωνικά καθορισμένη μεμονωμένη παραγωγή είναι το σημείο της αφετηρίας. Ο μεμονωμένος και απομονωμένος κυνηγός και ψαράς, με τους οποίους ο Smith και ο Ricardo αρχίζουν, ανήκουν μεταξύ των αλαζόνων Ροβινσώνων του δέκατου όγδοου αιώνα, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν εκφράζουν μόνο μια αντίδραση ενάντια στην υπερεκλέπτυνση και μια επιστροφή σε μια παρανοημένη φυσική ζωή όπως οι ιστορικοί του πολιτισμού φαντάζονται.» (Μαρξ, Grundrisse)

Όταν ο Ρουσσώ, με τον πολιτικό ριζοσπαστισμό του, έβλεπε, φυσιοκρατικά και νατουραλιστικά, στο «κοινωνικό συμβόλαιο» και στα «δικαιώματα του πολίτη» την αναίρεση του «δικαίου της δύναμης», και ήθελε ο νόμος και οι θεσμοί να είναι εκδήλωση της «γενικής θέλησης», του καθολικού συμφέροντος, του αναλλοτρίωτου και αδιαίρετου της λαϊκής κυριαρχίας, διαμόρφωνε -παρά τις προθέσεις του- το πολιτειακό πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας, του κοινωνικού ανταγωνισμού και της επιβολής του δικαίου των οικονομικά ισχυρών επί της κοινωνίας.

Αυτό έκανε τον Μπαμπέφ, τον πρώτο κομμουνιστή αγκιτάτορα, να καυτηριάσει την κραυγαλέα αναντιστοιχία των πολιτικών διακηρύξεων της αστικής τάξης με την καπιταλιστική κοινωνική πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που, από τις μέρες του Μπαμπέφ μέχρι σήμερα, εκκολάπτει την κοινωνική αδικία, την εκμετάλλευση και την βαρβαρότητα. Έλεγε τότε ο Μπαμπέφ προς τους πολιτικούς και ιδεολογικούς εκπρόσωπους της τότε νεαρής αστικής τάξης: «…η Δημοκρατία δεν είναι μια κενή νοήματος λέξη, οι λέξεις Ελευθερία και Ισότητα, που τόσο μάγεψαν τα αυτιά μας κατά τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης γιατί πιστέψαμε ότι ίσως σηματοδοτούν κάτι καλό για τον λαό, τώρα δεν σημαίνουν για κάποιους τίποτε απολύτως, και αυτό επειδή τις έχουν εκλάβει ως στερημένες από κάθε νόημα ή απλές διακοσμήσεις για κακές προθέσεις. Πρέπει να μάθουν όμως ότι αυτές μπορούν να σηματοδοτήσουν ένα απτό καλό και μάλιστα πολύτιμο για την πλειοψηφία των ανθρώπων. Είπα και ξαναείπα στον λαό ότι η Επανάσταση δεν επιτρέπεται ν’ αποδειχθεί μια ατελέσφορη πράξη, δεν χύθηκε τόσο πολύ αίμα για να καταντήσουν τελικά κάποιοι πολύ χειρότεροι από αυτό που ήσαν πριν… Σκοπός της Επανάστασης είναι υποχρεωτικά η ευημερία των πολλών… εάν έχει ολοκληρωθεί, όπως εσείς ισχυρίζεστε, τότε δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα μεγάλο και άσκοπο έγκλημα».

Στους αιώνες που πέρασαν από τότε που ο Μπαμπέφ κατακεραύνωνε την νεαρή αστική δημοκρατία, το «άσκοπο έγκλημα» του καπιταλιστικού κοινωνικο-οικονομικού συστήματος στο οποίο αναφέρθηκε ο Μπαμπέφ, συνεχίζεται αμείωτα, χωρίς αιδώ, χωρίς έλεος.

Στις μέρες μας, η παγκόσμια οικονομικο-πιστωτική κρίση και η ανεπάρκεια των θεωρητικών σχολών του ανταγωνισμού και του ατομισμού (όπως αυτές του Χάρβαρντ, του Σικάγο, του Φράιμπουργκ κλπ.) έκαναν, ακόμη και τον πιο ένθερμο υποστηρικτή του μονεταρισμού, τον πρώην διοικητή της FED Άλαν Γκρίνσπαν να αμφισβητήσει το φιλελεύθερο δόγμα «αυτορρύθμισης της αγοράς» και τις μακροοικονομικές θεωρίες της Νεοκλασικής Σχολής (περί «προσαρμοστικών» και «ορθολογικών προσδοκιών»-Φρήντμαν, Φέλπς και λοιποί).

Τα γεγονότα είναι πεισματάρικα. Κανείς πια, ακόμη κι ο πιο στενοκέφαλος στοχαστής, δεν μπορεί να συνεχίσει να υποστηρίζει πως η υποταγή στους νόμους της αγοράς, που συνοψίζεται στην φράση του Φράνσις Μπέηκον «η φύση, για να μπορεί να κυβερνηθεί, πρέπει να υπακούεται», μπορεί ν’ αποτρέψει τις οικονομικές κρίσεις, και να συνδυάσει την οικονομική ανάπτυξη και μεγέθυνση με την ευημερία. Η φιλοσοφική αντίληψη, που βλέπει στο «Κράτος» την αλλοτρίωση της αμετάβλητης ανθρώπινης φύσης και τον περιορισμό της ελεύθερης βούλησης του φυσικού προσώπου, έχει ηττηθεί πρακτικά. Ο περιορισμός του κράτους, που δήθεν νόθευε τον ανταγωνισμό, οδήγησε σε αποτελέσματα ανάλογα με τα αποτελέσματα των οικονομικών σχολών του κρατισμού και της μικτής οικονομίας, δηλαδή οδήγησαν σε βαθιά οικονομική κρίση, σε φτώχεια, σε ανεργία, σε βαρβαρότητα και εξαθλίωση.

Οι σχολές του κρατισμού μίλησαν κι αυτές ψευδεπίγραφα για ελευθερία, ανάπτυξη και αποτελεσματικότητα, προβάλλοντας την αντίληψη της «σχεδιοποιημένης παρέμβασης» ενός συλλογικού υποκείμενου στις αντικειμενικές νομοτέλειες που διέπουν την παραγωγή, την διανομή και την ανταλλαγή, χωρίς να θέλουν να καταργήσουν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Έτσι, ενώ στα λόγια υπερθεμάτιζαν υπέρ της διαλεκτικής κοσμοθεωρίας, πρακτικά υλοποιούσαν κι αυτοί, όπως οι μη κρατιστές, με νέο-καρτεσιανό ορθολογισμό, την ρήση του Φράνσις Μπέηκον: «η φύση, για να μπορεί να κυβερνηθεί, πρέπει να υπακούεται».

Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής διέπονται από τον γενικό και απόλυτο νόμο της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, και κανένα υποκείμενο, ατομικό ή συλλογικό, δεν μπορεί να παραβεί τις συνέπειές του.

Ο Ένγκελς γράφει: «οι παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονται μέσα στους κόλπους της αστικής κοινωνίας δημιουργούν ταυτόχρονα τους υλικούς όρους για την λύση του ανταγωνισμού» -και του ατομισμού θα προσθέταμε εμείς. Επομένως, είναι σήμερα καθαρό «μας ανοίγεται η προοπτική για μια μεγάλη, για την πιο μεγάλη επανάσταση όλων των εποχών».

Οι αντικειμενικές και υποκειμενικές αιτίες, που θα οδηγήσουν στην αφύπνιση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, είναι παρούσες.
Η σημερινή άθλια πολιτική, κοινωνική και ηθική σήψη του καπιταλισμού προετοιμάζει την ανατροπή του.
Η εργατική τάξη αυτή τη φορά θα νικήσει. Η διαλεκτική φιλοσοφία της θα πραγματωθεί.

Μάκης Παπαπέτρου, Ε.Γ. της Κ.Ε. του ΑΚΕΠ

ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ.ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

ΑΚΕΠ: Το φάντασμα των Εξαρχείων

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ελλάδα: το φάντασμα των Εξαρχείων.
Όλες οι δυνάμεις της παρηκμασμένης ελληνικής μπουρζουαζίας ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα: το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, το ΛΑΟΣ, τα κυρίαρχα κέντρα και μέσα επιρροής κλπ.

Τα Εξάρχεια, ιδίως μετά την κατάρρευση και απομυθοποίηση των ολοκληρωτικών καθεστώτων του κρατικού καπιταλισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, έγιναν το πολιτιστικό Μεσολόγγι του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και το Κράτος.

Για την πλειοψηφία του πληθυσμού, τους οπαδούς και τους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΛΑΟΣ κλπ., η αναφορά στα «Εξάρχεια» δεν σηματοδοτεί απλά και μόνο τα τεκταινόμενα στην περιοχή, αλλά κυρίως νοηματοδοτεί ένα σύνολο κοινωνικών και πολιτικών συμπεριφορών ενάντια στο κοινωνικό σύστημα, ενάντια στις ιδέες, τις αξίες και τα ιδανικά του αστισμού.

Σύμφωνα με την γκραμσιανή αντίληψη, η μαζική προσχώρηση σε μια μαζική ιδεολογία, ή η μη προσχώρηση, είναι ο τρόπος με τον οποίο επαληθεύεται η πραγματική κριτική της λογικότητας και της ιστορικότητας των τρόπων σκέψης. Υπό την ευρεία έννοια λοιπόν, η προσχώρηση ή η μη προσχώρηση στην αντιεξουσιαστική ιδεολογία, που εξυπονοείται στην νοοτροπία και πρακτική των «Εξαρχείων», σε αντιδιαστολή μάλιστα με μια άλλη ιδεολογία, που εξυπονοείται στην νοοτροπία και πρακτική π.χ. του «Κολωνακίου», είναι ο τρόπος με τον οποίο επαληθεύεται, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η κριτική της λογικότητας και της ιστορικότητας του αντικαπιταλιστικού και αντιεξουσιαστικού τρόπου σκέψης.

Ο καθημερινός άνθρωπος, ο άνθρωπος της μάζας, ενεργεί πρακτικά, αλλά δεν έχει μία καθαρή θεωρητική συνείδηση αυτών των ενεργειών του, που όμως αποτελούν γνώση του κόσμου εφόσον τον μεταβάλλουν. Η θεωρητική του συνείδηση μπορεί μάλιστα ιστορικά να βρίσκεται σε αντίθεση με τις πράξεις του. Μπορούμε σχεδόν να πούμε για αυτόν ότι έχει δύο θεωρητικές συνειδήσεις (ή μία αντιφατική συνείδηση), μία που υπολανθάνει στην δράση του και που πραγματικά τον ενώνει με τους ομοίους του στον πρακτικό μετασχηματισμό της πραγματικότητας, και μία επιφανειακή που «φαίνεται» ή «λέγεται», που την κληρονόμησε από το παρελθόν και την δέχτηκε χωρίς κριτική, ψηφίζοντας παραδοσιακά το Α, Β ή Γ καθεστωτικό κόμμα.

Σήμερα, η παθητικότητα των μισθοσυντήρητων και του λαού και η ανωριμότητα της πολιτικής τους συνείδησης, τους κάνει να ενεργούν ενάντια στα κοινωνικά και ταξικά τους συμφέροντα, τους κάνει να εκδηλώνουν την αντιφατική τους συνείδηση ψηφίζοντας το Α, Β ή Γ καθεστωτικό κόμμα, τους καθιστά ανίκανους να αντιδράσουν στην περιστολή κεκτημένων ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Το καθεστωτικό ΠΑΣΟΚ, μόλις ανέλαβε την διακυβέρνηση του Κράτους, προέβαλε προς την κοινωνία σαν επινίκιο την ιδεολογία του καπιταλισμού, την ιδεολογία της δύναμης, την ιδεολογία της ωμής κρατικής και οικονομικής βίας.

Η ένστολη, προκλητική εγκατάσταση ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων σε κάθε γωνιά της περιοχής των Εξαρχείων, είναι ένα ιδεολογικό-πολιτικό εγχείρημα της μπουρζουαζίας, που έχει στόχο:
- να αναιρέσει πρακτικά τη σαγήνη που ασκούν σήμερα τα Εξάρχεια στις σχέσεις και την κοινωνικοπολιτική δράση ατόμων και συνόλων
- να διαπομπεύσει πρακτικά τις ιδέες της επανάστασης και την ελπίδα για μια κοινωνία χωρίς εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, χωρίς διευθυντές και διευθυνόμενους, για μια κοινωνία ανθρώπινη χωρίς εκμετάλλευση
- να ενσπείρει την ηττοπάθεια και να κάμψει το ηθικό του πληθυσμού για διεκδικητικούς και αντικαπιταλιστικούς αγώνες
- να στείλει μήνυμα για μηδενική ανοχή σε πρακτικές που αμφισβητούν ουσιαστικά την καπιταλιστική εξουσία και την καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Ενάντια στο εγχείρημα αυτό της άρχουσας τάξης, το οποίο ανέλαβε να υλοποιήσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ο ριζοσπαστικός πολιτικός χώρος οφείλει να δράσει ενιαία, και οφείλει ν’ αντιπαρατεθεί στην επίδειξη δύναμης του καθεστώτος και στην ιδεολογία της ωμής κρατικής βίας, που είναι προέκταση της ωμής οικονομικής βίας, με όρους κινήματος, προβάλλοντας τις ιδέες, τις αξίες και τα ιδανικά του αντικαπιταλιστικού κοινωνικού και πολιτικού αγώνα.

Με την σημερινή παγκόσμια οικονομικο-πιστωτική κρίση, που πλήττει βαθύτατα και την ελληνική κοινωνία, τους μισθοσυντήρητους και το λαό, αναδιατάσσεται και μεταβάλλεται ποσοτικά το γενικό πλαίσιο της οικονομικής δομής, πάνω στην οποία υψώνεται το πολιτικό και νομικό εποικοδόμημα της ελληνικής κοινωνίας, και η αντίστοιχη επαναστατική αντικαπιταλιστική ποιότητα, που δεν έχει ακόμη οργανικά σχηματιστεί στο εποικοδόμημα, ετοιμάζεται σύντομα, πρακτικά ν’ αναφανεί.

Ας γίνει λοιπόν ο ενιαίος αγώνας ενάντια στην ιδεολογία της κρατικής καταστολής αφορμή να ενταθούν οι διεργασίες για την ενότητα του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου και για την ανασύσταση του αντικαπιταλιστικού επαναστατικού πολιτικού κινήματος.

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου
Μίκα Στάθη
26/10/2009

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

ΑΚΕΠ: Οι λαοί επιλέγουν ηγέτες που αντιστοιχούν στην συνείδησή τους

Σήμερα, στις 4 Οκτωβρίου, προέκυψε κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση με την έγκριση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Σήμερα, στις 4 Οκτωβρίου, οι μισθοσυντήρητοι, οι χαμηλοσυνταξιούχοι, οι άνεργοι, οι αναξιοπαθούντες μικρομεσαίοι, οι αγρότες, οι νεολαίοι πάνω απ’ τα 18, οι κολασμένοι της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή η πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού ενέκριναν και αποφάσισαν πως το ΠΑΣΟΚ θα βρίσκεται στην κυβέρνηση και η ΝΔ στην αξιωματική αντιπολίτευση.

Σήμερα, στις 4 Οκτωβρίου, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες πιστοποίησαν με την ψήφο τους ότι αποδέχονται τις πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές θέσεις και απόψεις του Καρατζαφέρη και του ΛΑΟΣ.

Σήμερα, στις 4 Οκτωβρίου, πιστοποιήθηκε εκλογικά πως το άθροισμα των οπαδών και των ψηφοφόρων του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ένα περιορισμένο και παγιωμένο μειοψηφικό σύνολο.

Σήμερα, στις 4 Οκτωβρίου, η εργατική τάξη και οι κολασμένοι της ελληνικής κοινωνίας πιστοποίησαν με την ψήφο τους πως οι δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και εν γένει οι ριζοσπαστικές πολιτικές δυνάμεις που κατήλθαν αυτοδύναμα στις εκλογές ασκούν με τις ιδέες και την δράση τους αμελητέα επιρροή στην ελληνική κοινωνία του 2009.

Αυτό είναι το πολιτικό αποτέλεσμα που προέκυψε από τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.
Αυτό είναι το μόνο πολιτικό αποτέλεσμα που μπορούσε να προκύψει με δεδομένη την υφιστάμενη συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Σήμερα, δυστυχώς, οι μισθοσυντήρητοι και ο λαός απορρίπτουν και απωθούν το αβίαστο συμπέρασμα ότι οι πόθοι τους, οι στόχοι τους, τα όνειρά τους δεν έχουν ελπίδα δικαίωσης στο σημερινό παρηκμασμένο και σάπιο καπιταλιστικό οικονομικοκοινωνικό σύστημα.

Σήμερα, η συνείδηση του απλού ανθρώπου του μόχθου και της εργασίας είναι αλλοτριωμένη. Έχει αποδεχθεί τον συμβιβασμό, την διαφθορά και την εξαθλίωση, καθώς οι σύντροφοι του Οδυσσέα την αποκτήνωση τους από την Κίρκη.

Κάτι πολύ νοσηρό συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια στο βασίλειο της Δανιμαρκίας. Η κοινωνική, η πολιτική και η ηθική σήψη της ελληνικής κοινωνίας είναι απύθμενη.

" . . .Δεν λυπάμαι τους ποιητές που μείνανε χωρίς κοινό... Λυπάμαι το κοινό που έμεινε χωρίς ποιητές. . ." (Ελύτης)

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΑΚΕΠ
Μίκα Στάθη
4/10/2009

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

ΑΚΕΠ: Άκυρο στις εκλογές του Οκτωβρίου 2009


Το ΑΚΕΠ σπεύδει και προτείνει στις πολιτικές δυνάμεις του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου να μην μετέχουν με συνδυασμούς στις εκλογές του Οκτωβρίου 2009.
Το ΑΚΕΠ σπεύδει και προτείνει στις πολιτικές δυνάμεις του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου να μετέχουν στις εκλογές του Οκτωβρίου 2009 και να καλέσουν τα μέλη τους, τους οπαδούς τους και τον λαό να ψηφίσουν ΑΚΥΡΟ.

Το ΑΚΥΡΟ είναι πολιτική θέση ενάντια στα καθεστωτικά πολιτικά κόμματα, είναι πολιτική θέση ενάντια στον φιλελευθερισμό, στον κρατισμό, στην μικτή οικονομία, είναι πολιτική θέση που συμβάλλει στην αφύπνιση του λαού και στην ωρίμανση των υποκειμενικών συνθηκών για δημιουργία ενός ρωμαλέου ριζοσπαστικού πολιτικού κινήματος.

Σήμερα, οι υποκειμενικές συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας για την ανατροπή των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής είναι ακόμα ανώριμες. Η πλειοψηφία του πληθυσμού ηγεμονεύεται από τις αξίες, τα ιδανικά και τα πολιτισμικά πρότυπα του αστισμού. Οι μισθοσυντήρητοι, το πολυπληθέστερο και σημαντικότερο τμήμα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού είναι εγκλωβισμένο στα καθεστωτικά πολιτικά κόμματα.

Στην παρούσα εκλογική συγκυρία οι πολιτικές συνθήκες είναι δυσμενέστερες από εκείνες των ευρωεκλογών της 7ης Ιουνίου 2009. Η ενιαία προπαγάνδιση του ΑΚΥΡΟΥ από τις δυνάμεις του ριζοσπαστικού χώρου είναι η μόνη που μπορεί να παράγει πολιτικά αξιοποιήσιμο αποτέλεσμα, αφού η ενιαία κάθοδος στις εκλογές -λόγω των υφιστάμενων αντιθέσεων- είναι αδύνατη. Το ΑΚΥΡΟ λοιπόν, που προτείνει το ΑΚΕΠ, είναι μια καλή αφορμή για ενιαία πολιτική δράση του ριζοσπαστικού χώρου ενάντια στις σημερινές άθλιες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, και δεν εστιάζεται μόνο στην παρούσα εκλογική αναμέτρηση.

Η συμμετοχή των τμημάτων του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου με διαφορετικούς εκλογικούς συνδυασμούς θα εντείνει για μια ακόμη φορά τις αντιθέσεις και θα επικαλύψει τις αντικειμενικές πολιτικές προϋποθέσεις της ενότητάς του. Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, είναι αναγκαίο να αναδειχθούν τα πολιτικά ποιοτικά δεδομένα που ορίζουν και συνέχουν το ριζοσπαστικό πολιτικό χώρο, και να ατονήσουν τα στοιχεία της διαφοράς και του ανταγωνισμού.

Κατά την αντίληψή μας, εκείνο που ορίζει το ριζοσπαστικό πολιτικό χώρο είναι η ιδέα της επανάστασης, είναι η αντίληψη για την αναγκαιότητα της ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, είναι η αντίληψη της ρήξης με τις αξίες, τις ιδέες και τα ιδανικά του αστισμού.

Κατά την αντίληψή μας, οι αντιθέσεις και η πολυδιάσπαση του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου είναι εκδήλωση των ταξικών κατηγορημάτων των σχέσεων παραγωγής στις πολιτικές ιδιαιτερότητες των τμημάτων του. Έτσι, αντί να ηγεμονεύει η προσδιοριστικότητα της άρνησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που ορίζει τον ριζοσπαστικό χώρο, ηγεμονεύει η κατάφαση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής κι ο ανταγωνισμός, που αντιστοιχεί στους συντεχνιακούς ανταγωνισμούς των μισθοσυντήρητων και των συμμάχων τους. Έτσι, χωρίς την κυριαρχική ηγεμονική ενότητα πάνω στον συνεκτικό ορισμό του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου, που υπερβαίνει τις διαφορετικές προσεγγίσεις, που τις περιλαμβάνει και τις αντιμετωπίζει σαν ολότητα, οι προσπάθειες, οι διαδικασίες και οι πρωτοβουλίες για την σύσταση ενός ρωμαλέου ριζοσπαστικού πολιτικού κινήματος θ’ αποτυγχάνουν και θ’ απογοητεύουν.

Το ΑΚΕΠ καλεί τα μέλη του, τους οπαδούς του και το λαό να μετέχουν στις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου και να ψηφίσουν ΑΚΥΡΟ.

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου
Μίκα Στάθη
3/09/2009

Όπως είναι γνωστό, ο όρος «Αριστερά» προέκυψε στην γαλλική επανάσταση. Στην εθνοσυνέλευση, στο αριστερό τμήμα της αίθουσας βρίσκονταν πάντα οι πιο ριζοσπάστες αντιπρόσωποι και ονομάστηκαν «αριστεροί» ή «αριστερά». Έκτοτε επικράτησε ο όρος «Αριστερά» να εκφράζει και να εννοιολογεί το ριζοσπαστικότερο τμήμα του πολιτικού εποικοδομήματος.

Ο όρος «Αριστερά» υποδηλώνει μια έννοια πολιτική που δεν είναι στατική, σε ακινησία, αλλά αντικατοπτρίζει την διαλεκτική κίνηση της καπιταλιστικής κοινωνικής πραγματικότητας, όπως αυτή ανακλάται και προσδιορίζει το ριζοσπαστικό τμήμα του πολιτικού εποικοδομήματος.

Η καπιταλιστική κοινωνική πραγματικότητα σαν άθροισμα και ενότητα των ταξικών αντιθέσεων εμφανίζεται καθαρά στον ανταγωνισμό, όχι μόνο των τάξεων, αλλά και των ατόμων, εμφανίζεται στις μορφές κοινωνικής συνείδησης που αντιστοιχούν στους ανταγωνιστικούς υλικούς όρους ύπαρξης, όχι μόνο των τάξεων, αλλά και των ατόμων, εμφανίζεται στο πολιτικό εποικοδόμημα της καπιταλιστικής κοινωνίας στο χώρο της δεξιάς, στο χώρο του κέντρου, στο χώρο της αριστεράς, σαν άθροισμα και ενότητα των ταξικών αντιθέσεων μέσα στο Κράτος.

Η ουσία της εξέλιξης και της ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δε μπορεί να είναι άλλη από τον «γενικό και απόλυτο νόμο της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης». Η ουσία αυτή είναι ο κοινός τόπος που ενυπάρχει στα πολλαπλά αντιφατικά φαινόμενα της καπιταλιστικής πραγματικότητας, που τα προσδιορίζει και τα συνέχει μέσα στην πολλαπλότητα και την αντιφατικότητά τους.

Έτσι, το πέρασμα από την συντεχνία στην μανιφακτούρα, από την ατομικο-επιχειρηματική εμπορευματική παραγωγή στην βιομηχανία, στο μονοπώλιο, στον κρατικό καπιταλισμό και στον ιμπεριαλισμό, δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά διαλεκτικές στιγμές ανάπτυξης της ουσίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Η διαλεκτική αναίρεση της ατομικής ιδιοκτησίας του απλού εμπορευματοπαραγωγού, που συντελέστηκε μέσα από την νομοτελειακή δράση του γενικού και απόλυτου νόμου της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, και η κατά βάθος ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, κοινωνικοποίησαν την εργασία, χωρίς ωστόσο να αναιρέσουν και την ατομική ιδιοποίηση του οικονομικού αποτελέσματος της κοινωνικής παραγωγής. Δηλαδή, ενώ μέσα από τα αντικειμενικά προτσές συσσώρευσης και συγκεντροποίησης του κεφάλαιου διαμορφώθηκε αντικειμενικά η «πρώτη άρνηση» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που δεν είναι άλλη από τις αντικειμενικές προϋποθέσεις για το πέρασμα στην αταξική κοινωνία, δεν έχουν διαμορφωθεί οι προϋποθέσεις «άρνησης της άρνησης», που δεν είναι άλλες από τις υποκειμενικές προϋποθέσεις, που βρίσκονται ακόμη –δυστυχώς- σε ανωριμότητα.

Η Αριστερά, σαν έννοια που προέκυψε στις ιστορικές συνθήκες των αστικών επαναστάσεων, είναι λάθος, ακόμη και σαν προϊόν αφαίρεσης, να προσδιορίζει στις σημερινές ιστορικές συνθήκες τον πολιτικό χώρο των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων. Οι επιθετικοί προσδιορισμοί «κομμουνιστική Αριστερά», «επαναστατική Αριστερά» κλπ. είναι επίσης ανεπαρκείς για να εκφράσουν σήμερα τις ιδέες της επανάστασης και της ανατροπής.

Σε προηγούμενες δεκαετίες, όταν τα αστικοδημοκρατικά προβλήματα ήταν στην ημερήσια διάταξη, οι προσδιορισμοί «κομμουνιστική Αριστερά», «επαναστατική Αριστερά» κλπ. χρησίμευαν κι εξυπηρετούσαν την διάκριση μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων του αστισμού (που βρίσκονταν σε αντίθεση με την συντηρητική αστική πολιτική έκφραση) και των πολιτικών δυνάμεων που στόχευαν, πέρα από τις μεταρρυθμίσεις και τους αστικούς εκσυγχρονισμούς, στην δημιουργία των όρων και των προϋποθέσεων της αταξικής κοινωνίας.

Δηλαδή, σε προηγούμενες δεκαετίες, οι αντικαπιταλιστικές δυνάμεις συνεργούσαν -άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε αυθόρμητα- στην διαμόρφωση της «πρώτης άρνησης» του καπιταλιστικού οικονομικοκοινωνικού συστήματος και προετοίμαζαν τις συνθήκες «άρνησης της άρνησής» του, και γι’ αυτό οι έννοιες «κομμουνιστική Αριστερά», «επαναστατική Αριστερά» κλπ. ανακλούσαν και διερμήνευαν τις τότε ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες.

Σήμερα, που η «πρώτη άρνηση» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι πραγματικότητα, οι έννοιες «κομμουνιστική Αριστερά», «επαναστατική Αριστερά» κλπ. εκφράζουν την «πρώτη άρνηση» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής κι όχι την «άρνηση της άρνησής» του, εκφράζουν πολιτικά την αναγκαιότητα της αναίρεσης της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και τον κρατισμό, κι όχι την αναίρεση της ατομικής ιδιοποίησης του αποτελέσματος της κοινωνικοποιημένης εργασίας και της εκμετάλλευσης.

Σήμερα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων (ευτυχώς που υπάρχουν κι αυτές, και δεν εννοώ βέβαια μόνο το ΑΚΕΠ), η ονομαζόμενη «κομμουνιστική, επαναστατική κλπ. Αριστερά» περισσότερο βλάπτει –έστω και αθέλητα- παρά ωφελεί, αφού δημιουργεί σύγχυση στην εργατική τάξη για τους σκοπούς και τους στόχους της επανάστασης.

Το ΑΚΥΡΟ λοιπόν που πρότεινε το ΑΚΕΠ σαν κοινή εκλογική τακτική των δυνάμεων του ριζοσπαστικού χώρου, στόχευε να συμβάλει στο μέτρο του δυνατού στην δημιουργία των υποκειμενικών προϋποθέσεων «άρνησης της άρνησης» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, κι όχι να εναντιωθεί στις περιορισμένες δυστυχώς σήμερα υγιείς ταξικά δυνάμεις του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου.

Η γενική τοποθέτηση «ψηφίστε Αριστερά», παρά τις καλές προθέσεις, σύγχυση δημιουργεί και δεν θα ωφελούσε σε τίποτα.

Το ΑΚΕΠ, με την στάση του κι ανάλογα με τις δυνάμεις του, θα προσπαθήσει να ενισχύσει όπως έκανε πάντα τις κατά την γνώμη του υγιείς ταξικά δυνάμεις, χωρίς κραυγαλέες αναφορές και χωρίς τυμπανοκρουσίες.

Σήμερα, που η πρόταση του ΑΚΕΠ για «μη κάθοδο» δεν εκτιμήθηκε και δεν αξιοποιήθηκε, το «ψηφίστε ΑΚΥΡΟ» απευθύνεται σε εκείνους που θα πάνε στις κάλπες για να ψηφίσουν το μικρότερο κακό, απευθύνεται σε εκείνους που, αν ψηφίσουν ΑΚΥΡΟ αντί να ψηφίσουν ένα από τα καθεστωτικά κόμματα, θα έχουν κάνει ένα μεγάλο βήμα απαγκίστρωσης από τα κόμματα του αστισμού.

ΥΓ: επειδή το θέμα δεν εξαντλείται στον περιορισμένο χώρο ενός σχολίου, σύντομα θα επανέλθω.

Μανώλης Γρηγοριάδης