Σελίδες

ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

ΑΚΕΠ: Ανταγωνισμός και ατομισμός


Η κύρια θεωρητική και πρακτική αρχή του καπιταλισμού, που ορίζει θεσμικά και ηθικά τις οικονομικές, τις κοινωνικές και τις πολιτικές σχέσεις των ατόμων, των κοινωνικών συνόλων και των τάξεων, ονομάζεται ιδεολογία του ανταγωνισμού.

Αν, σύμφωνα με την γκραμσιανή εκδοχή, στον όρο ιδεολογία δώσουμε την ανώτερη σημασία μιας κοσμοαντίληψης που χαρακτηρίζει τον τρόπο ζωής μιας κοινωνίας και ενυπάρχει στις γενικές και ειδικές συμπεριφορές της πλειοψηφίας του πληθυσμού, τότε ο ανταγωνισμός, σαν καθολική ιδεολογία του καπιταλισμού, φανερώνει την ανώτερη σημασία της κοσμοαντίληψης του αστικού ατομισμού, που επιχειρεί να δικαιώσει προπαγανδιστικά την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και την ατομική ιδιοποίηση του οικονομικού αποτελέσματος της κοινωνικοποιημένης παραγωγής από την σημερινή κυρίαρχη τάξη.

Πράγματι, ο ανταγωνισμός και ο ατομισμός είναι όψεις του ίδιου νομίσματος, που σαν ηγεμονική ιδεολογική δύναμη εκδηλώνει τις μορφές κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης που αντιστοιχούν οργανικά στους ανταγωνιστικούς υλικούς όρους ύπαρξης, όχι μόνο των τάξεων, αλλά και των ατόμων. Ο Ένγκελς γράφει: «οι αστικές παραγωγικές σχέσεις είναι η τελευταία ανταγωνιστική μορφή της κοινωνικής πορείας της παραγωγής, ανταγωνιστική όχι μονάχα με την έννοια του ατομικού ανταγωνισμού, αλλά ενός ανταγωνισμού που αναφύεται από τους κοινωνικούς όρους ζωής των ατόμων».

Ο ανταγωνισμός και ο ατομισμός, σαν σύμφυτες θεωρητικές και πρακτικές αξίες των εκμεταλλευτικών συστημάτων, εμφανίστηκαν ιστορικά μαζί με τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, τον χωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις, την ατομική ιδιοκτησία και το κράτος, αλλά βρήκαν την πληρέστερη θεμελίωσή τους στην καπιταλιστική κοινωνία.

Ο αστικός ατομισμός αντιπαραθέτει το ξεχωριστό άτομο στην κοινωνία και υποτάσσει τα κοινωνικά συμφέροντα στα ατομικά. Εκλαμβάνει τον ανταγωνισμό σαν αναγκαία εκδήλωση της δήθεν αναλλοίωτης ανθρώπινης φύσης, και προπαγανδίζει πως, χωρίς αυτόν και τα αποτελέσματά του, η οικονομική, η κοινωνική και η ηθική ανάπτυξη του ανθρώπου είναι δήθεν ανέφικτη.

Ο σύγχρονος αστικός ατομισμός φέρει το όνομα λογικός ατομισμός (rational individualism) ή αντικειμενισμός και προβάλλεται ποικιλοτρόπως, πρωτίστως μέσα από το δοκιμιακό και λογοτεχνικό έργο της περιβόητης Άυν Ράντ (Ayn Rand).
Για τον λογικό ατομισμό, η επιτυχία ή η αποτυχία, η ευτυχία ή η δυστυχία του ανθρώπου δεν συναρτώνται με τις κοινωνικές συνθήκες αλλά είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά των δικών του επιλογών και ενεργειών.
Ο λογικός ατομισμός είναι, στην ουσία του, η σύλληψη του ανθρώπου ως ηρωικού όντος, με την επιδίωξη της προσωπικής ευτυχίας ως τον ηθικό σκοπό της ζωής του, με την ατομική παραγωγική επιτυχία ως την ευγενέστερη γι’ αυτόν δραστηριότητα και την λογική ως το μόνο απόλυτο δεδομένο του. Ο άνθρωπος είναι για το λογικό ατομισμό ένα λογικό ον, η λογική είναι ο μόνος τρόπος να προσεγγίσει την γνώση και το βασικό μέσον για την επιβίωσή του.
Για την φιλοσοφία του λογικού ατομισμού η ύπαρξη του κόσμου είναι ένα αντικειμενικό γεγονός, η πραγματικότητα είναι μία (αυτή που ζούμε) και ο ρόλος της συνείδησης του ανθρώπου είναι να αντιληφθεί αυτή την πραγματικότητα, και όχι να την δημιουργήσει, να την αλλάξει ή να εφεύρει άλλη.
Οι σημαντικότερες αρχές του λογικού ατομισμού συνοπτικά είναι: η «λογική», οι «στόχοι» του ανθρώπου και ο «εαυτός» του.
Ο λογικός ατομισμός υποστηρίζει πως κάθε άνθρωπος αποτελεί σκοπό για τον ίδιο του τον εαυτό, όχι μέσον για τους σκοπούς άλλων ανθρώπων. Ο άνθρωπος, όπως λέει, οφείλει να ζει για τον εαυτό του, και όχι να θυσιάζεται για άλλους, ούτε να δέχεται την θυσία άλλων για εκείνον. Πρέπει να εργάζεται για το λογικό ατομικό του συμφέρον, θέτοντας την δική του ευτυχία ως ύψιστο ηθικό στόχο στη ζωή.
Ο λογικός ατομισμός απορρίπτει κάθε μορφή ντετερμινισμού, και θεωρεί δοξασία ότι ο άνθρωπος είναι θύμα δυνάμεων έξω από τον έλεγχό του, όπως πχ. η ανατροφή, οι οικονομικές ή οι κοινωνικές συνθήκες, δοξασίες κτλ.
Λέει επίσης πως, οι άνθρωποι πρέπει να συναλλάσσονται μόνο ως έμποροι, δίνοντας κάτι αξίας για κάτι άλλο αξίας, μέσω αμοιβαίας συναίνεσης και για αμοιβαίο όφελος. Κατά τον λογικό ατομισμό, το ιδανικό οικονομικο-κοινωνικό σύστημα είναι ο laissez-faire καπιταλισμός επειδή, όπως υποστηρίζει, ο ανταγωνισμός είναι ανόθευτος κι εξασφαλίζει στον «ικανό» την επιτυχία και την ηθική δικαίωση.

Για το λογικό ατομισμό, το πρωτεύον είναι η ατομική συνείδηση, η έμφυτη στον άνθρωπο λογική ικανότητα, που παραπέμπει στις, ξεπερασμένες σήμερα, φιλοσοφικές και επιστημονικές αντιλήψεις του Καρτέσιου, του Λάιμπνιτς, του Φράνσις Μπέηκον κλπ. Την κοινωνία την αντιμετωπίζει σαν κονίστρα, όπου τα φυσικά πρόσωπα, τα άτομα, ανταγωνίζονται για την κατάκτηση της ατομικής επιτυχίας και την θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία. Ουσιαστικά, ο λογικός ατομισμός είναι η σύγχρονη μορφή προπαγάνδισης και ηθικής δικαίωσης των αντι-ουμανιστικών θεωριών του μαλθουσιανισμού, του κοινωνικού δαρβινισμού, του βιταλισμού κλπ., που εκθειάζουν και μεταφέρουν τους νόμους της ζούγκλας στην κοινωνία.

Η εικόνα του λογικού ατομισμού για το άτομο, τον ανταγωνισμό και την κοινωνία απολαμβάνει, σύμφωνα με την μαρξιστική κοσμοθεωρία, μια εφήμερη θέση, μόνο στο πιο αρχικό στάδιο της ιστορίας:
«…σε αυτό το σημείο το άτομο διακρίνεται από τα πρόβατα μόνο από το γεγονός ότι η συνείδηση παίρνει τη θέση του ενστίκτου, ή ότι το ένστικτό του είναι συνειδητό. Αυτή η προβατοειδής ή φυλετική συνείδηση λαμβάνει την περαιτέρω ανάπτυξη και την επέκτασή της μέσω της αυξανόμενης παραγωγικότητας, και την αύξηση των αναγκών και του πληθυσμού...» (Μαρξ, Η γερμανική ιδεολογία)
«Το αντικείμενο, για να αρχίσουμε, είναι η υλική παραγωγή, άτομα που παράγουν στην κοινωνία. Ως εκ τούτου η κοινωνικά καθορισμένη μεμονωμένη παραγωγή είναι το σημείο της αφετηρίας. Ο μεμονωμένος και απομονωμένος κυνηγός και ψαράς, με τους οποίους ο Smith και ο Ricardo αρχίζουν, ανήκουν μεταξύ των αλαζόνων Ροβινσώνων του δέκατου όγδοου αιώνα, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν εκφράζουν μόνο μια αντίδραση ενάντια στην υπερεκλέπτυνση και μια επιστροφή σε μια παρανοημένη φυσική ζωή όπως οι ιστορικοί του πολιτισμού φαντάζονται.» (Μαρξ, Grundrisse)

Όταν ο Ρουσσώ, με τον πολιτικό ριζοσπαστισμό του, έβλεπε, φυσιοκρατικά και νατουραλιστικά, στο «κοινωνικό συμβόλαιο» και στα «δικαιώματα του πολίτη» την αναίρεση του «δικαίου της δύναμης», και ήθελε ο νόμος και οι θεσμοί να είναι εκδήλωση της «γενικής θέλησης», του καθολικού συμφέροντος, του αναλλοτρίωτου και αδιαίρετου της λαϊκής κυριαρχίας, διαμόρφωνε -παρά τις προθέσεις του- το πολιτειακό πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας, του κοινωνικού ανταγωνισμού και της επιβολής του δικαίου των οικονομικά ισχυρών επί της κοινωνίας.

Αυτό έκανε τον Μπαμπέφ, τον πρώτο κομμουνιστή αγκιτάτορα, να καυτηριάσει την κραυγαλέα αναντιστοιχία των πολιτικών διακηρύξεων της αστικής τάξης με την καπιταλιστική κοινωνική πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που, από τις μέρες του Μπαμπέφ μέχρι σήμερα, εκκολάπτει την κοινωνική αδικία, την εκμετάλλευση και την βαρβαρότητα. Έλεγε τότε ο Μπαμπέφ προς τους πολιτικούς και ιδεολογικούς εκπρόσωπους της τότε νεαρής αστικής τάξης: «…η Δημοκρατία δεν είναι μια κενή νοήματος λέξη, οι λέξεις Ελευθερία και Ισότητα, που τόσο μάγεψαν τα αυτιά μας κατά τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης γιατί πιστέψαμε ότι ίσως σηματοδοτούν κάτι καλό για τον λαό, τώρα δεν σημαίνουν για κάποιους τίποτε απολύτως, και αυτό επειδή τις έχουν εκλάβει ως στερημένες από κάθε νόημα ή απλές διακοσμήσεις για κακές προθέσεις. Πρέπει να μάθουν όμως ότι αυτές μπορούν να σηματοδοτήσουν ένα απτό καλό και μάλιστα πολύτιμο για την πλειοψηφία των ανθρώπων. Είπα και ξαναείπα στον λαό ότι η Επανάσταση δεν επιτρέπεται ν’ αποδειχθεί μια ατελέσφορη πράξη, δεν χύθηκε τόσο πολύ αίμα για να καταντήσουν τελικά κάποιοι πολύ χειρότεροι από αυτό που ήσαν πριν… Σκοπός της Επανάστασης είναι υποχρεωτικά η ευημερία των πολλών… εάν έχει ολοκληρωθεί, όπως εσείς ισχυρίζεστε, τότε δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα μεγάλο και άσκοπο έγκλημα».

Στους αιώνες που πέρασαν από τότε που ο Μπαμπέφ κατακεραύνωνε την νεαρή αστική δημοκρατία, το «άσκοπο έγκλημα» του καπιταλιστικού κοινωνικο-οικονομικού συστήματος στο οποίο αναφέρθηκε ο Μπαμπέφ, συνεχίζεται αμείωτα, χωρίς αιδώ, χωρίς έλεος.

Στις μέρες μας, η παγκόσμια οικονομικο-πιστωτική κρίση και η ανεπάρκεια των θεωρητικών σχολών του ανταγωνισμού και του ατομισμού (όπως αυτές του Χάρβαρντ, του Σικάγο, του Φράιμπουργκ κλπ.) έκαναν, ακόμη και τον πιο ένθερμο υποστηρικτή του μονεταρισμού, τον πρώην διοικητή της FED Άλαν Γκρίνσπαν να αμφισβητήσει το φιλελεύθερο δόγμα «αυτορρύθμισης της αγοράς» και τις μακροοικονομικές θεωρίες της Νεοκλασικής Σχολής (περί «προσαρμοστικών» και «ορθολογικών προσδοκιών»-Φρήντμαν, Φέλπς και λοιποί).

Τα γεγονότα είναι πεισματάρικα. Κανείς πια, ακόμη κι ο πιο στενοκέφαλος στοχαστής, δεν μπορεί να συνεχίσει να υποστηρίζει πως η υποταγή στους νόμους της αγοράς, που συνοψίζεται στην φράση του Φράνσις Μπέηκον «η φύση, για να μπορεί να κυβερνηθεί, πρέπει να υπακούεται», μπορεί ν’ αποτρέψει τις οικονομικές κρίσεις, και να συνδυάσει την οικονομική ανάπτυξη και μεγέθυνση με την ευημερία. Η φιλοσοφική αντίληψη, που βλέπει στο «Κράτος» την αλλοτρίωση της αμετάβλητης ανθρώπινης φύσης και τον περιορισμό της ελεύθερης βούλησης του φυσικού προσώπου, έχει ηττηθεί πρακτικά. Ο περιορισμός του κράτους, που δήθεν νόθευε τον ανταγωνισμό, οδήγησε σε αποτελέσματα ανάλογα με τα αποτελέσματα των οικονομικών σχολών του κρατισμού και της μικτής οικονομίας, δηλαδή οδήγησαν σε βαθιά οικονομική κρίση, σε φτώχεια, σε ανεργία, σε βαρβαρότητα και εξαθλίωση.

Οι σχολές του κρατισμού μίλησαν κι αυτές ψευδεπίγραφα για ελευθερία, ανάπτυξη και αποτελεσματικότητα, προβάλλοντας την αντίληψη της «σχεδιοποιημένης παρέμβασης» ενός συλλογικού υποκείμενου στις αντικειμενικές νομοτέλειες που διέπουν την παραγωγή, την διανομή και την ανταλλαγή, χωρίς να θέλουν να καταργήσουν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Έτσι, ενώ στα λόγια υπερθεμάτιζαν υπέρ της διαλεκτικής κοσμοθεωρίας, πρακτικά υλοποιούσαν κι αυτοί, όπως οι μη κρατιστές, με νέο-καρτεσιανό ορθολογισμό, την ρήση του Φράνσις Μπέηκον: «η φύση, για να μπορεί να κυβερνηθεί, πρέπει να υπακούεται».

Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής διέπονται από τον γενικό και απόλυτο νόμο της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, και κανένα υποκείμενο, ατομικό ή συλλογικό, δεν μπορεί να παραβεί τις συνέπειές του.

Ο Ένγκελς γράφει: «οι παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονται μέσα στους κόλπους της αστικής κοινωνίας δημιουργούν ταυτόχρονα τους υλικούς όρους για την λύση του ανταγωνισμού» -και του ατομισμού θα προσθέταμε εμείς. Επομένως, είναι σήμερα καθαρό «μας ανοίγεται η προοπτική για μια μεγάλη, για την πιο μεγάλη επανάσταση όλων των εποχών».

Οι αντικειμενικές και υποκειμενικές αιτίες, που θα οδηγήσουν στην αφύπνιση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, είναι παρούσες.
Η σημερινή άθλια πολιτική, κοινωνική και ηθική σήψη του καπιταλισμού προετοιμάζει την ανατροπή του.
Η εργατική τάξη αυτή τη φορά θα νικήσει. Η διαλεκτική φιλοσοφία της θα πραγματωθεί.

Μάκης Παπαπέτρου, Ε.Γ. της Κ.Ε. του ΑΚΕΠ

ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ-ΑΚΕΠ Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ.ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ-Μ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

ΑΚΕΠ: Το φάντασμα των Εξαρχείων

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ελλάδα: το φάντασμα των Εξαρχείων.
Όλες οι δυνάμεις της παρηκμασμένης ελληνικής μπουρζουαζίας ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα: το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, το ΛΑΟΣ, τα κυρίαρχα κέντρα και μέσα επιρροής κλπ.

Τα Εξάρχεια, ιδίως μετά την κατάρρευση και απομυθοποίηση των ολοκληρωτικών καθεστώτων του κρατικού καπιταλισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, έγιναν το πολιτιστικό Μεσολόγγι του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και το Κράτος.

Για την πλειοψηφία του πληθυσμού, τους οπαδούς και τους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΛΑΟΣ κλπ., η αναφορά στα «Εξάρχεια» δεν σηματοδοτεί απλά και μόνο τα τεκταινόμενα στην περιοχή, αλλά κυρίως νοηματοδοτεί ένα σύνολο κοινωνικών και πολιτικών συμπεριφορών ενάντια στο κοινωνικό σύστημα, ενάντια στις ιδέες, τις αξίες και τα ιδανικά του αστισμού.

Σύμφωνα με την γκραμσιανή αντίληψη, η μαζική προσχώρηση σε μια μαζική ιδεολογία, ή η μη προσχώρηση, είναι ο τρόπος με τον οποίο επαληθεύεται η πραγματική κριτική της λογικότητας και της ιστορικότητας των τρόπων σκέψης. Υπό την ευρεία έννοια λοιπόν, η προσχώρηση ή η μη προσχώρηση στην αντιεξουσιαστική ιδεολογία, που εξυπονοείται στην νοοτροπία και πρακτική των «Εξαρχείων», σε αντιδιαστολή μάλιστα με μια άλλη ιδεολογία, που εξυπονοείται στην νοοτροπία και πρακτική π.χ. του «Κολωνακίου», είναι ο τρόπος με τον οποίο επαληθεύεται, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η κριτική της λογικότητας και της ιστορικότητας του αντικαπιταλιστικού και αντιεξουσιαστικού τρόπου σκέψης.

Ο καθημερινός άνθρωπος, ο άνθρωπος της μάζας, ενεργεί πρακτικά, αλλά δεν έχει μία καθαρή θεωρητική συνείδηση αυτών των ενεργειών του, που όμως αποτελούν γνώση του κόσμου εφόσον τον μεταβάλλουν. Η θεωρητική του συνείδηση μπορεί μάλιστα ιστορικά να βρίσκεται σε αντίθεση με τις πράξεις του. Μπορούμε σχεδόν να πούμε για αυτόν ότι έχει δύο θεωρητικές συνειδήσεις (ή μία αντιφατική συνείδηση), μία που υπολανθάνει στην δράση του και που πραγματικά τον ενώνει με τους ομοίους του στον πρακτικό μετασχηματισμό της πραγματικότητας, και μία επιφανειακή που «φαίνεται» ή «λέγεται», που την κληρονόμησε από το παρελθόν και την δέχτηκε χωρίς κριτική, ψηφίζοντας παραδοσιακά το Α, Β ή Γ καθεστωτικό κόμμα.

Σήμερα, η παθητικότητα των μισθοσυντήρητων και του λαού και η ανωριμότητα της πολιτικής τους συνείδησης, τους κάνει να ενεργούν ενάντια στα κοινωνικά και ταξικά τους συμφέροντα, τους κάνει να εκδηλώνουν την αντιφατική τους συνείδηση ψηφίζοντας το Α, Β ή Γ καθεστωτικό κόμμα, τους καθιστά ανίκανους να αντιδράσουν στην περιστολή κεκτημένων ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Το καθεστωτικό ΠΑΣΟΚ, μόλις ανέλαβε την διακυβέρνηση του Κράτους, προέβαλε προς την κοινωνία σαν επινίκιο την ιδεολογία του καπιταλισμού, την ιδεολογία της δύναμης, την ιδεολογία της ωμής κρατικής και οικονομικής βίας.

Η ένστολη, προκλητική εγκατάσταση ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων σε κάθε γωνιά της περιοχής των Εξαρχείων, είναι ένα ιδεολογικό-πολιτικό εγχείρημα της μπουρζουαζίας, που έχει στόχο:
- να αναιρέσει πρακτικά τη σαγήνη που ασκούν σήμερα τα Εξάρχεια στις σχέσεις και την κοινωνικοπολιτική δράση ατόμων και συνόλων
- να διαπομπεύσει πρακτικά τις ιδέες της επανάστασης και την ελπίδα για μια κοινωνία χωρίς εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, χωρίς διευθυντές και διευθυνόμενους, για μια κοινωνία ανθρώπινη χωρίς εκμετάλλευση
- να ενσπείρει την ηττοπάθεια και να κάμψει το ηθικό του πληθυσμού για διεκδικητικούς και αντικαπιταλιστικούς αγώνες
- να στείλει μήνυμα για μηδενική ανοχή σε πρακτικές που αμφισβητούν ουσιαστικά την καπιταλιστική εξουσία και την καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Ενάντια στο εγχείρημα αυτό της άρχουσας τάξης, το οποίο ανέλαβε να υλοποιήσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ο ριζοσπαστικός πολιτικός χώρος οφείλει να δράσει ενιαία, και οφείλει ν’ αντιπαρατεθεί στην επίδειξη δύναμης του καθεστώτος και στην ιδεολογία της ωμής κρατικής βίας, που είναι προέκταση της ωμής οικονομικής βίας, με όρους κινήματος, προβάλλοντας τις ιδέες, τις αξίες και τα ιδανικά του αντικαπιταλιστικού κοινωνικού και πολιτικού αγώνα.

Με την σημερινή παγκόσμια οικονομικο-πιστωτική κρίση, που πλήττει βαθύτατα και την ελληνική κοινωνία, τους μισθοσυντήρητους και το λαό, αναδιατάσσεται και μεταβάλλεται ποσοτικά το γενικό πλαίσιο της οικονομικής δομής, πάνω στην οποία υψώνεται το πολιτικό και νομικό εποικοδόμημα της ελληνικής κοινωνίας, και η αντίστοιχη επαναστατική αντικαπιταλιστική ποιότητα, που δεν έχει ακόμη οργανικά σχηματιστεί στο εποικοδόμημα, ετοιμάζεται σύντομα, πρακτικά ν’ αναφανεί.

Ας γίνει λοιπόν ο ενιαίος αγώνας ενάντια στην ιδεολογία της κρατικής καταστολής αφορμή να ενταθούν οι διεργασίες για την ενότητα του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου και για την ανασύσταση του αντικαπιταλιστικού επαναστατικού πολιτικού κινήματος.

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου
Μίκα Στάθη
26/10/2009

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

ΑΚΕΠ: Οι λαοί επιλέγουν ηγέτες που αντιστοιχούν στην συνείδησή τους

Σήμερα, στις 4 Οκτωβρίου, προέκυψε κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση με την έγκριση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Σήμερα, στις 4 Οκτωβρίου, οι μισθοσυντήρητοι, οι χαμηλοσυνταξιούχοι, οι άνεργοι, οι αναξιοπαθούντες μικρομεσαίοι, οι αγρότες, οι νεολαίοι πάνω απ’ τα 18, οι κολασμένοι της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή η πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού ενέκριναν και αποφάσισαν πως το ΠΑΣΟΚ θα βρίσκεται στην κυβέρνηση και η ΝΔ στην αξιωματική αντιπολίτευση.

Σήμερα, στις 4 Οκτωβρίου, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες πιστοποίησαν με την ψήφο τους ότι αποδέχονται τις πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές θέσεις και απόψεις του Καρατζαφέρη και του ΛΑΟΣ.

Σήμερα, στις 4 Οκτωβρίου, πιστοποιήθηκε εκλογικά πως το άθροισμα των οπαδών και των ψηφοφόρων του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ένα περιορισμένο και παγιωμένο μειοψηφικό σύνολο.

Σήμερα, στις 4 Οκτωβρίου, η εργατική τάξη και οι κολασμένοι της ελληνικής κοινωνίας πιστοποίησαν με την ψήφο τους πως οι δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και εν γένει οι ριζοσπαστικές πολιτικές δυνάμεις που κατήλθαν αυτοδύναμα στις εκλογές ασκούν με τις ιδέες και την δράση τους αμελητέα επιρροή στην ελληνική κοινωνία του 2009.

Αυτό είναι το πολιτικό αποτέλεσμα που προέκυψε από τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.
Αυτό είναι το μόνο πολιτικό αποτέλεσμα που μπορούσε να προκύψει με δεδομένη την υφιστάμενη συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Σήμερα, δυστυχώς, οι μισθοσυντήρητοι και ο λαός απορρίπτουν και απωθούν το αβίαστο συμπέρασμα ότι οι πόθοι τους, οι στόχοι τους, τα όνειρά τους δεν έχουν ελπίδα δικαίωσης στο σημερινό παρηκμασμένο και σάπιο καπιταλιστικό οικονομικοκοινωνικό σύστημα.

Σήμερα, η συνείδηση του απλού ανθρώπου του μόχθου και της εργασίας είναι αλλοτριωμένη. Έχει αποδεχθεί τον συμβιβασμό, την διαφθορά και την εξαθλίωση, καθώς οι σύντροφοι του Οδυσσέα την αποκτήνωση τους από την Κίρκη.

Κάτι πολύ νοσηρό συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια στο βασίλειο της Δανιμαρκίας. Η κοινωνική, η πολιτική και η ηθική σήψη της ελληνικής κοινωνίας είναι απύθμενη.

" . . .Δεν λυπάμαι τους ποιητές που μείνανε χωρίς κοινό... Λυπάμαι το κοινό που έμεινε χωρίς ποιητές. . ." (Ελύτης)

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΑΚΕΠ
Μίκα Στάθη
4/10/2009

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

ΑΚΕΠ: Άκυρο στις εκλογές του Οκτωβρίου 2009


Το ΑΚΕΠ σπεύδει και προτείνει στις πολιτικές δυνάμεις του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου να μην μετέχουν με συνδυασμούς στις εκλογές του Οκτωβρίου 2009.
Το ΑΚΕΠ σπεύδει και προτείνει στις πολιτικές δυνάμεις του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου να μετέχουν στις εκλογές του Οκτωβρίου 2009 και να καλέσουν τα μέλη τους, τους οπαδούς τους και τον λαό να ψηφίσουν ΑΚΥΡΟ.

Το ΑΚΥΡΟ είναι πολιτική θέση ενάντια στα καθεστωτικά πολιτικά κόμματα, είναι πολιτική θέση ενάντια στον φιλελευθερισμό, στον κρατισμό, στην μικτή οικονομία, είναι πολιτική θέση που συμβάλλει στην αφύπνιση του λαού και στην ωρίμανση των υποκειμενικών συνθηκών για δημιουργία ενός ρωμαλέου ριζοσπαστικού πολιτικού κινήματος.

Σήμερα, οι υποκειμενικές συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας για την ανατροπή των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής είναι ακόμα ανώριμες. Η πλειοψηφία του πληθυσμού ηγεμονεύεται από τις αξίες, τα ιδανικά και τα πολιτισμικά πρότυπα του αστισμού. Οι μισθοσυντήρητοι, το πολυπληθέστερο και σημαντικότερο τμήμα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού είναι εγκλωβισμένο στα καθεστωτικά πολιτικά κόμματα.

Στην παρούσα εκλογική συγκυρία οι πολιτικές συνθήκες είναι δυσμενέστερες από εκείνες των ευρωεκλογών της 7ης Ιουνίου 2009. Η ενιαία προπαγάνδιση του ΑΚΥΡΟΥ από τις δυνάμεις του ριζοσπαστικού χώρου είναι η μόνη που μπορεί να παράγει πολιτικά αξιοποιήσιμο αποτέλεσμα, αφού η ενιαία κάθοδος στις εκλογές -λόγω των υφιστάμενων αντιθέσεων- είναι αδύνατη. Το ΑΚΥΡΟ λοιπόν, που προτείνει το ΑΚΕΠ, είναι μια καλή αφορμή για ενιαία πολιτική δράση του ριζοσπαστικού χώρου ενάντια στις σημερινές άθλιες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, και δεν εστιάζεται μόνο στην παρούσα εκλογική αναμέτρηση.

Η συμμετοχή των τμημάτων του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου με διαφορετικούς εκλογικούς συνδυασμούς θα εντείνει για μια ακόμη φορά τις αντιθέσεις και θα επικαλύψει τις αντικειμενικές πολιτικές προϋποθέσεις της ενότητάς του. Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, είναι αναγκαίο να αναδειχθούν τα πολιτικά ποιοτικά δεδομένα που ορίζουν και συνέχουν το ριζοσπαστικό πολιτικό χώρο, και να ατονήσουν τα στοιχεία της διαφοράς και του ανταγωνισμού.

Κατά την αντίληψή μας, εκείνο που ορίζει το ριζοσπαστικό πολιτικό χώρο είναι η ιδέα της επανάστασης, είναι η αντίληψη για την αναγκαιότητα της ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, είναι η αντίληψη της ρήξης με τις αξίες, τις ιδέες και τα ιδανικά του αστισμού.

Κατά την αντίληψή μας, οι αντιθέσεις και η πολυδιάσπαση του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου είναι εκδήλωση των ταξικών κατηγορημάτων των σχέσεων παραγωγής στις πολιτικές ιδιαιτερότητες των τμημάτων του. Έτσι, αντί να ηγεμονεύει η προσδιοριστικότητα της άρνησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που ορίζει τον ριζοσπαστικό χώρο, ηγεμονεύει η κατάφαση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής κι ο ανταγωνισμός, που αντιστοιχεί στους συντεχνιακούς ανταγωνισμούς των μισθοσυντήρητων και των συμμάχων τους. Έτσι, χωρίς την κυριαρχική ηγεμονική ενότητα πάνω στον συνεκτικό ορισμό του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου, που υπερβαίνει τις διαφορετικές προσεγγίσεις, που τις περιλαμβάνει και τις αντιμετωπίζει σαν ολότητα, οι προσπάθειες, οι διαδικασίες και οι πρωτοβουλίες για την σύσταση ενός ρωμαλέου ριζοσπαστικού πολιτικού κινήματος θ’ αποτυγχάνουν και θ’ απογοητεύουν.

Το ΑΚΕΠ καλεί τα μέλη του, τους οπαδούς του και το λαό να μετέχουν στις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου και να ψηφίσουν ΑΚΥΡΟ.

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου
Μίκα Στάθη
3/09/2009

Όπως είναι γνωστό, ο όρος «Αριστερά» προέκυψε στην γαλλική επανάσταση. Στην εθνοσυνέλευση, στο αριστερό τμήμα της αίθουσας βρίσκονταν πάντα οι πιο ριζοσπάστες αντιπρόσωποι και ονομάστηκαν «αριστεροί» ή «αριστερά». Έκτοτε επικράτησε ο όρος «Αριστερά» να εκφράζει και να εννοιολογεί το ριζοσπαστικότερο τμήμα του πολιτικού εποικοδομήματος.

Ο όρος «Αριστερά» υποδηλώνει μια έννοια πολιτική που δεν είναι στατική, σε ακινησία, αλλά αντικατοπτρίζει την διαλεκτική κίνηση της καπιταλιστικής κοινωνικής πραγματικότητας, όπως αυτή ανακλάται και προσδιορίζει το ριζοσπαστικό τμήμα του πολιτικού εποικοδομήματος.

Η καπιταλιστική κοινωνική πραγματικότητα σαν άθροισμα και ενότητα των ταξικών αντιθέσεων εμφανίζεται καθαρά στον ανταγωνισμό, όχι μόνο των τάξεων, αλλά και των ατόμων, εμφανίζεται στις μορφές κοινωνικής συνείδησης που αντιστοιχούν στους ανταγωνιστικούς υλικούς όρους ύπαρξης, όχι μόνο των τάξεων, αλλά και των ατόμων, εμφανίζεται στο πολιτικό εποικοδόμημα της καπιταλιστικής κοινωνίας στο χώρο της δεξιάς, στο χώρο του κέντρου, στο χώρο της αριστεράς, σαν άθροισμα και ενότητα των ταξικών αντιθέσεων μέσα στο Κράτος.

Η ουσία της εξέλιξης και της ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δε μπορεί να είναι άλλη από τον «γενικό και απόλυτο νόμο της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης». Η ουσία αυτή είναι ο κοινός τόπος που ενυπάρχει στα πολλαπλά αντιφατικά φαινόμενα της καπιταλιστικής πραγματικότητας, που τα προσδιορίζει και τα συνέχει μέσα στην πολλαπλότητα και την αντιφατικότητά τους.

Έτσι, το πέρασμα από την συντεχνία στην μανιφακτούρα, από την ατομικο-επιχειρηματική εμπορευματική παραγωγή στην βιομηχανία, στο μονοπώλιο, στον κρατικό καπιταλισμό και στον ιμπεριαλισμό, δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά διαλεκτικές στιγμές ανάπτυξης της ουσίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Η διαλεκτική αναίρεση της ατομικής ιδιοκτησίας του απλού εμπορευματοπαραγωγού, που συντελέστηκε μέσα από την νομοτελειακή δράση του γενικού και απόλυτου νόμου της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, και η κατά βάθος ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, κοινωνικοποίησαν την εργασία, χωρίς ωστόσο να αναιρέσουν και την ατομική ιδιοποίηση του οικονομικού αποτελέσματος της κοινωνικής παραγωγής. Δηλαδή, ενώ μέσα από τα αντικειμενικά προτσές συσσώρευσης και συγκεντροποίησης του κεφάλαιου διαμορφώθηκε αντικειμενικά η «πρώτη άρνηση» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που δεν είναι άλλη από τις αντικειμενικές προϋποθέσεις για το πέρασμα στην αταξική κοινωνία, δεν έχουν διαμορφωθεί οι προϋποθέσεις «άρνησης της άρνησης», που δεν είναι άλλες από τις υποκειμενικές προϋποθέσεις, που βρίσκονται ακόμη –δυστυχώς- σε ανωριμότητα.

Η Αριστερά, σαν έννοια που προέκυψε στις ιστορικές συνθήκες των αστικών επαναστάσεων, είναι λάθος, ακόμη και σαν προϊόν αφαίρεσης, να προσδιορίζει στις σημερινές ιστορικές συνθήκες τον πολιτικό χώρο των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων. Οι επιθετικοί προσδιορισμοί «κομμουνιστική Αριστερά», «επαναστατική Αριστερά» κλπ. είναι επίσης ανεπαρκείς για να εκφράσουν σήμερα τις ιδέες της επανάστασης και της ανατροπής.

Σε προηγούμενες δεκαετίες, όταν τα αστικοδημοκρατικά προβλήματα ήταν στην ημερήσια διάταξη, οι προσδιορισμοί «κομμουνιστική Αριστερά», «επαναστατική Αριστερά» κλπ. χρησίμευαν κι εξυπηρετούσαν την διάκριση μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων του αστισμού (που βρίσκονταν σε αντίθεση με την συντηρητική αστική πολιτική έκφραση) και των πολιτικών δυνάμεων που στόχευαν, πέρα από τις μεταρρυθμίσεις και τους αστικούς εκσυγχρονισμούς, στην δημιουργία των όρων και των προϋποθέσεων της αταξικής κοινωνίας.

Δηλαδή, σε προηγούμενες δεκαετίες, οι αντικαπιταλιστικές δυνάμεις συνεργούσαν -άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε αυθόρμητα- στην διαμόρφωση της «πρώτης άρνησης» του καπιταλιστικού οικονομικοκοινωνικού συστήματος και προετοίμαζαν τις συνθήκες «άρνησης της άρνησής» του, και γι’ αυτό οι έννοιες «κομμουνιστική Αριστερά», «επαναστατική Αριστερά» κλπ. ανακλούσαν και διερμήνευαν τις τότε ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες.

Σήμερα, που η «πρώτη άρνηση» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι πραγματικότητα, οι έννοιες «κομμουνιστική Αριστερά», «επαναστατική Αριστερά» κλπ. εκφράζουν την «πρώτη άρνηση» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής κι όχι την «άρνηση της άρνησής» του, εκφράζουν πολιτικά την αναγκαιότητα της αναίρεσης της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και τον κρατισμό, κι όχι την αναίρεση της ατομικής ιδιοποίησης του αποτελέσματος της κοινωνικοποιημένης εργασίας και της εκμετάλλευσης.

Σήμερα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων (ευτυχώς που υπάρχουν κι αυτές, και δεν εννοώ βέβαια μόνο το ΑΚΕΠ), η ονομαζόμενη «κομμουνιστική, επαναστατική κλπ. Αριστερά» περισσότερο βλάπτει –έστω και αθέλητα- παρά ωφελεί, αφού δημιουργεί σύγχυση στην εργατική τάξη για τους σκοπούς και τους στόχους της επανάστασης.

Το ΑΚΥΡΟ λοιπόν που πρότεινε το ΑΚΕΠ σαν κοινή εκλογική τακτική των δυνάμεων του ριζοσπαστικού χώρου, στόχευε να συμβάλει στο μέτρο του δυνατού στην δημιουργία των υποκειμενικών προϋποθέσεων «άρνησης της άρνησης» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, κι όχι να εναντιωθεί στις περιορισμένες δυστυχώς σήμερα υγιείς ταξικά δυνάμεις του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου.

Η γενική τοποθέτηση «ψηφίστε Αριστερά», παρά τις καλές προθέσεις, σύγχυση δημιουργεί και δεν θα ωφελούσε σε τίποτα.

Το ΑΚΕΠ, με την στάση του κι ανάλογα με τις δυνάμεις του, θα προσπαθήσει να ενισχύσει όπως έκανε πάντα τις κατά την γνώμη του υγιείς ταξικά δυνάμεις, χωρίς κραυγαλέες αναφορές και χωρίς τυμπανοκρουσίες.

Σήμερα, που η πρόταση του ΑΚΕΠ για «μη κάθοδο» δεν εκτιμήθηκε και δεν αξιοποιήθηκε, το «ψηφίστε ΑΚΥΡΟ» απευθύνεται σε εκείνους που θα πάνε στις κάλπες για να ψηφίσουν το μικρότερο κακό, απευθύνεται σε εκείνους που, αν ψηφίσουν ΑΚΥΡΟ αντί να ψηφίσουν ένα από τα καθεστωτικά κόμματα, θα έχουν κάνει ένα μεγάλο βήμα απαγκίστρωσης από τα κόμματα του αστισμού.

ΥΓ: επειδή το θέμα δεν εξαντλείται στον περιορισμένο χώρο ενός σχολίου, σύντομα θα επανέλθω.

Μανώλης Γρηγοριάδης

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009

ΑΚΕΠ: Τρομοκρατία και διανόηση

Είναι περισσότερο από βέβαιο, το Κράτος, η νομοθετική εξουσία νομοθετεί αντιδραστικούς και αντιλαϊκούς νόμους επειδή υπηρετεί τα πολιτικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης, και όχι επειδή εξαναγκάζεται από πολιτικές οργανώσεις που έχουν επιλέξει την ατομική τρομοκρατία σαν προνομιακό μέσο πάλης ενάντια στην καπιταλιστική θηριωδία.

Στις σημερινές συνθήκες η άρχουσα τάξη δεν απειλείται από την στρατιωτική δράση μεμονωμένων ατόμων αποκομμένων από την λαϊκή βάση, αφού έχει όχι μόνον στρατιωτική υπεροπλία έναντι των πολιτικών οργανώσεων που ασκούν ατομική τρομοκρατία, αλλά κι επειδή οι ιδέες και οι φιλοσοφικές αντιλήψεις των οργανώσεων αυτών είναι φιλικές προς τις αντιλήψεις της αστικής φιλοσοφίας και εχθρικές προς την επιστημονική κοσμοθεωρία του επαναστατικού μαρξισμού. Σήμερα, στις συνθήκες της ανωριμότητας του υποκειμενικού παράγοντα της ελληνικής κοινωνίας, ο επαναστατικός μαρξισμός, δηλαδή ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός, είναι το μόνο αντίπαλο δέος, ο μόνος πραγματικός εχθρός της άρχουσας τάξης, αφού αν η θεωρία αυτή κατακτήσει κι αφυπνίσει την εργατική τάξη και το λαό θα γίνει η υλική δύναμη που είναι ικανή ν’ ανατρέψει το σημερινό βάρβαρο, γερασμένο και παρηκμασμένο καπιταλιστικό σύστημα.

Είναι σαφές, άλλο πράγμα είναι η αιτία κι άλλο πράγμα είναι η αφορμή, άλλο πράγμα είναι η αιτία κι άλλο το πρόσχημα, το άλλοθι. Οι οργανώσεις, λοιπόν, που ασκούν ατομική τρομοκρατία, κατά την αντίληψή μας, δεν αποτελούν αιτία για αντιδραστικά νομοθετήματα, αλλά ούτε καν αφορμές, αποτελούν μόνον το πρόσχημα, το προπαγανδιστικό άλλοθι.

Το Κράτος, σήμερα, νομοθετεί, όχι για να αντιμετωπίσει οργανώσεις τύπου «Σέχτα», αλλά για να εκσυγχρονίσει θεσμικά το οπλοστάσιό του ενάντια στην βέβαιη προοπτική της ανασύστασης του εργατικού και επαναστατικού κινήματος. Μάλιστα, η ύπαρξη οργανώσεων τύπου «Σέχτα» αφυπνίζει τους παρηκμασμένους και διεφθαρμένους μηχανισμούς καταστολής, τους εκσυγχρονίζει και τους εκπαιδεύει.

Το ότι η εργατική τάξη κι ο λαός είναι υποταγμένος οικονομικά, ιδεολογικά και πολιτικά στην άρχουσα τάξη είναι κοινή πεποίθηση, όχι μόνο του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου, αλλά και των πολιτικών εκπροσώπων και των ιδεολόγων της άρχουσας τάξης, οι οποίοι μάλιστα ανάλογα με την κομματική τους τοποθέτηση επιρρίπτουν ευθύνες και προβάλουν συνταγές λαϊκής ενεργοποίησης ενάντια στην διαφθορά, τον ωχαδερφισμό και την παρακμή.

Κανείς όμως από τους αστούς ιδεολόγους, όταν αναφέρεται στην παθητικότητα του λαού, δεν προβάλει την καπιταλιστική εκμετάλλευση σαν ουσιώδη αιτία της παθητικότητας, της αποξένωσης, της αλλοτρίωσης και της εξαθλίωσης.

Κανείς από αυτούς δεν προβάλει το γεγονός πως η αστική δημοκρατία συμπιέζεται πάντοτε από τα στενά πλαίσια της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, κι έτσι μένει πάντα στην ουσία δημοκρατία για την μειοψηφία, μόνο για τις εύπορες τάξεις, μόνο για τους πλούσιους. Η ελευθερία της καπιταλιστικής κοινωνίας μένει πάντα περίπου η ίδια όπως ήταν η ελευθερία στις αρχαίες ελληνικές δημοκρατίες: ελευθερία για τους δουλοκτήτες. Οι σημερινοί μισθωτοί δούλοι, εξαιτίας των όρων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, πιέζονται τόσο πολύ από την ανέχεια και την εξαθλίωση, που «δεν ενδιαφέρονται για την δημοκρατία», «δεν ενδιαφέρονται για την πολιτική», και μέσα στις συνθήκες της συνηθισμένης ειρηνικής ροής των γεγονότων η πλειονότητα του πληθυσμού έχει παραμεριστεί από την συμμετοχή στην κοινωνική και πολιτική ζωή. Αν κοιτάξουμε πιο κοντά το μηχανισμό της καπιταλιστικής δημοκρατίας οι περιορισμοί, οι αποκλεισμοί, οι εξαιρέσεις, τα εμπόδια για τους φτωχούς φαίνονται μικροπράγματα, ιδίως στα μάτια εκείνου που δεν είδε ποτέ την στέρηση και δεν έζησε από κοντά την μαζική ζωή των καταπιεζόμενων τάξεων (και τέτοιοι είναι τα 9/10 αν όχι τα 99/100 των αστών λογίων και πολιτικών) - αλλά όλοι μαζί αυτοί οι περιορισμοί και τα εμπόδια αποκλείουν, διώχνουν την φτωχολογιά από την πολιτική, από την ενεργό συμμετοχή στη δράση.

Ο Μαρξ συνέλαβε θαυμάσια αυτή την ουσία της καπιταλιστικής δημοκρατίας, και μαζί με τους μαθητές του, πρόβαλε ένα επιστημονικό πολιτικό σχέδιο αφύπνισης της εργατικής τάξης και του λαού που οδηγεί στην ενεργοποίηση, την συμμετοχή, την χειραφέτηση και την ελευθερία.

Σήμερα, ο επαναστατικός μαρξισμός έχει σκόπιμα διαστρεβλωθεί, έχει σκόπιμα συκοφαντηθεί κι έχει σκόπιμα ταυτιστεί με τα αντιδραστικά ολοκληρωτικά καθεστώτα του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού που κατέρρευσε και απομυθοποιήθηκε.

Πολλές από τις πολιτικές οργανώσεις που ασκούν ατομική τρομοκρατία έχουν απορρίψει το διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό ως μέθοδο ανάλυσης της κοινωνικής πραγματικότητας, και είναι αλληλέγγυες προς τις μεθοδολογικές αντιλήψεις της αστικής κοινωνιολογίας και φιλοσοφίας, και δεν μπορούν να διερμηνεύσουν και ν’ αντιμετωπίσουν τις αιτίες της παθητικοποίησης της εργατικής τάξης, την οποία θεωρούν μάλιστα υπεύθυνη για την σημερινή αθλιότητα και αναφέρονται σε αυτήν με τρόπο υβριστικό, χυδαίο και αντιεπιστημονικό.

Η επανάσταση δεν είναι υπόθεση ατομική, αλλά υπερατομική. Η επανάσταση δεν ξεκινάει από τον εαυτό μας και καταλήγει στον εαυτό μας, η επανάσταση ξεκινάει από την κοινωνία και καταλήγει στην κοινωνία. Ο Μαρξ στην κριτική του στον Προυντόν αναφέρει το γνωστό «σημασία δεν έχει τι θα πράξει ο κάθε μεμονωμένος εργάτης, αλλά τι θα πράξει η εργατική τάξη στο σύνολό της…».

Βέβαια, η ατομική επιλογή απέναντι σε κοινωνικά και ιστορικά γεγονότα είναι σημαντική, μόνον όταν είναι έκφραση συνειδητής απόφασης που εντάσσει το «εγώ» στο «εμείς», το «εγώ» στο «εσύ», όταν το ειδικό εκδηλώνει την διαλεκτική σχέση ειδικού-γενικού-μερικού. Π.χ. η στάση απέναντι στον Γερμανό κατακτητή, το αν είσαι δηλαδή με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ή με τους ταγματασφαλίτες και τους γερμανο-ιταλούς, παίζει καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της ατομικής και συλλογικής συνείδησης, στην οργάνωση του ατόμου στην συλλογική δράση.

Η ατομική στάση απέναντι στην καπιταλιστική θηριωδία του σήμερα παίζει ουσιώδη ρόλο στην διαμόρφωση της ατομικής και συλλογικής αντικαπιταλιστικής συνείδησης και στην οργάνωση της ένταξης του ατόμου στη συλλογική δράση, της μόνης ικανής να ανατρέψει την καπιταλιστική εκμετάλλευση, την καπιταλιστική θηριωδία, την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο στο να «καταστρέψει» αλλά και στο «τί θα οικοδομήσει», με τί θα αντικατασταθεί το γερασμένο, το σάπιο, το παρακμιακό.

Ο αγώνας για τον αγώνα, ο αγώνας χωρίς όραμα, χωρίς ιδανικά, χωρίς σκοπό είναι αγώνας ουτοπικός, ρεφορμιστικός κι ως εκ τούτου ατελέσφορος.

Η ατομική τρομοκρατία είναι το απαύγασμα του διανοητικού και ηθικού μαρασμού της καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι το αποτέλεσμα των λαθών και της κρίσης του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης και δεν μπορεί, με κανένα τρόπο, να ταυτιστεί με την επαναστατική βία.

Στη σημερινή κοινωνία, οι προοδευτικοί διανοούμενοι απειλούνται με αφανισμό εξαιτίας της αχρηστίας τους και κινδυνεύουν να μετατραπούν σε δουλικούς υπάλληλους του αστικού κράτους. Σήμερα, τα ανώτερα πολιτισμικά στρώματα –ιδίως τα προοδευτικά- ζουν μια ζωή κλειστή και στερημένη από την ευρύτερη κοινωνική βάση και μακριά από την ζωή του λαού. Πρόκειται για χωρισμό, για μια βαθιά ρήξη ανάμεσα στην θεωρητική και πρακτική λογική, την θεωρία και την πράξη, το «πνεύμα» και την «ύλη», ρήξη που προκαλεί αδυναμία και παρακμή.

Η ιδέα του «οργανικού πολιτισμού» και των «οργανικών κοινωνικών τάξεων» του 19ου και του 20ου αιώνα, ότι δηλαδή θα συμμετέχουν όλες οι κοινωνικές τάξεις και όλοι οι άνθρωποι στην πολιτισμική δημιουργία, είχε καθαρά ρομαντικό περιεχόμενο (Σίλλερ, Βάγκνερ κλπ) κι έπαθε ανεπανόρθωτη ζημιά κάτω από τα χτυπήματα της πανίσχυρης και αναπτυσσόμενης τεχνολογίας και των θετικών επιστημών. Ο Μπρεχτ εξηγεί στα «Πολιτικά Κείμενα» τους λόγους που εξανάγκασαν την άρχουσα τάξη να εισαγάγει στο σύστημα των όρων αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης το εκπαιδευτικό σύστημα. Έτσι, σήμερα ο κόσμος φαίνεται να κινείται, όχι προς μια πολιτισμικο-κοινωνική και πολιτική ενότητα, αλλά προς μια ενότητα τεχνοκρατική-γραφειοκρατική και κεντρομόλο.

Όμως, όταν στην σύγχρονη κοινωνική αναταραχή εμφανίζεται το πρόβλημα της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής κρίσης και το πρόβλημα της επανάστασης, η στάση, η θέση και οι επιλογές της προοδευτικής διανόησης παίζει ουσιώδη ρόλο στην πολιτική αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων.

Πάντα στις ταξικές κοινωνίες, κάθε δημιουργική διανοητική παραγωγή χωρίζεται αναπόφευκτα από την λαϊκή κουλτούρα, κι έτσι δημιουργείται –πάντα- μια πνευματική αριστοκρατία. Στον σύγχρονο συστημικό τεχνοκρατικό πολιτισμό του φιλελεύθερου ατομικισμού, των golden boys και του χρηματιστηριακού ολοκληρωτισμού δημιουργείται αναγκαστικά μια απομονωμένη πνευματική αριστοκρατία που αναγνωρίζει φανερά την αχρηστία της.

Στις μέρες μας, ο αστικός πολιτισμός – ή καλύτερα η πολιτιστική δικτατορία της ολιγαρχίας- εκπροσωπεί την αρνητική εκδοχή της κουλτούρας, αφού, ως γνωστόν, αντικαθιστά τον πολιτισμό με την μαζική υποκουλτούρα των γιάπηδων, του life style, της εκφυλισμένης και χυδαίας τέχνης. Έτσι, τα δημιουργικά επιτεύγματα της προοδευτικής πνευματικής ελίτ, όπως είναι φυσικό μέσα σ’ ένα τέτοιο κοινωνικό περιβάλλον, παραποιούνται από τα κυκλώματα της πολιτιστικής και πολιτισμικής λαϊκής υποκουλτούρας. Έτσι, η προοδευτική ελίτ των διανοουμένων απομονώνεται κοινωνικά όλο και περισσότερο, εξασθενεί κοινωνικά και παρουσιάζει συμπτώματα αγωνίας, ηθικής κατάπτωσης και παρακμής.

Μια μερίδα, λοιπόν, της προοδευτικής διανόησης αγωνίζεται για να σωθεί και προσαρμόζεται στις επιταγές της άρχουσας τάξης και στα κελεύσματα της μαζικής υποκουλτούρας. Μια άλλη μερίδα επιχειρεί να διασωθεί υιοθετώντας τις κυρίαρχες φιλοσοφικές και ιδεολογικές αντιλήψεις: από την μια οι αριστεροί Σαρτρ, Μπένγιαμιν, Βαλλερστάιν, Νέγκρι κλπ, και από την άλλη οι Φουκώ, Πόππερ, Ντεριντά, Λυοτάρ, Τζέημσον κλπ.

Το γεγονός ότι οι λαϊκές μάζες δεν μπορούν ακόμη να κατανοήσουν πως τα καθεστώτα του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού -που κατέρρευσαν και απομυθοποιήθηκαν- δεν έχουν καμιά σχέση με την μαρξιστική κοσμοθεωρία, το διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό, άσκησε και ασκεί αφόρητη πίεση στην προοδευτική διανόηση και συνέβαλε και συμβάλει στην προδοτική συγκατάβασή της με την αστική φιλοσοφία. Ακόμη κι ο θαυμάσιος ποιητής μας Λειβαδίτης, όταν αποκαθήλωναν ένα άγαλμα του Λένιν, είπε την απαράδεκτη φράση «να μην πειράζουν αυτό τον άνθρωπο με το μούσι, διότι τον είχε πληρώσει με πολλά χρόνια από την ζωή του» κλπ κλπ.

Τέλος, σε ένα μικρό τμήμα της προοδευτικής διανόησης δημιουργήθηκε η ιδέα ενός ατομικισμού στην σκέψη και την δράση, που αναβιώνει τις ατομοκεντρικές αντιλήψεις των υποκειμενιστών Ναρόντνικων της Ρωσίας, των ατομοκεντρικών αντιλήψεων των Προυντόν και Στίρνερ κλπ., που, μαζί με τον Μινιέ και τους Γάλλους αστούς ιστορικούς της Παλινόρθωσης, αναγορεύουν τα πάθη σε κινητήρια δύναμη της κοινωνικής και ιστορικής εξέλιξης.

Επειδή, λοιπόν, η δικτατορία που ασκείται πάνω στην συνείδηση από το σύστημα, καταργεί την πνευματική δημιουργικότητα κι εξαναγκάζει τους διανοούμενους να προδώσουν τα ιδεώδη τους, τους οδηγεί στην δουλικότητα και αξιώνει την συμμόρφωσή τους στην κυρίαρχη κουλτούρα με την απειλή του αφανισμού, με μια λέξη η δικτατορία αυτή παραλύει τις συνειδήσεις, σε αυτήν την τυραννία για μια μερίδα διανοούμενων αλλά και άλλων κοινωνικών στρωμάτων που ο καπιταλισμός έχει ωθήσει στο περιθώριο, υπάρχει μια πέρα για πέρα λανθασμένη και ουτοπική ηρωική διαφυγή: αυτή του εξτρεμισμού και της ατομικής τρομοκρατίας.

Κατά την αντίληψη και την διατύπωση της πάντα επίκαιρης μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, οι εξτρεμιστικές εκδηλώσεις και η ατομική τρομοκρατία είναι εκδήλωση «της πιο φλογερής αγανάκτησης διανοουμένων και μη που δεν ξέρουν ή δεν έχουν την δυνατότητα να συνδέσουν σ’ ένα ενιαίο σύνολο την επαναστατική δουλειά με το εργατικό κίνημα». Όσοι έχασαν την πίστη τους, ή δεν πίστεψαν ποτέ, στην δυνατότητα της σύνδεσης της επαναστατικής δουλειάς με το εργατικό κίνημα, «είναι πραγματικά δύσκολο να βρουν άλλη διέξοδο για το αίσθημα της αγανάκτησής τους και για τον επαναστατικό τους δυναμισμό εκτός από τον εξτρεμισμό και την ατομική τρομοκρατία».

Εν κατακλείδι, η θέση της γενικής θεωρίας του ιστορικού υλισμού που αναφέρεται στην συνείδηση των ατόμων, των κοινωνικών ομάδων και των τάξεων, είναι πέρα για πέρα επιστημονική και μας δείχνει την μέθοδο με την οποία οφείλουμε να εξετάζουμε την κοινωνική πραγματικότητα: «όπως δεν μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο από την ιδέα που έχει αυτό για τον εαυτό του, το ίδιο δεν μπορούμε να κρίνουμε μια εποχή ανατροπής από την συνείδηση που έχει αυτή για τον εαυτό της. Χρειάζεται, αντίθετα, να εξηγούμε την συνείδηση αυτή με τις αντιφάσεις της υλικής ζωής, με την σύγκρουση που υπάρχει ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και στις σχέσεις παραγωγής» (Κάρλ Μάρξ, Εισαγωγή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας)

Μάκης Παπαπέτρου

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

ΑΚΕΠ: Απάντηση στην "Σέχτα Επαναστατών"

Οι αντιλήψεις για την κοινωνία, την ιστορία και το κίνημα που ενυπάρχουν στην προκήρυξη της «Σέχτας Επαναστατών», είναι αντιεπιστημονικές και διαπνέονται από ένα εκλεκτικιστικό συνονθύλευμα διαφόρων φιλοσοφικών ρευμάτων του σύγχρονου φιλοσοφικού ιδεαλισμού και εν γένει του μεταφυσικού τρόπου αντιμετώπισης των προβλημάτων της κοινωνίας και της ιστορίας. Για παράδειγμα, η θέση του Νέγκρι στο βιβλίο του «Πλήθος» όπου αντικαθιστά την εργατική τάξη από το «πλήθος των πολλαπλών εκμεταλλευομένων μοναδικοτήτων», είναι η άποψη που υποβόσκει στις θέσεις της «Σέχτας» για τις κοινωνικές τάξεις, την κοινωνία και τον μαρξισμό. Οι θέσεις αυτές του Νέγκρι, όπως κι άλλες ανάλογες της αστικής κοινωνιολογίας, είναι αρκετά διαδεδομένες σήμερα κι έχουν συμβάλει σημαντικά στον αποπροσανατολισμό και την παθητικοποίηση της νεολαίας και του λαού. Όποιον και να ρωτήσεις σήμερα θα σου πει : «η εργατική τάξη…ποια εργατική τάξη; Ακόμη εκεί βρίσκεσαι; Οι καιροί έχουν αλλάξει, δεν υπάρχει εργατική τάξη» κλπ.

Ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους -και ο δρόμος προς την κόλαση είναι πάντα σπαρμένος με καλές προθέσεις- οι συντάκτες της προκήρυξης προπαγανδίζουν ένα τρόπο δράσης αντιδραστικό, ρεφορμιστικό και ατελέσφορο, που εναντιώνεται απροκάλυπτα στις αντιλήψεις του επαναστατικού μαρξισμού και στην προοπτική ενός κινήματος ικανού να ανατρέψει το σημερινό γερασμένο και παρηκμασμένο καπιταλιστικό σύστημα.

Σήμερα μάλιστα, που η κρίση του παγκόσμιου οικονομικοκοινωνικού συστήματος και του φιλελεύθερου μοντέλου ανάπτυξης της καπιταλιστικής κοινωνίας, ήρθε να προστεθεί στην αποτυχία των αντιλήψεων του κρατισμού στις χώρες του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού και στην αποτυχία των δογμάτων της μικτής οικονομίας και της σοσιαλδημοκρατίας, και επικαιροποίησε τις αντιλήψεις του μαρξισμού για την κοινωνία και την ιστορία, η ατομική τρομοκρατία γενικά και η «Σέχτα» ειδικά έρχεται να εξυπηρετήσει ιδεολογικά-πολιτικά μόνον τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Η ατομική τρομοκρατία γενικά και η «Σέχτα» ειδικά, μεταφέρει το πεδίο της δράσης και της αντιπαράθεσης στο ρεφορμιστικό πεδίο της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής, όχι μόνον επειδή έχει χάσει την εμπιστοσύνη της στην δυνατότητα αφύπνισης των λαϊκών στρωμάτων και της εργατικής τάξης, όχι μόνον επειδή υποκλίνεται όπως ο οικονομισμός μπροστά στο αυθόρμητο, αλλά και επειδή είναι φορέας των ιδεών του φιλοσοφικού ιδεαλισμού.

Η «Σέχτα Επαναστατών» αντιμετωπίζει φιλοσοφικά την «συνείδηση» σαν αυτόνομη κατηγορία αποξενωμένη από το κοινωνικό Είναι και την υλική δομή. Με αυτόν τον τρόπο, εμφανίζεται το εποικοδόμημα και το Κράτος σαν μοναδικός υπεύθυνος της εκμετάλλευσης και των προβλημάτων της κοινωνίας, κι εξαφανίζεται η υλική δομή και οι νομοτέλειες που διέπουν την καπιταλιστική παραγωγή και την εκμετάλλευση. Το Κράτος, εδώ, δεν είναι το ιστορικό αποτέλεσμα του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και του χωρισμού της κοινωνίας σε τάξεις, αλλά μια υπερβατική δύναμη που θεσμικά εκπροσωπεί το βιβλικά «διαβολικό», το ανήθικο και την άρχουσα τάξη, ένα Κράτος που εκπροσωπεί την «μυθική βία» -όπως την ορίζει ο Walter Benjamin, και στο οποίο αντιπαρατίθεται η ατομική τρομοκρατία και ο -κατά Benjamin-«άγγελος της ιστορίας» και η «θεϊκή βία». Επίσης, η «Σέχτα» αναγορεύει την φιλοσοφική κατηγορία «συνείδηση» σε ατομική ενόραση που εκδηλώνει την αγωνία, τον πόνο και την απόγνωση του ατομικού υποκείμενου, πράγμα που παραπέμπει και θυμίζει την φιλοσοφική κατηγορία της «ύπαρξης» στον Κίρκεγκωρ και τον Σαρτρ. Για τους υπαρξιστές, η ελευθερία δεν εννοιολογείται ως κοινωνική σχέση, αλλά ως φυσική ατομική επιλογή. Ας θυμηθούμε τα λόγια του Σαρτρ: «είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι» - «η κόλασή μας είναι οι άλλοι».

Πέραν τούτου, οι φιλοσοφικές αντιλήψεις του Benjamin, ένα κράμα εβραϊκού μυστικισμού και γερμανικού ιδεαλισμού, που ανέγνωσε τον ιστορικό υλισμό, ιδίως στο δοκίμιό του «Η κριτική της βίας» επηρεασμένος από τον Σορέλ και την ήττα του γερμανικού κινήματος, μαζί με τις αντιλήψεις του Ιταλού Τόνυ Νέγκρι για την παγκοσμιοποίηση, την «Αυτοκρατορία», «το πλήθος» και τις αυτόνομες απελευθερωμένες περιοχές μέσα στο ίδιο το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα πραγμάτων, αποτελούν το βασικό, ρεφορμιστικό οπλοστάσιο των συγγραφέων της προκήρυξης της «Σέχτας Επαναστατών». Στις φιλοσοφικές και πολιτικές αντιλήψεις του Benjamin για τον «άμεσο επαναστατικό σκοπό» και το «επαναστατικό μέσον», για τις οποίες δέχτηκε κριτική ακόμη και από τον ιδεολογικό του σύμμαχο Αντόρνο - βασικό εκπρόσωπο της «Κριτικής Φιλοσοφίας», αναβαπτίζονται οι αντιλήψεις του αναρχοσυνδικαλισμού για την επανάσταση και το επαναστατικό υποκείμενο.

Οι ιδεολογικές αντιλήψεις της «Σέχτας» είναι οπωσδήποτε πιο αντιεπιστημονικές, πιο καθυστερημένες και πιο μικροαστικές, ακόμη κι από τις ιδέες του 19ου αιώνα για την κοινωνία, την ιστορία και το κίνημα. Τις ιδέες αυτές, με διάφορες παραλλαγές, εκδοχές κι επικαλύψεις, εκπροσωπούσαν ο Μπλανκί, ο Στίρνερ, ο Προυντόν, ο Μπακούνιν, ο Κροπότκιν, ο Νετσάγιεφ κλπ. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λένιν άσκησαν συντριπτική κριτική στις αντιλήψεις αυτές και θεμελίωσαν τις επιστημονικές ιδέες του επαναστατικού μαρξισμού.

Σήμερα, η ιδεολογική βάση της τρομοκρατίας και των αντιεξουσιαστικών ρευμάτων σκέψης εκφράζει τα κοινωνικά στρώματα που γεννάει ο καπιταλισμός που σαπίζει, κι όχι τις κοινωνικές τάξεις και τα στρώματα που έχει γεννήσει η ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Σήμερα, η ατομική τρομοκρατία και η πλειοψηφία της λεγόμενης προοδευτικής διανόησης, έχουν ασπαστεί τα κυρίαρχα ρεύματα της αστικής φιλοσοφίας, έχουν ευνουχιστεί ιδεολογικά κι έχουν καταστεί ακίνδυνοι για το καπιταλιστικό κοινωνικό σύστημα.

Σήμερα, ακόμη και στον χώρο της μαρξιστικής σκέψης χρησιμοποιούνται μεθοδολογικά σχήματα ανάλυσης της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης, που περισσότερο προσιδιάζουν, παρά την χρήση μαρξιστικής ορολογίας, στις φιλοσοφικές αντιλήψεις του μεταφυσικού ρεαλισμού, του Κύκλου της Βιέννης, του κριτικού ορθολογισμού, του υπαρξισμού, της Σχολής της Φρανκφούρτης κλπ. Έτσι, πίσω από την επαναστατική φρασεολογία εμφανίζεται σε νέα σύγχρονη μορφή ο ρεφορμισμός και ο οπορτουνισμός, που εύκολα θα μπορούσε να ονομαστεί νεο-μπερνσταϊνισμός.

«Ο αγώνας για τον αγώνα», που θυμίζει όχι μόνο τον Μπερνστάϊν αλλά και τις αντιλήψεις του Θεόφιλου Γκοτιέ «η Τέχνη για την Τέχνη», και τα τριαδικά σχήματα «καπιταλιστές-ιμπεριαλιστές, ρεφορμιστές-οπορτουνιστές και ριζοσπάστες-επαναστάτες», αποτελούν δυστυχώς το αλατοπίπερο και το μονότονο ρεφραίν της σημερινής επαναστατικότητας.

Στην σημερινή κοινωνία, στην σημερινή Ελλάδα ορθώνονται ως άλλες στήλες του Ηρακλέους οι δύο διακριτές και κυρίαρχες όψεις της πραγματικότητας, που περιγράφουν ανάγλυφα τις συνθήκες της ιδεολογικοπολιτικής ηγεμονίας της άρχουσας τάξης:

- στην μια όψη ορθώνεται ο υποταγμένος οικονομικά, ιδεολογικά, πολιτικά και πολιτιστικά, αλλοτριωμένος και ταπεινωμένος μισθοσυντήρητος και οικονομικά ασθενέστερος πληθυσμός,

- στην άλλη όψη ορθώνεται η πολυχρονεμένη κι αυταπόδεικτη αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων που ομνύουν στο όνομα της εργατικής τάξης και του λαού, ν’ αφυπνίσουν, να συνειδητοποιήσουν και να καθοδηγήσουν τον ταπεινωμένο, φοβισμένο και συμβιβασμένο λαό στον δρόμο της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της επανάστασης.

Μετά την Μεταπολίτευση και μέχρι σήμερα, οι πολιτικές δυνάμεις που ομνύουν στο όνομα της εργατικής τάξης -κοινοβουλευτικές και εξωκοινοβουλευτικές- επιχειρούν ν’ αφυπνίσουν και να συνειδητοποιήσουν την εργατική τάξη και το λαό με οικονομικούς διεκδικητικούς αγώνες και με αγώνες για αστικοδημοκρατικά δικαιώματα, χωρίς να κατορθώνουν ν’ αλλάζουν τους πολιτικούς συσχετισμούς υπέρ των δυνάμεων της εργασίας.

Στον αντίποδα της αποτυχίας και της αδυναμίας του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης να παράγει ποιοτικά αποτελέσματα και προοπτική ανατροπής της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης, αναπτύχθηκαν μια σειρά κινήματα αναρχικά και αντιεξουσιαστικά, καθώς και πολύμορφες και ποικίλες οργανώσεις που άσκησαν και ασκούν ατομική τρομοκρατία στο όνομα του αντικαπιταλιστικού αγώνα. Κατά την αντίληψη και την διατύπωση της πάντα επίκαιρης μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, οι εξτρεμιστικές εκδηλώσεις και η ατομική τρομοκρατία είναι εκδήλωση «της πιο φλογερής αγανάκτησης διανοουμένων και μη που δεν ξέρουν ή δεν έχουν την δυνατότητα να συνδέσουν σ’ ένα ενιαίο σύνολο την επαναστατική δουλειά με το εργατικό κίνημα». Όσοι έχασαν την πίστη τους, ή δεν πίστεψαν ποτέ, στην δυνατότητα της σύνδεσης της επαναστατικής δουλειάς με το εργατικό κίνημα, «είναι πραγματικά δύσκολο να βρουν άλλη διέξοδο για το αίσθημα της αγανάκτησής τους και για τον επαναστατικό τους δυναμισμό εκτός από τον εξτρεμισμό και την ατομική τρομοκρατία».

Κατά την μαρξιστική κοσμοθεωρία, ανάμεσα στην πολιτική που επιχειρεί ν’ αφυπνίσει και να συνειδητοποιήσει την εργατική τάξη και το λαό με οικονομικούς διεκδικητικούς αγώνες, και στην πολιτική της ατομικής τρομοκρατίας, δεν υπάρχει τυχαία, αλλά αναγκαία εσωτερική σχέση, μια κοινή ρίζα, που είναι ο χειροτεχνισμός και η υπόκλιση μπροστά στο αυθόρμητο. «Εδώ υπάρχει η επίδραση των γενικών αιτιών που γεννούν τον οπορτουνισμό γενικά, ο οποίος θυσιάζει τα βασικά συμφέροντα του εργατικού κινήματος για στιγμιαία κέρδη».

Η ατομική τρομοκρατία, ακόμα κι όταν καταφέρεται ενάντια σε στόχους με έντονο συμβολισμό, όπως τράπεζες, μεγαλοεπιχειρηματίες, πολιτικά πρόσωπα κλπ., όχι μόνον θυσιάζει τα ουσιώδη συμφέροντα του κινήματος σε στιγμιαίες εντυπώσεις, όχι μόνον δεν συμβάλλει στην συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης και του λαού, αφού αντικαθιστά την πολιτική ζύμωση με τρομοκρατικές πράξεις διεγερτικού συμβολισμού που τραβάνε προς τα πίσω πολιτικά και οργανωτικά το κίνημα, όχι μόνον δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του λαού, αλλά αντίθετα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, που βρίσκει άλλοθι να περνάει μια σειρά αντιδραστικά νομοσχέδια, να συκοφαντεί με τρόπο απροκάλυπτο το αντικαπιταλιστικό κίνημα και, για να θυμηθούμε την έκφραση του Λένιν, «να σκαλίζει αδιάφορα τη μύτη της» μαζί με τον παθητικοποιημένο λαό που παρακολουθεί χωρίς να συμμετέχει την μονομαχία και την βεντέτα της Αστυνομίας με μια χούφτα τρομοκράτες.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την δολοφονία του Άλντο Μόρο κλπ. Ας πάρουμε για παράδειγμα τις δολοφονίες Γουέλς, Μπάμπαλη, Μάλλιου κλπ. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη δράση της RAF, της Action directe κλπ. Όλες αυτές οι οργανώσεις που άσκησαν ατομική τρομοκρατία και κατάφεραν να προσβάλλουν στόχους με έντονο συμβολισμό, όχι μόνον απέτυχαν οικτρά να ενεργοποιήσουν τις λαϊκές μάζες, αλλά αντίθετα συνέβαλαν αποφασιστικά στον αποπροσανατολισμό της ταξικής πάλης.

Τις τελευταίες δεκαετίες, στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα, από την μία η δράση των οργανώσεων που άσκησαν ατομική τρομοκρατία, και από την άλλη η ρεφορμιστική πολιτική των κομμάτων της αριστεράς που έκανε τον οικονομισμό κυρίαρχη πολιτική, είναι οι δυο άξονες που ευθύνονται για την πολιτική καθυστέρηση και την κρίση του εργατικού και επαναστατικού κινήματος.

Να γιατί υποστηρίζουμε πως, η αντίφαση της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, με τα πολιτικά γεγονότα που λέγεται και υποστηρίζεται ότι την εκφράζουν, αποτελεί το βασικό κατηγόρημα, δηλαδή την βασική ιδιότητα, της κρίσης του πολιτικού κινήματος των μισθοσυντήρητων και των συμμάχων τους στην Ελλάδα και τον κόσμο.

Ακόμη και στην πρώην Σοβιετική Ένωση, με το πρόσχημα του γιακωβινισμού, η τρομοκρατική φυσική εξόντωση των ηγετών της Οκτωβριανής επανάστασης που σαν μέθοδος δεν απέχει απ’ αυτήν της ατομικής τρομοκρατίας, μαζί με την ρεβιζιονιστική πολιτική στα ζητήματα της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας που δεν απέχει από την πολιτική του δυτικοευρωπαϊκού οικονομισμού και ρεφορμισμού, συνέβαλαν αποφασιστικά στην ήττα της Οκτωβριανής επανάστασης...

Η επαναστατική βία βρίσκεται σε απόλυτη αντιδιαστολή με την βία που ασκεί ο καπιταλισμός στις υπό εκμετάλλευση τάξεις, καθώς και με την βία που ασκεί η ατομική τρομοκρατία σε επιλεγμένους συμβολικούς στόχους.

Η βία που ασκεί ο καπιταλισμός δεν είναι μόνο η ένοπλη βία αλλά και η οικονομική, η κοινωνική, η πολιτική και η θεσμική βία, και είναι μια βία που ασκείται αυθόρμητα από την δράση των νόμων κίνησης της καπιταλιστικής παραγωγής και ανταλλαγής, και συνειδητά από την νομοθετική, την δικαστική και την εκτελεστική εξουσία του καπιταλιστικού κράτους.

Η βία που ασκεί η ατομική τρομοκρατία είναι η ένοπλη βία που ασκούν μεμονωμένοι τρομοκράτες, αποκομμένοι από την λαϊκή βάση.

Αντίθετα, η επαναστατική βία «…παίζει έναν επαναστατικό προοδευτικό ρόλο, δηλαδή, σύμφωνα με τα λόγια του Μαρξ, είναι η μαμή, που από κάθε παλιά κοινωνία ξεγεννά μια καινούρια κοινωνία, είναι το όργανο με το οποίο επιβάλλεται η κοινωνική εξέλιξη και σπάζει τις αποστεωμένες, τις νεκρές πολιτικές μορφές» (Ένγκελς). Η επαναστατική βία εκδηλώνει το ιστορικό προτσές της μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα, εκδηλώνει το διαλεκτικό ιστορικό άλμα.

Η ανατροπή του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού ούτε μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της δράσης μιας μονοσήμαντης φαταλιστικής νομοτέλειας (νοησιαρχία), ούτε το αποτέλεσμα της μηχανικής συνένωσης των ατομικών θελήσεων ενός κοινωνικού συνόλου –έστω ταξικού, ούτε ακόμη της θέλησης –έστω χαρισματικών - πολιτικών ομάδων ή προσώπων (βουλησιαρχία). Η ανατροπή του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά η απόρροια μιας καθολικής αλληλεξάρτησης των αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών του κοινωνικού γίγνεσθαι, που εκδηλώνει και ολοκληρώνει στο πεδίο της υποκειμενικότητας, στο πολιτικό εποικοδόμημα, την νομοτελειακή αντίφαση-σύγκρουση των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας προς τις σχέσεις παραγωγής και προς την νομική τους έκφραση, τις σχέσεις ιδιοκτησίας κλπ.

Η σχεδιοποιημένη δράση του υποκειμένου-της συνείδησης που «ανακλά και διαμορφώνει το αντικείμενο» (Λένιν), καθώς και η σχεδιοποιημένη δράση που αλλάζει τις κοινωνικές συνθήκες και μαζί με αυτές τον ίδιο τον άνθρωπο (Μαρξ), υποδηλώνει την αναγκαιότητα της ύπαρξης συλλογικού οργανωτή-καθοδηγητή και υπογραμμίζει τα καθήκοντα των ιστορικών προσώπων και τον ρόλο των πρωτοπόρων ηγετών του κινήματος.

Όλοι οι μαρξιστές γνωρίζουν την διατύπωση του Μαρξ στον Πρόλογο της «Κριτικής της Φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ»: «η φιλοσοφία βρίσκει στο προλεταριάτο τα υλικά της όπλα, όπως το προλεταριάτο βρίσκει στην φιλοσοφία τα πνευματικά του όπλα… Η φιλοσοφία δεν μπορεί να πραγματωθεί χωρίς να εξαλείψει το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν μπορεί να εξαλειφθεί χωρίς να πραγματώσει την φιλοσοφία». Όλοι οι μαρξιστές γνωρίζουν την τόσο παρεξηγημένη και σκοπίμως διαστρεβλωμένη διατύπωση του Μαρξ «αναμφίβολα, το όπλο της κριτικής δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κριτική των όπλων, η υλική δύναμη δεν μπορεί να νικηθεί παρά μόνο από την υλική δύναμη, αλλά και η θεωρία γίνεται κι αυτή δύναμη αφότου κατακτήσει τις μάζες». Και ο Μαρξ συνεχίζει: «η θεωρία είναι ικανή να κατακτήσει τις μάζες όταν αποδεικνύει ad hominem και προβαίνει σε ad hominem αποδείξεις, αφότου γίνει ριζοσπαστική. Ριζοσπαστική σημαίνει να πιάνει τα πράγματα από τη ρίζα. Η ρίζα όμως για τον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος».

Την κατανόηση της χρήσης, στην ριζοσπαστική μαρξιστική θεωρία, του «ad hominem» επιχειρήματος (γνωστού και ως argumentum ad hominem, που κατά λέξη σημαίνει «επιχείρημα που απευθύνεται στον άνθρωπο», και στο είδος της ρητορικής τακτικής που απευθύνεται κυρίως στο συναίσθημα παρά στη λογική, κι εξετάζει τον χαρακτήρα του αντιπάλου παρά το προς συζήτηση θέμα κλπ κλπ) μπορεί να την αντλήσει ο καθένας μας στο «Τι να κάνουμε;», όπου ο Λένιν αναπτύσσει με τρόπο διεξοδικό κι επιστημονικό την διαλεκτική πολιτική μέθοδο, με την οποία η θεωρία θα κατακτήσει τις μάζες, με την οποία η θεωρία θα γίνει υλική δύναμη, με την οποία η εργατική τάξη θα αποκτήσει συνείδηση και θα καταστεί από τάξη καθεαυτό σε τάξη δι’ εαυτόν. Ο Λένιν ως γνωστόν, την διαλεκτική μέθοδό του για την συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης και την οργάνωση του επαναστατικού κόμματος, την αντιπαραθέτει στις αντιδιαλεκτικές και ρεφορμιστικές εκδοχές της ατομικής τρομοκρατίας και του οικονομισμού, τις οποίες μάλιστα θεωρεί επικίνδυνες και εχθρικές για το κίνημα, τα συμφέροντα και την ιστορική προοπτική της εργατικής τάξης.

Η ατομική τρομοκρατία είναι το απαύγασμα του διανοητικού και ηθικού μαρασμού της καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι το αποτέλεσμα των λαθών και της κρίσης του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης και δεν μπορεί, με κανένα τρόπο, να ταυτιστεί με την επαναστατική βία.

Η ατομική τρομοκρατία, πέραν του ότι δίνει άλλοθι και διευκολύνει τις αντιλαϊκές μεθοδεύσεις της κρατικής εξουσίας, υιοθετεί και διαδίδει τις φιλοσοφικές ιδεαλιστικές αντιλήψεις της άρχουσας τάξης για την κοινωνία και την ιστορία, το κοινωνικό Είναι και την Συνείδηση, και αναγορεύει την συνείδηση του ατομικού υποκείμενου σε υπερβατολογική κατηγορία - ρυθμιστή της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Η αντιπαράθεση του επαναστατικού μαρξισμού ενάντια στις φιλοσοφικές ιδέες της ατομικής τρομοκρατίας, είναι ταξική πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στην αστική τάξη στον χώρο της θεωρίας, είναι αγώνας της θεωρίας να γίνει υλική δύναμη κατακτώντας τις μάζες.

Η εργατική τάξη…αντί το συντηρητικό σύνθημα: «ένα δίκαιο μεροκάματο για μια δίκαιη εργάσιμη μέρα», θα πρέπει να γράψει στη σημαία της το επαναστατικό σύνθημα: «Κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας».
(Κάρλ Μάρξ, «Μισθός, τιμή και κέρδος», Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή 1998, σελ.78)

Μάκης Παπαπέτρου

Σάββατο 20 Ιουνίου 2009

ΑΚΕΠ: Ο μεγάλος τρομοκράτης

«Ο δρόμος προς την κόλαση είναι σπαρμένος με τις καλύτερες προθέσεις»

Η οικονομική βία, ο βανδαλισμός και το πλιάτσικο που ασκείται, μόνιμα και παρατεταμένα, ενάντια στους μισθοσυντήρητους και το λαό, από την οικονομική ολιγαρχία, τις τράπεζες, τα καρτέλ, τα ιδιωτικά και τα κρατικά μονοπώλια, με την συνηγορία` μάλιστα της νομοθετικής, της δικαστικής και της εκτελεστικής εξουσίας, είναι η πραγματική, η καθολική, η απόλυτη τρομοκρατία που χαρακτηρίζει την σημερινή κοινωνία, την σημερινή Ελλάδα.

Η φτώχεια, η ανεργία, η υποαπασχόληση, η διαφθορά και η εξαθλίωση είναι τα αποτελέσματα της καθολικής τρομοκρατίας που ασκείται από την ιθύνουσα τάξη, τα κόμματα που την υπηρετούν και –οπωσδήποτε- από τον «συλλογικό καπιταλιστή», το αστικό κράτος, τον θεματοφύλακα των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής.

Σύμφωνα με τον λεξικογραφικό γενικό ορισμό, «τρομοκρατία» είναι η επιβολή της θέλησης και η επικράτηση σε άτομα, σε κοινωνικές ομάδες και σε λαούς, με την πρόκληση φόβου.

Κατά την αντίληψη και την διατύπωση της πάντα επίκαιρης μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, στον καπιταλισμό «η κοινωνική εξάρτηση των εργαζόμενων μαζών από το κεφάλαιο, η καταφανής απόλυτη αδυναμία τους μπροστά στις τυφλές δυνάμεις του καπιταλισμού, που προξενεί κάθε μέρα και κάθε ώρα χίλιες φορές φρικτότερα βάσανα, αγριότερα μαρτύρια στους απλούς ανθρώπους της δουλειάς απ’ ότι οποιαδήποτε έκτακτα γεγονότα, όπως πόλεμοι, σεισμοί κτλ.», να η βαθύτερη σύγχρονη ρίζα της πραγματικής, της καθολικής τρομοκρατίας. Ο φόβος «μπροστά στην τυφλή δύναμη του κεφαλαίου, που είναι τυφλή γιατί δεν μπορεί να προβλεφθεί από τις μάζες του λαού, που στο κάθε βήμα της ζωής του μισθοσυντήρητου και του μικρομεσαίου η δύναμη αυτή απειλεί να του φέρει και του φέρνει την "ξαφνική", την "αναπάντεχη", την "τυχαία" καταστροφή, τον όλεθρο», να ο ορισμός της πραγματικής, της καθολικής, της σύγχρονης τρομοκρατίας που παραλύει, εξουθενώνει και υποτάσσει τον εργαζόμενο λαό στην κυρίαρχη τάξη και στις εκμεταλλευτικές δομές του κοινωνικού συστήματος.

Κατά την άποψη και την θέση του ΑΚΕΠ, «στην σημερινή πραγματικότητα, το κοινωνικό ισοδύναμο των σχέσεων παραγωγής ηγεμονεύει ιδεολογικά, πολιτικά και καθορίζει απόλυτα όχι μόνον τις ειδικές αλλά και τις γενικές συμπεριφορές του ελληνικού πληθυσμού.

Αντίθετα, το κοινωνικό ισοδύναμο των παραγωγικών δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας βρίσκεται σε κατάσταση μεγάλης ανωριμότητας και αδυναμίας: ούτε εκπροσωπείται με όρους ιδεολογικοπολιτικούς στο εποικοδόμημα, ούτε εκπροσωπείται ιδεολογικά στους επιμέρους αγώνες για τα προβλήματα που ανακύπτουν, ούτε εκδηλώνεται αυθόρμητα στις ατομικές και κοινωνικές σχέσεις της καθημερινότητας, της συνήθειας και του στυλ ζωής.

Το γεγονός ότι η δομική ενότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της εργατικής τάξης προς την αστική τάξη, εκδηλώνεται και ως αντίθεση όταν οξύνονται οι δυσλειτουργίες και οι νομοτελειακές αντιφάσεις των νόμων κίνησης της καπιταλιστικής παραγωγής και ανταλλαγής, σε τίποτα δεν διαφοροποιεί την κοινωνική κατάσταση, αφού οι αντιθέσεις που ανακύπτουν είναι αντιθέσεις της ίδιας ποιότητας, που τις περισσότερες φορές επιλύονται με μεταρρυθμίσεις που εκσυγχρονίζουν την καπιταλιστική παραγωγή, την εκμετάλλευση και την εξουσία.

Σήμερα, το γεγονός ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι ψηφοφόρος ή οπαδός των καθεστωτικών πολιτικών κομμάτων, ή το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού απέχει από την πολιτική, αποτελεί την κορυφή μόνο του παγόβουνου και δεν διερμηνεύει επαρκώς την πολιτική κατάσταση, ούτε τις αιτίες των οξυμμένων προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας.

Σήμερα, η πλειοψηφία του πληθυσμού έχει αποδεχθεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο σαν κάτι το φυσιολογικό, το θεμιτό, το ηθικά νόμιμο που, όταν επιτελείται χωρίς ακρότητες, είναι η λυδία λίθος της ανάπτυξης, της ευημερίας και της προόδου.

Σήμερα, η Ελλάδα αναστενάζει όχι μόνο στα γήπεδα αλλά και στα πολιτιστικά δρώμενα της μαζικής υποκουλτούρας, που αποτελούν κυρίαρχους ιδεολογικούς μηχανισμούς ένταξης και ενσωμάτωσης στο σύστημα και στα πρότυπα του αστισμού.

Σήμερα, η λεγόμενη προοδευτική διανόηση έχει -στην πλειοψηφία της- ασπαστεί τα κυρίαρχα ρεύματα της αστικής φιλοσοφίας, έχει ευνουχιστεί ιδεολογικά κι έχει καταστεί ακίνδυνη για το κοινωνικό σύστημα.

Σήμερα, ακόμη και στον χώρο της μαρξιστικής σκέψης χρησιμοποιούνται μεθοδολογικά σχήματα ανάλυσης της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης, που περισσότερο προσιδιάζουν, παρά την χρήση μαρξιστικής ορολογίας, στις φιλοσοφικές αντιλήψεις του μεταφυσικού ρεαλισμού, του Κύκλου της Βιέννης, του κριτικού ορθολογισμού, του υπαρξισμού, της Σχολής της Φρανκφούρτης κλπ. Έτσι, πίσω από την επαναστατική φρασεολογία εμφανίζεται σε νέα σύγχρονη μορφή ο ρεφορμισμός και ο οπορτουνισμός, που εύκολα θα μπορούσε να ονομαστεί νεο-μπερνσταϊνισμός.

«Ο αγώνας για τον αγώνα», που θυμίζει όχι μόνο τον Μπερνστάϊν αλλά και τις αντιλήψεις του Θεόφιλου Γκοτιέ «η Τέχνη για την Τέχνη», και τα τριαδικά σχήματα «καπιταλιστές-ιμπεριαλιστές, ρεφορμιστές-οπορτουνιστές και ριζοσπάστες-επαναστάτες», αποτελούν δυστυχώς το αλατοπίπερο και το μονότονο ρεφραίν της σημερινής επαναστατικότητας».

Στην σημερινή κοινωνία, στην σημερινή Ελλάδα ορθώνονται ως άλλες στήλες του Ηρακλέους οι δύο διακριτές και κυρίαρχες όψεις της πραγματικότητας, που περιγράφουν ανάγλυφα τις συνθήκες της ιδεολογικοπολιτικής ηγεμονίας της άρχουσας τάξης:

- στην μια όψη ορθώνεται ο υποταγμένος οικονομικά, ιδεολογικά, πολιτικά και πολιτιστικά, αλλοτριωμένος και ταπεινωμένος μισθοσυντήρητος και οικονομικά ασθενέστερος πληθυσμός,

- στην άλλη όψη ορθώνεται η πολυχρονεμένη κι αυταπόδεικτη αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων που ομνύουν στο όνομα της εργατικής τάξης και του λαού, ν’ αφυπνίσουν, να συνειδητοποιήσουν και να καθοδηγήσουν τον ταπεινωμένο, φοβισμένο και συμβιβασμένο λαό στον δρόμο της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της επανάστασης.

Μετά την Μεταπολίτευση και μέχρι σήμερα, οι πολιτικές δυνάμεις που ομνύουν στο όνομα της εργατικής τάξης -κοινοβουλευτικές και εξωκοινοβουλευτικές- επιχειρούν ν’ αφυπνίσουν και να συνειδητοποιήσουν την εργατική τάξη και το λαό με οικονομικούς διεκδικητικούς αγώνες και με αγώνες για αστικοδημοκρατικά δικαιώματα, χωρίς να κατορθώνουν ν’ αλλάζουν τους πολιτικούς συσχετισμούς υπέρ των δυνάμεων της εργασίας.

Στον αντίποδα της αποτυχίας και της αδυναμίας του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης να παράγει ποιοτικά αποτελέσματα και προοπτική ανατροπής της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης, αναπτύχθηκαν μια σειρά κινήματα αναρχικά και αντιεξουσιαστικά, καθώς και πολύμορφες και ποικίλες οργανώσεις που άσκησαν και ασκούν ατομική τρομοκρατία στο όνομα του αντικαπιταλιστικού αγώνα. Κατά την αντίληψη και την διατύπωση της πάντα επίκαιρης μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, οι εξτρεμιστικές εκδηλώσεις και η ατομική τρομοκρατία είναι εκδήλωση «της πιο φλογερής αγανάκτησης διανοουμένων και μη που δεν ξέρουν ή δεν έχουν την δυνατότητα να συνδέσουν σ’ ένα ενιαίο σύνολο την επαναστατική δουλειά με το εργατικό κίνημα». Όσοι έχασαν την πίστη τους, ή δεν πίστεψαν ποτέ, στην δυνατότητα της σύνδεσης της επαναστατικής δουλειάς με το εργατικό κίνημα, «είναι πραγματικά δύσκολο να βρουν άλλη διέξοδο για το αίσθημα της αγανάκτησής τους και για τον επαναστατικό τους δυναμισμό εκτός από τον εξτρεμισμό και την ατομική τρομοκρατία».

Κατά την μαρξιστική κοσμοθεωρία, ανάμεσα στην πολιτική που επιχειρεί ν’ αφυπνίσει και να συνειδητοποιήσει την εργατική τάξη και το λαό με οικονομικούς διεκδικητικούς αγώνες, και στην πολιτική της ατομικής τρομοκρατίας, δεν υπάρχει τυχαία, αλλά αναγκαία, εσωτερική σχέση, μια κοινή ρίζα, που είναι ο χειροτεχνισμός και η υπόκλιση μπροστά στο αυθόρμητο. «Εδώ υπάρχει η επίδραση των γενικών αιτιών που γεννούν τον οπορτουνισμό γενικά, ο οποίος θυσιάζει τα βασικά συμφέροντα του εργατικού κινήματος για στιγμιαία κέρδη».

Αν θέλει κάποιος να εμβαθύνει στο ζήτημα μπορεί να προσφύγει στο «Από πού ν’ αρχίσουμε» και στο «Τι να κάνουμε» του Λένιν. Όσο κι αν έχουν περάσει χρόνια από τότε που γράφτηκαν, διατηρούν ιδεολογικά και μεθοδολογικά την φρεσκάδα και την επικαιρότητά τους.

Μανώλης Γρηγοριάδης

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

ΑΚΕΠ: Από πού ν'αρχίσουμε;

Στην σημερινή πραγματικότητα, το κοινωνικό ισοδύναμο των σχέσεων παραγωγής ηγεμονεύει ιδεολογικά, πολιτικά και καθορίζει απόλυτα όχι μόνον τις ειδικές αλλά και τις γενικές συμπεριφορές του ελληνικού πληθυσμού.

Αντίθετα, το κοινωνικό ισοδύναμο των παραγωγικών δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας βρίσκεται σε κατάσταση μεγάλης ανωριμότητας και αδυναμίας: ούτε εκπροσωπείται με όρους ιδεολογικοπολιτικούς στο εποικοδόμημα, ούτε εκπροσωπείται ιδεολογικά στους επιμέρους αγώνες για τα προβλήματα που ανακύπτουν, ούτε εκδηλώνεται αυθόρμητα στις ατομικές και κοινωνικές σχέσεις της καθημερινότητας, της συνήθειας και του στυλ ζωής.

Το γεγονός ότι η δομική ενότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της εργατικής τάξης προς την αστική τάξη, εκδηλώνεται και ως αντίθεση όταν οξύνονται οι δυσλειτουργίες και νομοτελειακές αντιφάσεις των νόμων κίνησης της καπιταλιστικής παραγωγής και ανταλλαγής, σε τίποτα δεν διαφοροποιεί την κοινωνική κατάσταση, αφού οι αντιθέσεις που ανακύπτουν είναι αντιθέσεις της ίδιας ποιότητας, που τις περισσότερες φορές επιλύονται με μεταρρυθμίσεις που εκσυγχρονίζουν την καπιταλιστική παραγωγή, την εκμετάλλευση και την εξουσία.

Σήμερα, το γεγονός ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι ψηφοφόρος ή οπαδός των καθεστωτικών πολιτικών κομμάτων, ή το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού απέχει από την πολιτική, αποτελεί την κορυφή μόνο του παγόβουνου και δεν διερμηνεύει επαρκώς την πολιτική κατάσταση, ούτε τις αιτίες των οξυμμένων προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας.

Σήμερα, η πλειοψηφία του πληθυσμού έχει αποδεχθεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο σαν κάτι το φυσιολογικό, το θεμιτό, το ηθικά νόμιμο που, όταν επιτελείται χωρίς ακρότητες, είναι η λυδία λίθος της ανάπτυξης, της ευημερίας και της προόδου.

Σήμερα, η Ελλάδα αναστενάζει όχι μόνο στα γήπεδα αλλά και στα πολιτιστικά δρώμενα της μαζικής υποκουλτούρας, που αποτελούν κυρίαρχους ιδεολογικούς μηχανισμούς ένταξης και ενσωμάτωσης στο σύστημα και στα πρότυπα του αστισμού.

Σήμερα, η λεγόμενη προοδευτική διανόηση έχει -στην πλειοψηφία της- ασπαστεί τα κυρίαρχα ρεύματα της αστικής φιλοσοφίας, έχει ευνουχιστεί ιδεολογικά κι έχει καταστεί ακίνδυνη για το κοινωνικό σύστημα.

Σήμερα, ακόμη και στον χώρο της μαρξιστικής σκέψης χρησιμοποιούνται μεθοδολογικά σχήματα ανάλυσης της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης, που περισσότερο προσιδιάζουν, παρά την χρήση μαρξιστικής ορολογίας, στις φιλοσοφικές αντιλήψεις του μεταφυσικού ρεαλισμού, του Κύκλου της Βιέννης, του κριτικού ορθολογισμού, του υπαρξισμού, της Σχολής της Φρανκφούρτης κλπ. Έτσι, πίσω από την επαναστατική φρασεολογία εμφανίζεται σε νέα σύγχρονη μορφή ο ρεφορμισμός και ο οπορτουνισμός, που εύκολα θα μπορούσε να ονομαστεί νεο-μπερνσταϊνισμός.

«Ο αγώνας για τον αγώνα», που θυμίζει όχι μόνο τον Μπερνστάϊν αλλά και τις αντιλήψεις του Θεόφιλου Γκοτιέ «η Τέχνη για την Τέχνη», και τα τριαδικά σχήματα «καπιταλιστές-ιμπεριαλιστές, ρεφορμιστές-οπορτουνιστές και ριζοσπάστες-επαναστάτες», αποτελούν δυστυχώς το αλατοπίπερο και το μονότονο ρεφραίν της σημερινής επαναστατικότητας.

Σήμερα λοιπόν, ο θεωρητικός-ιδεολογικός αγώνας του φιλοσοφικού μαρξισμού ενάντια στα κυρίαρχα ρεύματα της αστικής φιλοσοφίας αποτελεί κυρίαρχο καθήκον και προϋπόθεση για την ανασύνταξη του πολιτικού ριζοσπαστικού χώρου και την σύσταση του επαναστατικού υποκείμενου.

"Όπως δεν μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο από την ιδέα που έχει αυτό για τον εαυτό του, το ίδιο δεν μπορούμε να κρίνουμε μια εποχή ανατροπής από την συνείδηση που έχει αυτή για τον εαυτό της. Χρειάζεται, αντίθετα, να εξηγούμε την συνείδηση αυτή με τις αντιφάσεις της υλικής ζωής, με την σύγκρουση που υπάρχει ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και στις σχέσεις παραγωγής" (Καρλ Μαρξ)

Μανώλης Γρηγοριάδης

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

ΑΚΕΠ: Το πολιτικό κενό και η σημερινή συγκυρία

«Το γενικό δικαίωμα ψήφου είναι έτσι ο δείχτης της ωριμότητας της εργατικής τάξης. Περισσότερο δεν μπορεί να είναι και δεν θα είναι ποτέ μέσα στο σημερινό κράτος» (Ένγκελς).

Οι ευρωεκλογές της 7ης Ιουνίου 2009 κατάδηλα πιστοποίησαν πως το κυρίαρχο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας είναι η παθητικότητα των μισθοσυντήρητων και του λαού, που ορίζεται και σαν ανωριμότητα ή σαν αδυναμία του υποκειμενικού παράγοντα. Κατάδηλα, επίσης, πιστοποίησαν ακόμη μια φορά το πολιτικό κενό εκπροσώπησης στο πολιτικό εποικοδόμημα των ιστορικών δυνάμεων της ανατροπής του καπιταλισμού, γεγονός που εντείνει επιτατικά την αναγκαιότητα εκπροσώπησής τους.

Στην σημερινή βαρβαρότητα, οι πλούσιοι γίνονται καθημερινά πλουσιότεροι. Οι φτωχοί γίνονται καθημερινά φτωχότεροι. Τα κοινωνικά προβλήματα, η ανεργία, η εγκληματικότητα, η διαφθορά καθημερινά μεγεθύνονται. Η υγεία, η δικαιοσύνη, η ουσιαστική εκπαίδευση είναι προνόμιο μόνο των ισχυρών. Η δημόσια διοίκηση υπηρετεί προκλητικά την πλουτοκρατία και βασανίζει σαδιστικά τον φτωχό, τον άνεργο, τον αδύναμο. Το κράτος της ολιγαρχίας του πλούτου βυσσοδομεί ανενδοίαστα ενάντια στα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια του κοινωνικού ανθρώπου.

Κι ενώ η κοινωνία σαπίζει και όζει, η κοινωνική συνείδηση των μισθοσυντήρητων και του λαού απορρίπτει και απωθεί το αβίαστο συμπέρασμα ότι οι πόθοι τους, οι στόχοι τους, τα όνειρά τους στο σημερινό γερασμένο, εκφυλισμένο και σάπιο καπιταλιστικό οικονομικοκοινωνικό σύστημα, δεν έχουν ελπίδα δικαίωσης.

Πράγματι, με την νεοφιλελεύθερη εκδοχή του καπιταλιστικού συστήματος που κυριάρχησε τα τελευταία χρόνια και με τους προπαγανδιστικούς μύθους για ανάπτυξη και ευημερία που υπερφίαλα διαλαλούσαν οι μέντορες της ελεύθερης αγοράς, έχουν εκμαυλιστεί, αποχαυνωθεί και συμβιβαστεί, όχι μόνο οι κυρίαρχες τάξεις, αλλά κι οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου και της εργασίας.

Είναι αλήθεια, οι μορφές κοινωνικής συνείδησης αντιστοιχούν στις υφιστάμενες κάθε φορά υλικές οικονομικές δομές της κοινωνίας τις οποίες, οι συγκεκριμένες κάθε φορά μορφές κοινωνικής συνείδησης, προσωποποιούν, εκφράζουν και υπηρετούν.

Στις σημερινές καπιταλιστικές κοινωνίες οι μορφές της κοινωνικής συνείδησης, ο υποκειμενικός παράγοντας, εμφορούνται τις αρχές, τις αξίες και τα ιδανικά του καπιταλιστικού κοινωνικού Είναι, όπως αυτές εκδηλώνονται στο πολιτικό εποικοδόμημα του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού, δηλαδή στις εκδοχές του φιλελευθερισμού, τις εκδοχές του κρατισμού και τις εκδοχές της μικτής οικονομίας.

Σήμερα, η συνείδηση του απλού ανθρώπου του μόχθου και της εργασίας, που ουσιαστικά μορφοποιεί το «πνεύμα», τις αξίες και τα ιδανικά του γερασμένου καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, είναι γέρικη, παρηκμασμένη και σάπια. Έχει αποδεχθεί το συμβιβασμό, την διαφθορά και την εξαθλίωση. Τούτο συμβαίνει επειδή απουσιάζει στο πεδίο της υποκειμενικότητας το επαναστατικό υποκείμενο, και επειδή το πολυπληθέστερο και σημαντικότερο τμήμα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, οι μισθοσυντήρητοι, ενεργεί ως τάξη καθ’ εαυτό-στον εαυτό της και ενέχει την προσδιοριστικότητα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Μάλιστα, σαν φορέας της προσδιοριστικότητας «εμπόρευμα εργατική δύναμη» διέπεται από τους νόμους κίνησης της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής και ανταλλαγής, υπόκειται στο νόμο της αξίας, αποξενώνεται, αλλοτριώνεται και φετιχοποιεί την πραγματικότητα.

Όμως, όπως το κεφάλαιο, σταθερό-μεταβλητό, σαν ολότητα και αφαίρεση είναι αδιάφορο προς τις μορφές αξιοποίησής του, έτσι και οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις σαν ολότητα και αφαίρεση έχουν εξεγερθεί με την σημερινή οικονομική κρίση ενάντια στις υφιστάμενες σχέσεις παραγωγής, όντας αδιάφορες προς τα επιμέρους χαρακτηριστικά της χρηματοπιστωτικής κρίσης, και οπωσδήποτε όντας αδιάφορες προς τις γερασμένες πολιτικο-οικονομικές σχολές διεύθυνσης της κοινωνίας: τον φιλελευθερισμό, τον κρατισμό και την μικτή οικονομία.

Κατά την άποψη του διαλεκτικού υλισμού, όταν οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας εξεγείρονται ενάντια στις αναγκαίες, καθορισμένες και ανεξάρτητες από την θέληση των ανθρώπων παραγωγικές σχέσεις, αρχίζει η αντανάκλαση και η εκπροσώπηση των επαναστατικών ιδεών στο πολιτικό εποικοδόμημα με όρους κινήματος, που έρχεται να καταργήσει τις υφιστάμενες παραγωγικές σχέσεις για να εμφανιστεί το νέο κοινωνικό σύστημα, που εκκολάπτεται σήμερα μέσα στους κόλπους της παλιάς -επί του προκειμένου σημερινής καπιταλιστικής- κοινωνίας.

Σήμερα που οι καπιταλιστές και οι πολιτικο-ιδεολογικοί τους εκπρόσωποι, όπως λέει ο πάντα επίκαιρος φιλόσοφος του ιστορικού υλισμού στο μνημειώδες έργο του το "Μανιφέστο", μοιάζουν με μαθητευόμενους μάγους που έχουν καλέσει δυνάμεις τις οποίες δεν μπορούν να ελέγξουν, το ιστορικό κενό της απουσίας του επαναστατικού υποκείμενου εκδηλώνεται σαν κοινωνικό κατηγόρημα, που τείνει να μορφοποιήσει στο πεδίο της υποκειμενικότητας το διαλεκτικό μέτρο της άρνησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που τείνει να διαμορφώσει τις διαδικασίες της σύστασης του επαναστατικού κόμματος και να θέσει το αίτημα της κατάργησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής ως αίτημα καθολικό και ιστορικά αναγκαίο.

10 Ιουνίου 2009

ΑΚΕΠ-Γραφείο τύπου,
Μίκα Στάθη

Τρίτη 12 Μαΐου 2009

ΑΚΕΠ: Άκυρο στις Ευρωεκλογές

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

«Η Κόλαση παντ’ άγρυπνη σου στήθηκε τριγύρου,
αλλά δεν έχει δύναμη πάρεξ μακριά και πέρα»
Διονύσιος Σολωμός


Το ΑΚΕΠ δεν θα κατέλθει στις Ευρωεκλογές στις 7 Ιουνίου 2009 επειδή οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες δεν του επιτρέπουν να αξιοποιήσει την εκλογική διαδικασία στην κατεύθυνση του στρατηγικού σκοπού του κόμματος.

Το ΑΚΕΠ καλεί τα μέλη του, τους οπαδούς του και το λαό να μετέχουν στην ψηφοφορία για τις Ευρωεκλογές και να ψηφίσουν ΑΚΥΡΟ.

Η αποχή -όταν δεν συντρέχουν ειδικοί λόγοι- υποβαθμίζει τους πολίτες, από φορείς δικαιωμάτων και μέλη του κυριάρχου, σε υπηκόους, δηλαδή σε φορείς μόνον υποχρεώσεων προς την οικονομική ολιγαρχία και τα κόμματα που την υπηρετούν.

Η παραίτηση από την εκλογική μορφή πάλης αποδυναμώνει τους αγώνες που στοχεύουν στην αφύπνιση του λαού και στην κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από τις ιστορικές δυνάμεις της εργασίας και του πολιτισμού.

Το ΑΚΥΡΟ είναι πολιτική θέση ενάντια στα καθεστωτικά πολιτικά κόμματα, είναι πολιτική θέση ενάντια στον φιλελευθερισμό, στον κρατισμό, στην μικτή οικονομία, είναι πολιτική θέση που ενισχύει την προοπτική και τις διαδικασίες της σύστασης του επαναστατικού κόμματος.

Σήμερα, οι υποκειμενικές συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας για την ανατροπή των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής είναι ακόμα ανώριμες. Η πλειοψηφία του πληθυσμού ηγεμονεύεται από τις αξίες, τα ιδανικά και τα πολιτισμικά πρότυπα του αστισμού. Οι μισθοσυντήρητοι, το πολυπληθέστερο και σημαντικότερο τμήμα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού είναι εγκλωβισμένο στα καθεστωτικά πολιτικά κόμματα.

Σήμερα, η κοινωνική συνείδηση των μισθοσυντήρητων και του λαού απορρίπτει το αβίαστο συμπέρασμα πως οι πόθοι τους, οι στόχοι τους, τα όνειρά τους, στο σημερινό εκφυλισμένο και σάπιο καπιταλιστικό οικονομικοκοινωνικό σύστημα, δεν έχουν ελπίδα δικαίωσης.

Σήμερα, η συνείδηση του απλού ανθρώπου του μόχθου και της εργασίας είναι αλλοτριωμένη. Έχει αποδεχθεί τον συμβιβασμό, την διαφθορά και την εξαθλίωση, καθώς οι σύντροφοι του Οδυσσέα την αποκτήνωση τους από την Κίρκη.

Σήμερα λοιπόν, ο αγώνας για την ανατροπή των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής ανάγεται σε αγώνα για την αφύπνιση του λαού και την ωρίμανση των υποκειμενικών συνθηκών της επανάστασης.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ

Στρατηγικός σκοπός του ΑΚΕΠ είναι η δημιουργία των υποκειμενικών προϋποθέσεων για την σύσταση του επαναστατικού κόμματος.

Το επαναστατικό κόμμα υποστατώνει στο πολιτικό εποικοδόμημα το αίτημα της κατάργησης του συστήματος της μισθωτής εργασίας και το αίτημα της γενικευμένης αυτοδιάθεσης.

Το επαναστατικό κόμμα είναι η ενότητα, ο πολιτικός συντονισμός των δυνάμεων που μπορούν και από την κοινωνική τους θέση οφείλουν να καταστήσουν τις ιδέες της επανάστασης υλική δύναμη.

Το επαναστατικό κόμμα είναι η αναγκαία συνθήκη για την διαμόρφωση ενός κινήματος εξουσίας ικανού να καταργήσει το οικονομικοκοινωνικό σύστημα που θεμελιώνεται στην μισθωτή εργασία και στην εκμετάλλευση του εμπορεύματος εργατική δύναμη.

Το ΑΚΕΠ πιστεύει πως στις μετακαπιταλιστικές κοινωνίες θα απουσιάζει η εργατική τάξη, θα ηγεμονεύει ο πολιτικός-οικονομικός δημοκρατισμός και η γενικευμένη αυτοδιάθεση θα είναι αρχή καθολική και απαραβίαστη.

Πολιτικός-οικονομικός δημοκρατισμός ονομάζεται η πολιτική θεωρία που ενοποιεί, εμμεσοποιεί και εκδηλώνει τις αρχές της άμεσης οικονομικής και πολιτικής δημοκρατίας και την νομοτέλεια "στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του, από τον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του".

Γενικευμένη αυτοδιάθεση ονομάζεται το πολιτικό αίτημα να είναι ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος ελευθερόφρων, αυτοπροαίρετος, αυτεπίτακτος και αυτεξούσιος, να απολαμβάνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα πολιτικοθεσμικά και οικονομικοκοινωνικά μέσα που τον καθιστούν ικανό να μετέχει στον ιστορικά κατακτημένο βαθμό ελευθερίας και στην πολιτισμική ακεραιότητα της ιστορικής ολότητας.

Στον καιρό μας, το αίτημα της γενικευμένης αυτοδιάθεσης νοηματοδοτεί και ορίζει την έννοια της κοινωνικής ελευθερίας και εκδηλώνει τους συνυφασμένους με την κοινωνική φύση του ανθρώπου πόθο και βούληση για ελευθερία στο σκοπό και τους στόχους της επανάστασης.

Το αίτημα της γενικευμένης αυτοδιάθεσης αφορά όλες τις κοινωνικές τάξεις, αφού όλες διέπονται από τους καθολικούς καταναγκασμούς του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Πρωτίστως, όμως, αφορά τις μη εκμεταλλεύτριες τάξεις και ιδίως την εργατική.

Στους προηγούμενους αιώνες οι κοινωνικές συνθήκες έθεσαν για λύση τα αιτήματα της εθνικής ανεξαρτησίας, της αστικής αντιπροσωπευτικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, των ανθρώπινων και ατομικών δικαιωμάτων κι ελευθεριών και ενέπνευσαν τους αγώνες ενάντια στην απολυταρχία, τον δεσποτισμό και την φεουδαρχία. Σήμερα, η οικουμενικότητα της παρακμής του καπιταλιστικού οικονομικοκοινωνικού συστήματος αποκαλύπτει τα όρια, τις ελλείψεις και τις ανεπάρκειες των αιτημάτων και των κατακτήσεων των προηγούμενων αιώνων και καθιστά το αίτημα της γενικευμένης αυτοδιάθεσης αίτημα οικουμενικό και ιστορικά αναγκαίο.

Το αίτημα της γενικευμένης αυτοδιάθεσης δεν είναι πρωταρχικά εκτατικό αλλά πρωταρχικά εντατικό. Δεν ευαγγελίζεται την αυτοδιάθεση της κάθε ενικότητας μέσα από την κατάφαση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, ούτε μέσα από την δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη μεταρρύθμιση του εποικοδομήματος που τις υπηρετεί, αλλά μέσα από την άρνηση και την διαλεκτική υπέρβασή τους.

Το αίτημα της γενικευμένης αυτοδιάθεσης, σαν απείκασμα του μελλοντικού, σαν σχέδιο και σαν σκοπός, είναι η ετερότητα που πλοηγεί την ροϊκότητα του κοινωνικού Είναι, από το παρόν Είναι: «το βασίλειο της ανάγκης», στο αναγκαίο Άλλο: «το βασίλειο της ελευθερίας».

Το αίτημα της γενικευμένης αυτοδιάθεσης, σε μορφή διαλεκτικής άρνησης, εμμεσοποιεί στο πεδίο της υποκειμενικότητας την αντίθεση-αντίφαση του δϊιστορικού νόμου της αναγκαίας αντιστοιχίας των παραγωγικών δυνάμεων προς τις σχέσεις παραγωγής και εγκαλεί, με την σύσταση του επαναστατικού κόμματος, τις μη εκμεταλλεύτριες τάξεις και κυρίως την εργατική σε συλλογικό υποκείμενο κοινωνικής απελευθέρωσης.

Η εργατική τάξη, οι μισθοσυντήρητοι, το πολυπληθέστερο τμήμα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, οι σημαντικότερες παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, ο φορέας του εμπορεύματος εργατική δύναμη, η προσδιοριστικότητα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η άρνηση του κεφαλαιοκρατικού οικονομικοκοινωνικού συστήματος, είναι η μόνη στην ιστορία της ανθρωπότητας μη εκμεταλλεύτρια τάξη που έχει την ιστορική δυνατότητα και την κοινωνική ικανότητα να είναι φορέας νέων, ανώτερων ποιοτικά, σχέσεων παραγωγής.

Η εργατική τάξη είναι –αναμφισβήτητα- η ηγέτιδα τάξη της επανάστασης, αφού με την κατάργησή της αφανίζονται οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής και καταργείται ιστορικά το κεφαλαιοκρατικό οικονομικοκοινωνικό σύστημα.

Το ιστορικό αίτημα έχει ήδη τεθεί: Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Γκράμσι. Οι διαδικασίες για την ωρίμανση των συνθηκών της επίλυσης των προβλημάτων της ιστορικής περιόδου που διανύουμε έχουν ήδη αρχίσει.

Η Παρισινή κομμούνα, η Οκτωβριανή επανάσταση και ο Μάης του '68 είναι οι ιστορικοί φάροι που, μέσα από το ανθισμένο μονοπάτι των εμπειριών και των ιδεών τους, θα οδηγήσουν τους μισθοσυντήρητους και τους λαούς στον δρόμο της επανάστασης.

Σήμερα, η πραγματικότητα απέδειξε για μια ακόμη φορά πως ο καπιταλισμός-ιμπεριαλισμός είναι κολοσσός με πήλινα πόδια.

Σήμερα, μετά την παταγώδη αποτυχία των μοντέλων του κρατισμού στις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», μετά την παταγώδη αποτυχία των μοντέλων της μικτής οικονομίας και της σοσιαλδημοκρατίας, ήρθε να προστεθεί και η παταγώδης αποτυχία του φιλελεύθερου μοντέλου ανάπτυξης.

Σήμερα, όπως λέει ο πάντα επίκαιρος φιλόσοφος του ιστορικού υλισμού στο μνημειώδες έργο του το «Μανιφέστο», οι καπιταλιστές και οι πολιτικο-ιδεολογικοί τους εκπρόσωποι μοιάζουν με μαθητευόμενους μάγους που έχουν καλέσει δυνάμεις τις οποίες δεν μπορούν να ελέγξουν.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, οι πρωτοβουλίες για την σύσταση του επαναστατικού κόμματος αποτελούν ορατή κοινωνική και ιστορική ανάγκη.

Το ΑΚΕΠ γνωρίζει πως οι οργανωμένες δυνάμεις του δεν έχουν τα ποσοτικά και ιδίως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που απαιτούνται για να ασκηθούν τα καθήκοντα του επαναστατικού κόμματος.

Το ΑΚΕΠ γνωρίζει πως το επαναστατικό κόμμα δεν θα προκύψει απλά από την γραμμική ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη των δυνάμεών του, αλλά από την πολύπλευρη συμμετοχή και τις πρωτοβουλίες των πολιτικών δυνάμεων του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου.


"Αλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος,
από το μαύρο σύγνεφο κι από τη μαύρη πίσσα,
ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
τα παλληκάρια τα καλά, με πάνου τη σημαία..."
Διονύσιος Σολωμός

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου, Μίκα Στάθη

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

ΑΚΕΠ: Για το αγροτικό κίνημα

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Οι οικονομικές αξιώσεις των μικρομεσαίων αγροτών για αναπλήρωση του χαμένου εισοδήματος και για καθορισμό κατώτατων εγγυημένων τιμών στα προϊόντα τους είναι δίκαιες και επιβεβλημένες από την οικονομική πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας.

Ο νόμος κίνησης της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής συσσώρευση-συγκέντρωση-συγκεντροποίηση έχει εφαρμογή και στον τομέα της αγροτικής παραγωγής και οικονομίας κι εκδηλώνεται σαν τάση απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας των μικρομεσαίων αγροτών προς όφελος των μεγαλοαγροτών και των μεγάλων αγροτικών επιχειρήσεων.

Όμως πέραν της νομοτελειακής τάσης συγκεντροποίησης της αγροτικής παραγωγής ο ανταγωνισμός μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών-κρατών διαμόρφωσε πολιτικές παρέμβασης που καθορίζουν την τελική τιμή των αγροτικών προϊόντων. Έτσι, μέσα από τις παρεμβάσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) της Ε.Ε.και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), η κατανομή της αξίας του αγροτικού προϊόντος μεταξύ παραγωγού, μεσάζοντα-εμπόρου και βιομήχανου, γίνεται σε βάρος του μικρομεσαίου παραγωγού.

Π.χ. σχεδόν ο μισός προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης πάει σε αγροτικές επιχορηγήσεις κυρίως σε μεγαλοαγρότες και σε υψηλής αξιακής και οργανικής σύνθεσης αγροεπιχειρήσεις. Έτσι ο νόμος της αξίας που στον καπιταλισμό λειτουργεί με την μορφή των τιμών παραγωγής, δηλαδή κόστος παραγωγής συν μέσο κέρδος, λειτουργεί σε βάρος των μεσαίων και μικρών παραγωγών.

Ειδικά στην Ελλάδα, λόγω των ιδιομορφιών της ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, η νομοτελειακή τάση συγκεντροποίησης της αγροτικής παραγωγής δεν οδηγεί σε διαρθρωτικές ολοκληρώσεις ανάλογες με αυτές των χωρών του ανεπτυγμένου καπιταλισμού αλλά αποδιαρθρώνει τις οικονομικές δομές της υπαίθρου και υποβαθμίζει κι εξαθλιώνει μεγάλα τμήματα του αγροτικού πληθυσμού.

Οι μικρομεσαίοι αγρότες είναι ένα από τα σημαντικότερα τμήματα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Η επαπειλούμενη καταστροφή των μικρομεσαίων αγροτών αφορά ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και κυρίως τους μισθοσυντήρητους των οποίων είναι ο πιο κοντινός και πιο ουσιαστικός κοινωνικο-οικονομικός σύμμαχος.

Δυστυχώς σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των μικρομεσαίων αγροτών είναι οπαδοί, ψηφοφόροι και υποστηρικτές των δύο μεγάλων καθεστωτικών κομμάτων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, που έχουν πολιτική επιδίωξη την συρρίκνωση του αγροτικού πληθυσμού και την απαλλοτρίωση της μικρομεσαίας αγροτικής ιδιοκτησίας προς όφελος των μεγαλοαγροτών και των μεγάλων καπιταλιστικών αγροεπιχειρήσεων.

Μακάρι λοιπόν, ο σημερινός δίκαιος αγώνας των μικρομεσαίων αγροτών να τους οδηγήσει σε κοινωνικά και πολιτικά συμπεράσματα και να τους απεγκλωβίσει από την νοοτροπία και τα ιδανικά της σημερινής καπιταλιστικής κοινωνίας και από τα καθεστωτικά κόμματα,της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου
Μίκα Στάθη

http://www.akeppress.gr/

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009

ΑΚΕΠ: Η σιωπή των αμνών

"Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε την στάχτη."

Γ.Σεφέρης
Η οργανωμένη σε κράτος καπιταλιστική κοινωνία βυσσοδομεί ανενδοίαστα ενάντια στα κατακτημένα δικαιώματα κι ελευθερίες του κοινωνικού ανθρώπου. Μηχανεύεται προβοκάτσιες, εκφοβισμούς και συκοφαντίες, για να καταστείλει τις αυθόρμητες λαϊκές κινητοποιήσεις και να επιβάλλει στη νεολαία που αφυπνίζεται την σιωπή των αμνών.
Οι συλλήψεις δικηγόρων, οι προπηλακισμοί δημοσιογράφων και καμεραμέν, ο ξυλοδαρμός πολιτών χωρίς κουκούλες που έβγαιναν από τα μαγαζιά τους να διαμαρτυρηθούν για τις αναίτιες βιαιότητες της αστυνομίας κι οι αθρόες προσαγωγές υποψιασμένων νεολαίων και πολιτών που αντιδρούσαν στα έκτροπα των ΥΑΤ, αποκαλύπτουν τον βάναυσο και άξεστο χαρακτήρα εκείνων που επέλεξαν να βγάζουν το ψωμί τους ασκώντας βία με σαδιστικούς ξυλοδαρμούς σε πολίτες που διεκδικούν αγωνιστικά κοινωνικά δικαιώματα κι ελευθερίες. Αποκαλύπτουν επίσης την πολιτική σκοπιμότητα της φυσικής και πολιτικής ηγεσίας της αστυνομίας, που άφησε αχαλίνωτους τους «βρωμόμπατσους» να προπηλακίζουν αδιάκριτα και να δέρνουν.
Π.χ. Ο Πέτρος έχει ψιλικατζίδικο στην Ασκληπειού. Βγήκε από το μαγαζί του να διαμαρτυρηθεί για τις βιαιότητες. Τον μαύρισαν στο ξύλο και του έσπασαν το χέρι. Νεαρός ασθενής με ράμματα στο κεφάλι εξήλθε από την Πολυκλινική. Τον χτύπησαν δολοφονικά στο κεφάλι και τον άφησαν αναίσθητο κι αβοήθητο επί του οδοστρώματος της οδού Σκουφά.
Κύριε Παυλόπουλε, ποιός θ’ αποζημιώσει αυτούς τους πολίτες και ποιός θα τιμωρήσει τους βάνδαλους της αστυνομίας για τις δολοφονικές πράξεις τους;
Η εκφοβιστική τακτική, της πολιτικής και φυσικής ηγεσίας της αστυνομίας, να επιβάλλει την σιωπή των αμνών, θα αποτύχει. Οι συγκρούσεις της εξεγερμένης νεολαίας και του λαού με τις δυνάμεις καταστολής είναι το καλύτερο σχολειό, που χαλυβδώνει τους αγωνιστές και προετοιμάζει τις νίκες των επερχόμενων μαχών για τον τελικό σκοπό: το πέρασμα από το σημερινό βασίλειο της ανάγκης, της εκμετάλλευσης και της καταστολής, στο βασίλειο της ελευθερίας όπου ο κάθε άνθρωπος, απελευθερωμένος από την άμεση ανάγκη της επιβίωσης, θα δημιουργεί καθολικά και ελεύθερα, θα είναι κύριος του εαυτού του και της ζωής του, και όπου, η ανάπτυξη της προσωπικότητας και της ευημερίας του καθενός θα είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και της ευημερίας όλων.
"Αλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος,
από το μαύρο σύγνεφο κι από τη μαύρη πίσσα,
ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
τα παλληκάρια τα καλά, με πάνου τη σημαία..."

Διονύσιος Σολωμός
Γραφείο τύπου
Μίκα Στάθη
10/01/2009

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

ΑΚΕΠ: Η κραυγή των λύκων

Η καθεστωτική κυβέρνηση της ΝΔ απροσχημάτιστα ανασχηματίστηκε, κάτω από το βάρος της λαϊκής δυσαρέσκειας και των πρόσφατων κινητοποιήσεων της νεολαίας και του λαού. Οι πλούσιοι γίνονται καθημερινά πλουσιότεροι. Οι φτωχοί γίνονται καθημερινά φτωχότεροι. Τα κοινωνικά προβλήματα, η ανεργία, η εγκληματικότητα, η διαφθορά καθημερινά μεγεθύνονται. Η υγεία, η δικαιοσύνη, η ουσιαστική εκπαίδευση είναι προνόμιο μόνο των ισχυρών. Η δημόσια διοίκηση υπηρετεί προκλητικά την πλουτοκρατία και βασανίζει σαδιστικά τον φτωχό, τον άνεργο, τον αδύνατο. Το κράτος της ολιγαρχίας του πλούτου βυσσοδομεί ανενδοίαστα ενάντια στα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια του κοινωνικού ανθρώπου.
Η καθεστωτική αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ προσχηματικά αναβαθμίστηκε. Τα κυρίαρχα κέντρα και μέσα επιρροής, κατ’ εντολήν της ολιγαρχίας, προετοιμάζουν διάδοχο, «τσίφτη, ντερμπεντέρη και καραμπουζουκλή», με συστάσεις, εγγυημένα προσόντα και προϋπηρεσία. Τα αντιλαϊκά νομοσχέδια, οι «σοσιαλιστικοί» ξυλοδαρμοί των συνταξιούχων, το Χρηματιστήριο, τα εκατομμύρια από την Siemens, η υπόθεση Οτσαλάν, η στάση στο σχέδιο Αναν, είναι ορισμένες μόνο από τις πολλές εμπειρίες που απέκτησε και ανέχτηκε ο νέος διάδοχος κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ του κ. Σημίτη.
Σήμερα, η ιθύνουσα τάξη και οι ιδεολόγοι του κοινωνικού συστήματος, που σαπίζει και καταρρέει, προσπαθούν, με όλα τα μέσα που διαθέτουν, ν’ αποπροσανατολίσουν και να αναστείλουν τις λαϊκές κινητοποιήσεις, που αμφισβητούν όχι μόνο τον α ή τον β πολιτικό διαχειριστή της εξουσίας, το α, β ή γ πολιτικό κόμμα του κατεστημένου, αλλά το ίδιο το κοινωνικοπολιτικό σύστημα, που εκτρέφει νομοτελειακά την εκμετάλλευση, την διαφθορά, την καταστολή και την καταπίεση.
Σήμερα, η ιθύνουσα τάξη βλέπει έντρομη ν’ αναπτύσσεται ένα κίνημα, που δεν ποδηγετείται από τα πολιτικά καθεστωτικά κόμματα, κι επιχειρεί με εκφοβισμούς, συκοφαντίες και προβοκάτσιες να παροχετεύσει την λαϊκή δυσαρέσκεια και να ενισχύσει πολιτικούς χώρους ελεγχόμενους κι ακίνδυνους.
Όσο η αυθόρμητη αντίδραση της νεολαίας και του λαού αναβαθμίζεται, ωριμάζει, στοχοθετείται κι οργανώνεται, τόσο οι αντιλαϊκές μεθοδεύσεις και οι προβοκάτσιες της κυρίαρχης τάξης θα πέφτουν στο κενό.
Ας τρέμει η κυρίαρχη τάξη την επερχόμενη αφύπνιση του λαού και την ανασύνταξη του επαναστατικού μαζικού λαϊκού κινήματος.
Γραφείο τύπου
Μίκα Στάθη
8/01/2009
http://www.akeppress.gr/

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2009

ΑΚΕΠ: Ο αποπροσανατολισμός θα πέσει στο κενό

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ-ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ
Η ένοπλη επίθεση εναντίον της διμοιρίας των ΥΑΤ (Υποδιεύθυνση Αποκατάστασης Τάξης), που έγινε τα ξημερώματα της Δευτέρας στην περιοχή των Εξαρχείων κι είχε σαν αποτέλεσμα τον τραυματισμό ενός άνδρα των ΥΑΤ, του Διαμαντή Ματζούνη, ήρθε ως «μάννα εξ’ ουρανού», για να ενισχύσει τα επιχειρήματα των ιδεολόγων του αστισμού ενάντια στο ριζοσπαστικό κίνημα και τις πρόσφατες κινητοποιήσεις της νεολαίας και του λαού.
Η ενέργεια αυτή έγινε από άτομα που σίγουρα δεν ανήκουν σε καμιά πτέρυγα και σε καμιά εκδοχή του πολιτικού ριζοσπαστικού κινήματος.
Ο χώρος, ο χρόνος και ο τρόπος της εκδήλωσης της ένοπλης επίθεσης αποκαλύπτει την ταυτότητα των δραστών, που σίγουρα είναι ενεργούμενα παρακρατικών κύκλων ή μυστικών υπηρεσιών, εγχώριων ή ξένων. Στην καλύτερη -και πιο απίθανη- περίπτωση, τα άτομα που διέπραξαν την επίθεση είναι απολίτικοι χούλιγκανς, επικίνδυνοι για την ελληνική κοινωνία.
Η προσπάθεια των παρακρατικών κύκλων του καθεστώτος και των ιδεολόγων του αστισμού, να αποπροσανατολίσουν και να συκοφαντήσουν το πολιτικό ριζοσπαστικό κίνημα, θα πέσει για μια ακόμη φορά στο κενό.
Η μαζική συμμετοχή της νεολαίας και του λαού στις αγωνιστικές κινητοποιήσεις ενάντια σε κάθε αρχή, εξουσία, κοινωνικο-οικονομική δύναμη ή δομή που αντιπροσωπεύει την εκμετάλλευση, την καταστολή και την καταπίεση, είναι η καλύτερη απάντηση στις μεθοδεύσεις του καθεστώτος.
Γραφείο τύπου
Μίκα Στάθη
5/01/2009